(Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, Η άνοδος και η πτώση των εργατικών Διεθνών)
του Χρήστου Λάσκου στο περιοδικό Θέσεις
Έχει, άραγε, νόημα – εκτός του ιστοριογραφικού – να ασχολούμαστε σήμε-
ρα με γεγονότα, τα οποία έχουν κλείσει τον κύκλο τους εδώ και 80 σχε-
δόν χρόνια; Όταν ετελεύτησε τον βίο της, δηλαδή, στο μέσον μάλιστα, του
Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η σκιά της 3ης Διεθνούς.
Έχει σημασία ο χρόνος: η τελευταία εργατική Διεθνής αυτοκαταργήθηκε,
ακριβώς τη στιγμή για την οποία είχε δημιουργηθεί. Τη στιγμή της μέγιστης
κρίσης του καπιταλισμού, όταν η υπέρβασή του θα έπρεπε να είναι, όσο
ποτέ, στην ημερήσια διάταξη.
Είναι πολύς καιρός, λοιπόν, που δεν έχουμε κάποια Διεθνή οργάνωση της
εργατικής τάξης και των πολιτικών της φορέων. Ένα, επιπλέον, παράδοξο
είναι ότι αυτό συμβαίνει, ενώ ο καπιταλισμός είναι περισσότερο διεθνοποιη-
μένος από ποτέ.
Παρ’ όλα αυτά, ακόμα κι αν το αίτημα για μια νέα Διεθνή είναι έντονο
και επίμονο, έχουμε να μάθουμε κάτι από εμπειρίες τόσο παλιές; Είχαν,
αλήθεια, κάτι να μάθουν οι κομμουνιστές του 19ου ή του 20ού αιώνα από τις
αρχαίες ή τις μεσαιωνικές εξεγέρσεις; Για να έρθουμε πιο κοντά στον χρόνο,
δεν ήταν οι Λουδίτες κάτι παρωχημένο λίγες δεκαετίες μετά από τις εξεγέρ-
σεις τους; Είχαν οι επαναστάτες των απαρχών του καπιταλισμού να μάθουν
πολιτικά τίποτε από τους «ουτοπικούς» σοσιαλιστές; Διδάσκει, γενικότερα,
κάτι η ιστορία; Ή ισχύει το τετριμμένο πως το μόνο που διδασκόμαστε από τη
ιστορία είναι πως δεν έχει να μας διδάξει τίποτα;
Ο Τάκης Μαστρογιαννόπουλος μας δίνει μια έμπρακτη απάντηση. Μας
προσφέρει ένα τετράτομο έργο, η μελέτη των οποίου πείθει, νομίζω, και τον
πιο αντιρρησία ότι αξίζει τον κόπο. Η έκτασή του, στο σύνολο, – 2700 σελί-
δες, μεγάλου σχήματος, αν ήταν στο κανονικό σχήμα θα έπιανε πάνω από
6000! – δεν θα πρέπει να είναι αποτρεπτική για τον αριστερό αναγνώστη.
Μπορεί, άλλωστε, κάλλιστα, να αξιοποιηθεί ως εγκυκλοπαίδεια του κινήμα-
τος, στην οποία κάποιος θα έχει τη δυνατότητα να προσφεύγει κάθε φορά
που ενδιαφέρεται για μια ορισμένη περίπτωση, εποχή, συμβάν, μεγαλύτε-
ρης ή μικρότερης βαρύτητας.
- Οι απαρχές – Η Διεθνής Ένωση Εργατών.
Α΄ κύκλος: Από τους Προδρόμους στην 1η Διεθνή,
εκδ. Τόπος, σελ. 650 (2013)
Ο Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, ενεργός και μαχητικός άνθρωπος της Αρι-
στεράς, γνωστός και μη εξαιρετέος, ανήκει σε εκείνη την, απελπιστικά μειο-
ψηφική πια, κατηγορία, που δεν αρκείται στο «να κάνει πολιτική», αλλά το
«ψάχνει» περισσότερο. Και, κυρίως, το ψάχνει μέσω του μη-βασιλικού δρό-
μου. Μοχθώντας, δηλαδή, να καταλάβει τα όσα μας συμβαίνουν μέσω της
έρευνας πάνω στα αίτια της εξέλιξης του εργατικού κινήματος. Αντλώντας
όχι από τα «άμεσα δεδομένα», αλλά από την επεξεργασμένη εμπειρία μιας
ιστορίας δύο αιώνων σχεδόν. Μιας ιστορίας ανόδου και πτώσεων.
