Το διήγημα του Μιχαήλ Ζόσενκο που ακολουθεί έγινε η αφορμή για την εξαπόλυση της επίθεσης του Αντρέι Ζντάνοφ στους σοβιετικούς λογοτέχνες το 1946, που έμεινε γνωστή ως ζνταντοφτσίνα.
Γεννημένος το 1894, ο Ζόσενκο άρχισε να γράφει ποίηση από 8 χρονών. Το 1919 εντάχτηκε στον Κόκκινο Στρατό και πολέμησε στο πλευρό των Μπολσεβίκων. Στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 τα έργα του γνώρισαν στην ΕΣΣΔ πολλές εκδόσεις. Η πτώση του άρχισε το 1943 όταν η δημοσίευση του έργου του «Πριν την Ανατολή» διακόπηκε στη μέση (δημοσιεύθηκε στην ΕΣΣΔ το 1987).
Το 1946 ο Ζόσενκο τιμήθηκε με το μετάλλιο «Για Γενναία Εργασία στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο του 1941-1945». Ωστόσο, η δημοσίευση του διηγήματος «Οι περιπέτειες ενός πιθήκου» την ίδια χρονιά στο περιοδικό «Ζβεσντά» προκάλεσε την οξεία επίθεση του Ζντάνοφ. Μια απόφαση της ΚΕ του κόμματος τον Αύγουστο του 1946 μεμφόταν το περιοδικό «Ζβεσντά» για τη δημοσίευσή του:
«Ένα σοβαρό λάθος του Ζβεσντά είναι ότι δίνει μια λογοτεχνική πλατφόρμα στον συγγραφέα Ζόσενκο, του οποίου τα έργα είναι ξένα προς τη σοβιετική λογοτεχνία… Το τελευταίο δημοσιευμένο διήγημα του Ζόσενκο, “Οι Περιπέτειες ενός Πιθήκου” (Ζβεσντά, Τεύχη 5-6, 1946), είναι μια χυδαία συκοφαντία για τη σοβιετική ζωή και τον σοβιετικό λαό… Το να παρέχονται οι σελίδες του Ζβεσντά σε τέτοιους χυδαίους και λογοτεχνικά καθάρματα όπως ο Ζόσενκο είναι ακόμη πιο απαράδεκτο, επειδή οι συντάκτες του Ζβεσντά γνωρίζουν καλά τη φυσιογνωμία του Ζόσενκο και την ανάξια συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του πολέμου».
Ο Ζόσενκο αποβλήθηκε από την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων και στερήθηκε τα προς το ζην, πεθαίνοντας αγνοημένος το 1958. Η αληθινή αιτία της εναντίον του επίθεσης θα βρεθεί στην κριτική που ασκεί στο διήγημα στην έλλειψη ανοχής στη διαφορετικότητα. Η εικόνα της καταδίωξης του πιθήκου από τον μανιασμένο όχλο έθιγε το γραφειοκρατικό αυταρχισμό των Ζντάνοφ, που δεν μπορούσε να μην αναγνωρίσουν σε αυτές τις σκηνές τον εαυτό τους.
Πηγή: περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», τόμ. 25, σελ. 52-58
Οι περιπέτειες ενός πιθήκου
Σε μια ορισμένη πόλη στα νότια υπήρχε ένας ζωολογικός κήπος. Ένας μάλλον μικρός ζωολογικός κήπος, ο οποίος περιείχε μια τίγρη, δύο κροκόδειλους, τρία φίδια, μια ζέβρα, μια στρουθοκάμηλο και έναν πίθηκο, γνωστό ως «Ομπ» για συντομία. Και, φυσικά, διάφορα μικρά πουλιά, ψάρια, βάτραχους και άλλα ελαφρά μέλη του ζωικού βασιλείου.
Στην αρχή του πολέμου, όταν οι φασίστες βομβάρδισαν αυτή την πόλη, μια βόμβα έπεσε ίσια πάνω στο ζωολογικό κήπο. Και εκεί έσκασε, με μια τεράστια, εκκωφαντική έκρηξη. Προς μεγάλη έκπληξη όλων των ζώων.