Ο Μαστρογιαννόπουλος δεν γράφει γενικώς μια ιστορία του εργατικού ή
των εργατικών κινημάτων, ούτε μια ιστορία των πολιτικών οργανισμών που
συνδέθηκαν με τους αγώνες της εργατικής τάξης για τη χειραφέτησή της
στην πορεία των χρόνων. Η φιλοδοξία του είναι να μας δώσει την ιστορία του
εργατικού κινήματος ως παγκόσμιου κοινωνικοπολιτικού δρώντα, μέσα από
την οπτική της παγκοσμιότητας, θεωρώντας ως καταστατική τη διεθνιστική
διάσταση της υπόστασής του. Ο διεθνισμός, υπό αυτήν την οπτική, δεν απο-
τελεί προσθήκη σε μια ουσία, που θα μπορούσε να υφίσταται και άνευ αυ-
τού. Ο διεθνισμός είναι το εκ των ων ουκ άνευ συστατικό.
Το κίνημα της εργατικής και ανθρώπινης χειραφέτησης ή είναι διεθνιστι-
κό ή δεν είναι τίποτε.
Ο συγγραφέας, λοιπόν, επιλέγει να γράψει την ιστορία των Διεθνών,
προσυπογράφοντας τη διατύπωση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου πως το
έργο των επαναστατών – των κομμουνιστών – είναι να προτάσσουν όσα είναι
κοινά στους αγώνες και τις επιδιώξεις των εργαζομένων ανεξάρτητα από τό-
πους και έθνη. Παίρνοντας στα σοβαρά, δηλαδή, την ιδρυτική πεποίθηση
της επαναστατικής παράδοσης, τόσο στη μαρξιστική όσο και στην αναρχική
της εκδοχή, πως «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα».
Πριν από περίπου μια δεκαετία, ο Αλαίν Μπαντιού, στην Κομμουνιστική
Υπόθεσή του, ισχυρίστηκε πως το επαναστατικό κίνημα βρίσκεται σήμερα,
μετά από 150 χρόνια αγώνων, κατακτήσεων, αλλά και συντριπτικών ηττών,
και πάλι στο σημείο της εκκίνησής του. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με
τον Μπαντιού, το καθήκον όσων θεωρούν πως ο καπιταλισμός αποτελεί ύβρι
για την ανθρωπότητα και τη φύση, συνθήκη που, αν δεν ανατραπεί, είναι
πολύ πιθανή ακόμη και η ολοσχερής καταστροφή μας, συνίσταται στο να
αναλάβουν την επανίδρυση της «Υπόθεσης», την επαναδημιουργία, πάει να
πει, ενός είδους Πρώτης Διεθνούς. Θέλοντας, νομίζω, μεταξύ των άλλων, να
τονίσει, με τον εμφατικότερο τρόπο, πως το καθήκον των κομμουνιστών σή-
μερα, όπως και τότε, είναι κατεξοχήν διεθνιστικό – η «επιστροφή στις απαρ-
χές». Από αυτήν την άποψη και κυρίως, υπογραμμίζει πόσο εκείνη η πρώτη
International Workingmen’s Association, ήταν η πιο… Διεθνής από όλες.
Και γι’ αυτό, ίσως, το κατεξοχήν πρότυπο για μια τωρινή επανεκκίνηση.
Δεν ξέρω κατά πόσο ο Μαστρογιαννόπουλος μοιράζεται αυτήν την άποψη
του Μπαντιού. Θεωρώ βέβαιο, όμως, πως η απόφασή του να γράψει την
ιστορία των Διεθνών, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επικοινωνεί τουλάχιστον
με την εκτίμηση πως το διεθνές, για τον κομμουνισμό, είναι το μόνο ρεαλι-
στικό πεδίο υλοποίησης.