Τα τρία φίδια σκοτώθηκαν – όλα με τη μία, πράγμα που μπορεί να μη φαίνεται σαν μια τόσο μεγάλη απώλεια. Και, δυστυχώς, η στουρθοκάμηλος.
Τα άλλα ζώα δεν είχαν τραυματιστεί. Όπως λέμε, τη γλίτωσαν μόνο με μια τρομάρα.
Από όλα τα ζώα, ο Ομπ ο πίθηκος τρόμαξε περισσότερο. Το κλουβί του ανατράπηκε από την έκρηξη. Έπεσε από το ύψος του. Ο πλευρικός τοίχος έσπασε. Και ο πίθηκός μας έπεσε από το κλουβί σε ένα από τα μονοπάτια του ζωολογικού κήπου.
Έπεσε στο μονοπάτι, αλλά δεν παρέμεινε ακίνητος εκεί σαν τους ανθρώπους, που είχαν εξοικειωθεί με τις συνθήκες του πολέμου. Ακριβώς το αντίθετο. Αναρριχήθηκε σε ένα δέντρο αμέσως. Από εκεί πήδηξε σε ένα φράχτη. Από το φράχτη στο δρόμο. Και το έβαλε στα πόδια σαν τρελός.
Έτρεχε και πιθανά να σκεφτόταν, Φτου, δεν θα τη βγάλω καθαρή με τις βόμβες τους εδώ. Και αυτό σήμαινε ότι έτρεχε στους δρόμους της πόλης όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Διέσχισε τρέχοντας όλη την πόλη. Βγήκε στην εθνική οδό. Και έτρεξε κατά μήκος της κατευθείαν έξω από την πόλη. Λοιπόν, ήταν ένας πίθηκος. Δεν ήταν άνθρωπος. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Δεν έβλεπε κανένα νόημα να μένεις σε αυτή την πόλη.
Έτρεχε και έτρεχε ώσπου κουράστηκε. Εξαντλήθηκε. Αναρριχήθηκε σε ένα δέντρο. Έφαγε μια μύγα για να δυναμώσει. Επίσης, μερικά σκουλήκια. Και κοιμήθηκε στο κλαδί, ακριβώς εκεί που καθόταν.
Πάνω στην ώρα, ένα στρατιωτικό όχημα περνούσε από το δρόμο. Ο οδηγός είδε τον πίθηκο στο δέντρο. Έμεινε έκπληκτος. Πολύ απαλά τον πλησίασε. Πέρασε το παλτό του πάνω του. Και τον έβαλε στο αυτοκίνητό του. Σκέφτηκε, καλύτερα να τον δώσω σε κάποιον που γνωρίζω. Γιατί να πεθάνει εδώ από πείνα, κρύο και άλλες στερήσεις; Και έτσι αποχώρησε με τον πίθηκο.
Ήρθε στην πόλη Μπορίσοφ. Ανέλαβε τα επίσημα καθήκοντά του. Και άφησε τον Ομπ στο αυτοκίνητό του. Του είπε: «Περίμενε εδώ, φιλαράκι. Επιστρέφω αμέσως».
Αλλά ο Ομπ μας δεν περίμενε. Βγήκε από το αυτοκίνητο μέσα από ένα σπασμένο παράθυρο και πήρε σβάρνα τους δρόμους.
Και τώρα πορεύεται στο δρόμο σαν πρίγκιπας, σκαρφαλώνοντας, κάνοντας μια βόλτα με την ουρά του στον αέρα. Οι άνθρωποι, φυσικά, εκπλήσσονται και θέλουν να τον πιάσουν. Αλλά η σύλληψή του δεν είναι τόσο εύκολη. Είναι ζωντανός και ευκίνητος και τρέχει γρήγορα στα τέσσερα χέρια του. Έτσι δεν τον έπιασαν, αλλά μόνο τον κούρασαν με τη μάταιη τρεχάλα.
Ήταν πεθαμένος στην κούραση και, φυσικά, πείνασε.
Αλλά πού θα μπορούσε να βρει κάτι να φάει στην πόλη; Δεν υπήρχε τίποτα φαγώσιμο στους δρόμους. Και με την ουρά του, δεν μπορούσε να πάει σε ένα εστιατόριο. Ή ένα συνεταιριστικό παντοπωλείο. Και εκτός αυτού, δεν είχε χρήματα. Ούτε έκπτωση. Ούτε δελτίο τροφίμων. Ήταν ένας εφιάλτης.
Πήγε στο συνεταιρισμό ούτως ή άλλως. Ένιωσε ότι είχαν κάτι τις εκεί μέσα. Και εκεί έδιναν λαχανικά στον πληθυσμό: καρότα, γογγύλια και αγγούρια.
Όρμησε στο κατάστημα. Και είδε μια μακριά ουρά. Όχι, δεν θα στεκόταν στην ουρά. Αλλά δεν άρχισε να σπρώχνει ανθρώπους για να φτάσει στο ταμείο. Έτρεξε στην πωλήτρια δεξιά περνώντας πάνω από τα κεφάλια των πελατών. Και πήδηξε στον πάγκο. Δεν ρώτησε πόσο κοστίζει ένα κιλό καρότα. Και μετά, όπως λέμε, έγινε καπνός. Έτρεξε έξω από το κατάστημα, ευχαριστημένος με την αγορά του. Κατόπιν όλων, ήταν ένας πίθηκος. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Δεν έβλεπε κανένα νόημα στο να μένεις χωρίς προμήθειες.
Φυσικά, στο κατάστημα προέκυψε σφοδρή αναστάτωση, σούσουρο, αναταραχή. Το πλήθος άρχισε να φωνάζει. Η πωλήτρια, η οποία ζύγιζε μερικά γογγύλια, σχεδόν λιποθύμησε από το σοκ. Και είναι αλήθεια ότι πραγματικά μπορείς να φοβηθείς αν, αντί για ένα κανονικό, συνηθισμένο πελάτη, κάτι τις το γούνινο και με ουρά μπουκάρει μέσα. Και, το χειρότερο όλων, δεν σε πληρώνει.
Το πλήθος όρμησε στο δρόμο πίσω από τον πίθηκο. Και έτρεχε και αυτός μαζί, μασώντας το καρότο του για πρωινό. Δεν ήξερε τι συνέβαινε.
Μερικά αγόρια έτρεχαν μπροστά από όλους. Μετά από αυτούς ήρθαν οι μεγάλοι. Ένας στρατιώτης έτρεχε πίσω τους, φυσώντας τη σφυρίχτρα του.
Ξαφνικά ένα σκυλί χίμηξε από κάπου. Και έτρεχε και αυτό πίσω από τον Ομπ μας. Δεν γαύγιζε μόνο σαν τρελό, αλλά όρμησε κατευθείαν για να αρπάξει τον πίθηκο στα δόντια του.
Ο Ομπ μας έτρεχε πιο γρήγορα. Έτρεχε και ίσως σκεφτόταν, Μπιαχ, δεν έπρεπε ποτέ να είχα αφήσει το ζωολογικό κήπο. Θα μπορούσα να αναπνεύσω ευκολότερα στο κλουβί μου. Σίγουρα θα επιστρέψω στο ζωολογικό κήπο σε πρώτη ευκαιρία.
Και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά ο σκύλος δεν έμενε πίσω και ήταν μια ανάσα μακριά να τον πιάσει.
Μετά, ο πίθηκός μας πήδηξε κάποιο είδος φράχτη. Και όταν ο σκύλος ανέβηκε για να πιάσει τον πίθηκο, από το πόδι, αν μη τι άλλο, ο πίθηκος χτύπησε το σκύλο στη μύτη με το καρότο με όλη του τη δύναμη. Και χτύπησε τόσο σκληρά ώστε ο σκύλος έσκουξε και έτρεξε στο σπίτι με τραυματισμένη τη μύτη του. Σκέφτηκε ίσως, Όχι πολίτες, θα ήθελα να μένω ήσυχα σπίτι αντί να πιάνω πιθήκους για σας και να υποβάλλομαι σε τέτοια δυσάρεστη κατάσταση.
Με λίγα λόγια, ο σκύλος το έσκασε και ο πίθηκός μας πήδηξε σε μια πίσω αυλή.
Και στην αυλή εκείνη τη στιγμή, ένα έφηβο αγόρι, που ονομαζόταν Αλιόσα Ποπόφ, έκοβε καυσόξυλα.