Θεωρώ, δηλαδή ξέρω, πως το κίνητρό του δεν είναι ιστοριοδιφικό, αλλά
κατεξοχήν πολιτικό: αφορμάται από τον προβληματισμό πάνω στα σημερινά
καθήκοντα. Αυτόν τον προβληματισμό υπηρετεί μέσα από τον ενδελεχή απο-
λογισμό των πεπραγμένων του κινήματος, παρακολουθώντας καταλεπτώς
«την άνοδο και την πτώση» των εργατικών Διεθνών. Και το κάνει καλά και
παραγωγικά.
Ο πρώτος τόμος αρθρώνεται γύρω από τα δύο μεγάλα προλεταριακά συμ-
βάντα του 19ου αιώνα, τις επαναστάσεις του 1848 και την Παρισινή Κομμούνα
του 1871.
Το 1848, η «Άνοιξη των Λαών» σήμανε την πρώτη εμφάνιση της εργατικής
τάξης στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Μια επανάσταση, που, με
τον ένα ή τον άλλο τρόπο, άγγιξε το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών, διαμορ-
φώνοντας για πρώτη φορά μια συνθήκη, μετά την οποία οι επικίνδυνες τά-
ξεις συνιστούσαν πλέον βάσιμη απειλή για την αστική τάξη, αλλά και για την
γαιοκτητική, ως επί το πλείστον, αριστοκρατία, που, ακόμη και στις πιο ανε-
πτυγμένες επικράτειες, αποτελούσε την ιθύνουσα τάξη, την τάξη «που κυ-
βερνούσε». Η εμφάνιση στο προσκήνιο της εργατικής τάξης καθόρισε συνο-
λικά τις πολιτικές εξελίξεις και «στην άλλη πλευρά». Οι τάξεις φορείς του
κτητικού ατομικισμού, παίρνοντας τα μέτρα τους, κινήθηκαν με τρόπους
που δεν ήταν πάντοτε οι περισσότερο αναμενόμενοι – ακόμα και από τους
πιο σημαντικούς θεωρητικούς του κομμουνισμού της εποχής.
Η ανάλυση του Μαστρογιαννόπουλου, στη λεπτομέρειά της, εξηγεί γιατί
οι αστοί – και γενικώς οι κυρίαρχοι – τρόμαξαν πολύ.
Οι επαναστάσεις – όλες οι επαναστάσεις – γίνονται πάντοτε από τις κατώ-
τερες τάξεις. Το γεγονός πως η Αγγλική ή η Γαλλική Επανάσταση έχουν κατα-
χωριστεί ως «αστικές», βάσει των κοινωνικών μετασχηματισμών που προκά-
λεσαν, δεν σημαίνει πως ήταν οι «αστοί», που τις έκαναν. Το πιθανότερο εί-
ναι ότι οι καπιταλιστές της εποχής ήταν έτοιμοι να πουλήσουν τα αναγκαία
όπλα και εφόδια στους βασιλικούς στρατούς, που, κατά τα άλλα, ήταν οι
κοινωνικοί τους «αντίπαλοι». Χωρίς τους Ισοπεδωτές, τους Σκαφτιάδες και
τον λαϊκό Πρότυπο Στρατό του Κρόμγουελ καμιά επανάσταση δεν θα γινόταν
στην Αγγλία. Χωρίς την πληβειακή πλημμυρίδα στο Παρίσι, στη Λυών, στο
Μπορντό, στη Μασσαλία,…, η Γαλλική Επανάσταση ούτε καν θα ξεκινούσε
– ήταν οι πεινασμένες γυναίκες του Παρισιού που πρώτες κινήθηκαν εναντί-
ον των Βερσαλλιών.