Έτσι έκοβε τα καυσόξυλα και ξαφνικά είδε ένα πίθηκο. Αγαπούσε πολύ τους πιθήκους. Όλη τη ζωή του ονειρευόταν να έχει έναν τέτοιο πίθηκο για τον εαυτό του. Και ξαφνικά – να ένας πίθηκος, σας παρακαλώ!
Ο Αλιόσα έβγαλε τη ζακέτα του και την έριξε πάνω στον Ομπ, ο οποίος είχε κάτσει σε μια γωνιά στα σκαλοπάτια.
Το αγόρι τον έφερε σπίτι. Του έδωσε φαγητό. Του έδωσε να πιει. Και ο πίθηκος ήταν πολύ ευχαριστημένος. Αλλά όχι εντελώς. Επειδή η γιαγιά του Αλιόσα αμέσως τον αντιπάθησε. Εκείνη φώναξε στον Ομπ και ακόμη ήθελε να τον χαστουκίσει στα πόδια του. Όλα επειδή, την ώρα που έπιναν τσάι και η γιαγιά έβαζε ένα κομμάτι γλυκό στο πιατάκι της, ο πίθηκος είχε αρπάξει το γλυκό της γιαγιάς και το χλαπάκιασε. Λοιπόν, ήταν μόνο ένας πίθηκος. Δεν ήταν άνθρωπος. Ένας άνθρωπος, αν έπαιρνε κάτι, δεν θα το έκανε κάτω από τη μύτη της γιαγιάς. Αλλά ο πίθηκος το έκανε στην παρουσία της γιαγιάς. Και, βέβαια, σχεδόν την έκανε να κλάψει.
Η γιαγιά είπε: «Γενικά, είναι πραγματικά πολύ δυσάρεστο όταν κάποιος μακάκος με ουρά ζει στο διαμέρισμά σας. Θα με τρομάζει συνεχώς με την απάνθρωπη εμφάνισή του. Θα πηδά πάνω μου στο σκοτάδι. Έφαγε το γλυκό μου. Όχι, αρνούμαι κατηγορηματικά να ζήσω στο ίδιο διαμέρισμα με ένα πίθηκο. Ένας από μας θα πρέπει να ζήσει στο ζωολογικό κήπο. Πρέπει πραγματικά να είμαι αυτή που θα μετακομίσει στο ζωολογικό κήπο; Όχι, θα ήταν καλύτερα αυτός να ζήσει εκεί. Και θα συνεχίσω να ζω στο διαμέρισμά μου».
Ο Αλιόσα είπε στη γιαγιά του: «Όχι, γιαγιά, δεν χρειάζεται να μετακομίσεις στο ζωολογικό κήπο. Σου εγγυώμαι ότι ο Ομπ δεν θα τρώει τίποτα δικό σου πια. Θα τον εκπαιδεύσω σαν άνθρωπο. Θα τον διδάξω να τρώει με κουτάλι. Και να πίνει τσάι από ποτήρι. Όσον για τα πηδήματά του, δεν μπορώ να του απαγορεύσω να σκαρφαλώνει στη λάμπα που κρέμεται από την οροφή. Από εκεί, φυσικά, μπορεί να πηδήξει στο κεφάλι σου. Αλλά το σημαντικό είναι να μη φοβάσαι όταν συμβεί αυτό. Επειδή είναι μόνο ένας αβλαβής πίθηκος που συνήθισε να πηδάει και να πηδάει στην Αφρική».
Την επομένη ο Αλιόσα πήγε στο σχολείο. Και ζήτησε από τη γιαγιά του να προσέχει τον πίθηκο. Αλλά η γιαγιά δεν είχε καμία πρόθεση να τον προσέξει. Σκέφτηκε: Αυτό είναι το μόνο που μου έλειπε, να φροντίζω τα κάθε λογής τέρατα. Και με αυτές τις σκέψεις η γιαγιά αποκοιμήθηκε σκόπιμα στην πολυθρόνα της.
Μετά ο πίθηκός μας το έσκασε στο δρόμο μέσα από έναν ανοιχτό αεριστήρα στο παράθυρο. Και ξεκίνησε για μια βόλτα στο ηλιόλουστο μέρος. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ήθελε να πάρει αέρα ή αν είχε αποφασίσει να σταματήσει στο κατάστημα ξανά για να πάρει κάτι για τον εαυτό του. Όχι για χρήματα, αλλά βερεσέ.
Τώρα, εκείνη την ώρα ένας γέρος περπατούσε στο δρόμο. Ο συνταξιούχος στρατιώτης Γκάβριλιτς. Πήγαινε στα δημόσια λουτρά. Και κουβάλαγε στα χέρια του ένα μικρό καλάθι, το οποίο περιείχε σαπούνι και καθαρά εσώρουχα.
Είδε τον πίθηκο και αρχικά δεν πίστευε στα μάτια του ότι ήταν πίθηκος. Νόμιζε ότι έβλεπε πράγματα, αφού είχε μόλις κοπανίσει μια μπύρα.
Κοίταξε τον πίθηκο με έκπληξη. Και ο πίθηκος τον κοίταξε. Ίσως σκέφτηκε, τι είδους σκιάχτρο είναι αυτό με το καλάθι;
Ο Γκάβριλιτς τελικά συνειδητοποίησε ότι ήταν πραγματικός πίθηκος και όχι φανταστικός. Τότε σκέφτηκε: Γιατί να μην τον πιάσω; Θα τον πάρω αύριο στην αγορά και θα τον πουλήσω για εκατό ρούβλια. Και με αυτά τα χρήματα θα πίνω δέκα κούπες μπύρα στη σειρά.
Με αυτές τις σκέψεις, άρχισε να προσπαθεί να πιάσει τον πίθηκο, λέγοντας πειστικά: «Εδώ, ψιτ, ψιτ, ψιτ, έλα εδώ».
Λοιπόν, ήξερε ότι ο Ομπ δεν ήταν γάτα, αλλά δεν ήξερε σε ποια γλώσσα να του μιλήσει. Και μόνο αργότερα συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν το υψηλότερο μέλος του ζωικού βασιλείου. Στη συνέχεια έβγαλε ένα κομμάτι ζάχαρη από την τσέπη του, το έδειξε στον πίθηκο και του είπε, σκύβοντας: «Καλέ μου πίθηκε, θα ήθελες να πάρεις ένα κομματάκι ζάχαρη;»
Ο Ομπ απάντησε: «Ευχαριστώ». Δηλαδή, πραγματικά, δεν είπε τίποτα, γιατί δεν ήξερε να μιλά. Αλλά ήρθε, άρπαξε το κομμάτι ζάχαρη και άρχισε να το τρώει.
Ο Γκάβριλιτς τον πήρε και τον έβαλε στο καλάθι του. Στο καλάθι ήταν ζεστά και άνετα. Ο Ομπ μας δεν προσπάθησε να ξεφύγει. Ίσως σκέφτηκε, θα αφήσω αυτό τον παλιόγερο να με μεταφέρει στο καλάθι του για λίγο. Είναι ενδιαφέρον.
Αρχικά ο Γκάβριλιτς σκέφτηκε να τον πάει σπίτι. Αλλά μετά δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι, και πήγε στα δημόσια λουτρά με τον πίθηκο. Σκέφτηκε, θα είναι ακόμα καλύτερα αν τον πάρω στα λουτρά. Θα τον πλύνω εκεί. Θα είναι καθαρός και ωραίος. Θα δέσω μια κορδέλα γύρω από το λαιμό του. Και θα μου δώσουν περισσότερα για να τον αγοράσουν.
Έτσι ήρθε στα λουτρά με τον πίθηκό του και άρχισε να τον μπανιάρει.
Ήταν πολύ ζεστά και υγρά στο λουτρά – όπως και στην Αφρική. Ο πίθηκός μας ευχαριστήθηκε πολύ με αυτή τη ζεστή ατμόσφαιρα. Αλλά όχι εντελώς. Επειδή ο Γκάβριλιτς τον πέρασε με σαπουνάδα και μερικό σαπούνι μπήκε στο στόμα του. Φυσικά, δεν έχει καλή γεύση, αλλά δεν είναι αρκετά κακό για να σε κάνει να κλάψεις, να τσιτώσεις και να αρνηθείς να πλυθείς. Εν πάση περιπτώσει, ο πίθηκός μας προσπάθησε να το φτύσει, αλλά μετά η σαπουνάδα μπήκε στα μάτια του. Αυτό έκανε τον Ομπ έξαλλο. Δάγκωσε το δάχτυλο του Γκάβριλιτς, του ξέφυγε και έγινε καπνός.
‘Ορμησε στο δωμάτιο όπου γδύνονταν οι άνθρωποι. Και εκεί τρόμαξε τους πάντες. Γιατί, κανείς δεν ήξερε ότι ήταν ένας πίθηκος. Είδαν κάτι στρογγυλό, λευκό, και καλυμμένο με σαπούνια. Αρχικά πήδηξε σε ένα καναπέ. Μετά πάνω στη σόμπα. Από τη σόμπα σε ένα κουτί, από το κουτί στη γενειάδα κάποιου. Και πάλι πίσω στη σόμπα.
Ορισμένοι νευρικοί επισκέπτες άρχισαν να ουρλιάζουν και άρχισαν να τρέχουν έξω από τα λουτρά. Ο πίθηκός μας έτρεξε επίσης. Και κατέβηκε τα σκαλιά.
Τώρα κάτω υπήρχε ένα περίπτερο ταμείο με ένα μικρό παράθυρο. Ο πίθηκος πήδηξε μέσα από εκείνο το μικρό παράθυρο, νομίζοντας ότι θα ήταν πιο ήσυχα εκεί και, το πιο σημαντικό, δεν θα υπήρχε τέτοια φασαρία. Αλλά στο περίπτερο εκεί καθόταν μια χοντρομπαλού ταμίας, που αναπήδησε και άρχισε να κλαίει. Και χίμηξε έξω από το περίπτερό της φωνάζοντας: «Βοήθεια! Νομίζω ότι μια βόμβα έχει πέσει στο περίπτερό μου! Δώστε μου ένα ηρεμιστικό!»
Ο Ομπ μας είχε κουραστεί από όλες αυτές τις κραυγές. Πήδηξε έξω από το περίπτερο και έτρεξε στο δρόμο.
Εκεί ήταν, τρέχοντας στο δρόμο, βρεγμένος, καλυμμένος με σαπουνάδες, και πάλι οι άνθρωποι έτρεχαν πίσω του. Τα αγόρια μπροστά. Πίσω τους οι ενήλικες. Πίσω από τους ενήλικες ένας στρατιώτης. Και πίσω από το στρατιώτη ο γέρο Γκάβριλιτς με τα ρούχα παραμάσχαλα και τις μπότες του κρεμασμένες στη ζώνη του.
Σε αυτό το σημείο ένα σκυλί πάλι πήδηξε από κάπου, το ίδιο σκυλί που είχε κυνηγήσει τον πίθηκο την προηγούμενη μέρα.
Βλέποντάς το, ο πίθηκός μας σκέφτηκε: Λοιπόν, πολίτες, τώρα την έβαψα.
Αλλά αυτή τη φορά ο σκύλος δεν τον κυνήγησε. Ο σκύλος κοίταξε μόνο τον πίθηκο που έτρεχε, ένιωσε ένα έντονο πόνο στη μύτη του και δεν άρχισε να τρέχει. Απομακρύνθηκε. Πρέπει να σκέφτηκε: Αν τρέχεις πίσω από πιθήκους δεν θα σου μείνει καμία μύτη για τα γηρατειά σου. Αλλά αν και απομακρυνόταν, έβγαλε ένα θυμωμένο γάβγισμα, σαν να έλεγε: Τρέξε αν θες, αλλά να θυμάσαι ότι είμαι εδώ.
Αυτή τη στιγμή το αγόρι μας, ο Αλιόσα Ποπόφ, γύρισε από το σχολείο και δεν βρήκε τον αγαπημένο του πίθηκο. Αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τα μάτια του γέμισαν ακόμη και με δάκρυα. Σκέφτηκε ότι τώρα δεν θα δει ποτέ ξανά τον υπέροχο, αγαπημένο του πίθηκο.
Και έτσι, από τη θλίψη και τη μοναξιά, βγήκε στο δρόμο. Περπατούσε κατά μήκος του δρόμου κοιτάζοντας πολύ μελαγχολικά. Ξαφνικά είδε τους ανθρώπους να τρέχουν. Όχι, στην αρχή δεν πίστευε ότι έτρεχαν πίσω από τον πίθηκό του. Νόμιζε ότι τρέχουν εξαιτίας μιας αεροπορικής επίθεσης. Αλλά στη συνέχεια είδε το μικρό πίθηκό του – βρεγμένο και καλυμμένο με σαπούνι. Έτρεξε προς αυτόν. Τον πήρε στην αγκαλιά του. Και τον αγκάλιασε κοντά του έτσι που να μην αφήσει κανέναν άλλο να τον πάρει.
Όλοι οι άνθρωποι σταμάτησαν να τρέχουν και περικύκλωσαν το αγόρι.
Αλλά τότε ο γέρο Γκάβριλιτς βγήκε από το πλήθος. Δείχνοντας σε όλους το δαγκωμένο του δάκτυλο, είπε: «Πολίτες, μην αφήνετε αυτό το νεαρό αλητήριο να πάρει τον πίθηκό μου, τον οποίο θέλω να πουλήσω στην αγορά αύριο. Είναι ο δικός μου πίθηκος, που με δάγκωσε στο δάχτυλο. Κοιτάξτε αυτό το πρησμένο δάκτυλό μου. Αποδεικνύει ότι λέω, την αλήθεια».
Το αγόρι, ο Αλιόσα Ποπόφ, είπε, «Όχι, αυτός δεν είναι ο πίθηκός του, είναι ο πίθηκός μου. Κοιτάξτε πόσο πρόθυμα με άφησε να τον πιάσω. Αυτό αποδεικνύει ότι λέω την αλήθεια».
Τώρα ένας άλλος άνθρωπος βγήκε από το πλήθος – ο οδηγός που είχε φέρει τον πίθηκο εδώ με το αυτοκίνητό του. Είπε, «Δεν είναι ο δικός σου πίθηκος, ούτε ο δικός σου. Είναι ο πίθηκός μου, γιατί τον έφερα εδώ. Αλλά τώρα επιστρέφω στον τόπο μου και γι’ αυτό δίνω τον πίθηκο στον άνθρωπο που τον κρατά με αγάπη στην αγκαλιά του και όχι στον σκληρό άνθρωπο που θέλει να τον πουλήσει στην αγορά για ποτό. Ο πίθηκος ανήκει στο αγόρι».
Όλος ο κόσμος χειροκρότησε. Και ο Αλιόσα Ποπόφ, ακτινοβολώντας με ευτυχία, αγκάλιασε τον πίθηκο ακόμη πιο σφιχτά. Και θριαμβευτικά τον έφερε σπίτι.
Ο Γκάβριλιτς επέστρεψε στα λουτρά με το δαγκωμένο δάχτυλό του για να τελειώσει το μπάνιο του.
Και από τότε ο πίθηκος ζούσε με το αγόρι, τον Αλιόσα Ποπόφ. Εξακολουθεί να ζει μαζί του σήμερα. Πρόσφατα πήγα ένα ταξίδι για να δω την πόλη του Μπορίσοφ. Σκόπιμα σταμάτησα στου Αλιόσα για να δω πώς τα πήγαινε ο Ομπ. Ω, τα πάει καλά! Δεν τρέχει οπουδήποτε. Έχει γίνει πολύ υπάκουος. Σκουπίζει τη μύτη του με μαντήλι. Και δεν αρπάζει το γλυκό των άλλων. Έτσι, η γιαγιά είναι πολύ ευχαριστημένη τώρα, δεν του θυμώνει και δεν επιθυμεί πλέον να μετακομίσει στο ζωολογικό κήπο.
Όταν πήγα στο δωμάτιο του Αλιόσα, ο πίθηκος καθόταν στο τραπέζι. Καθόταν εκεί, μοιάζοντας πολύ σημαντικός, σαν ταμίας σε κινηματογράφο. Και έτρωγε δημητριακά ρυζιού με ένα κουταλάκι του γλυκού.
Ο Αλιόσα μου είπε: «Τον έχω αναθρέψει σαν άνθρωπο και τώρα δίνει ένα καλό παράδειγμα για όλα τα παιδιά και ακόμη και για μερικούς μεγάλους».


+ There are no comments
Add yours