Γι’ αυτό κιόλας οι αστοί τις απεχθάνονται. Ο Έντσο Τραβέρσο στην Επανά-
σταση (Εκδόσεις του 21ου, 2023) μας δίνει γλαφυρά στοιχεία. Ο Τοκβίλ μιλάει
για τους επαναστάτες εργάτες του 1848 σαν να είναι Βάνδαλοι, ακόμη καλύ-
τερα, σαν να είναι μπαμπουίνοι, άπλυτοι και μαύροι. Παραδέχεται πόση
ανακούφιση ένιωσε μετά την ασύλληπτη σφαγή, που ακολούθησε την τρομε-
ρή καταστολή, μια και βρέθηκε ξανά ανάμεσα στους ομοίους του. Πόσο «συ-
γκινήθηκε» (sic) όταν αναγνώρισε ανάμεσά τους «τους ιδιοκτήτες, δικηγό-
ρους, γιατρούς, γαιοκτήμονες, τους φίλους και τους γείτονές του».
Ο Θεόφιλος Γκοτιέ θα το κάνει … λογοτεχνικότερο: «Υπάρχουν σε όλες τις
μεγάλες πόλεις λάκκοι των λεόντων, σπήλαια ασφαλισμένα με χοντρά κά-
γκελα όπου τοποθετούνται τα άγρια θηρία, τα δύσοσμα ζώα, τα βλαβερά
κτήνη, όλες οι ανυπότακτες διαστροφές, […], όλα τα τέρατα στην καρδιά,
όλοι οι παραμορφωμένοι στην ψυχή – ρυπαρός πληθυσμός, […] που μερμη-
γκιάζει απαίσια στα βάθη των καταχθόνιων σκοταδιών. Κάποια μέρα, συμ-
βαίνει να ξεχάσει ο αφηρημένος θηριοφύλακας τα κλειδιά του στην πόρτα
του θηριοτροφείου, και τα αγρίμια ξεχύνονται στην τρομοκρατημένη πόλη
με άγρια ουρλιαχτά. Από τα ανοιχτά κλουβιά, ορμάνε οι ύαινες του ’93 και οι
γορίλες της Κομμούνας». Και οι χειρότερες είναι οι γυναίκες, «με ύφος στρί-
γκλας ή λάμιας», που μοιάζουν με τις «μουστακοφόρες και γενειοφόρες μά-
γισσες του Σαίξπηρ, αποτελώντας μια αποκρουστική ποικιλία Ερμαφρόδιτου
που συνδυάζει τις ασκήμιες και των δύο φύλων». Ακόμη και «[η] Ελευθερία
[που] οδηγεί το λαό», στον πασίγνωστο πίνακα του Ντελακρουά, όντας φα-
νερά μια λαϊκή γυναίκα, είναι αποκρουστική για τους ευυπόληπτους και ευ-
κατάστατους. Άλλωστε, έχει «τριχωτές μασχάλες»!
Οι πλούσιοι μισούν την επανάσταση, ακόμη κι αν τελικά τους ευνοεί. Ο
αναπόφευκτα πληβειακός χαρακτήρας της, παντού και πάντα, τους τρομο-
κρατεί. Αυτούς τους μέγιστους τρομοκράτες. Των οποίων η απάντηση είναι
πάντοτε πολλαπλάσια των όσων «υπέστησαν». Που για κάθε δικό τους άν-
θρωπο που σκοτώθηκε στην Κομμούνα εκτέλεσαν εκατό από τους «γορίλες
κομμουνάρους». Που η αιματηρή αντεκδίκησή τους έκανε την Τρομοκρατία
του 1793 ή του 1917 να μοιάζει παιδική χαρά.
Ο Μαστρογιαννόπουλος παρουσιάζει την ιστορία αυτής της ταξικής σύ-
γκρουσης – τους ανθρώπους, τις οργανώσεις, τα επεισόδια, κάποια από τα
οποία, ενώ φαίνονται ανάξια αναφοράς, επηρέασαν με καθοριστικό τρόπο
τα πράγματα. Επιμένει, κάποιες φορές, στο πόσο «καταδικασμένες» ενέρ-
γειες αποτελούν σημεία εξέλιξης χωρίς τα οποία όλα θα ήταν διαφορετικά. Η
ανάλυση της Παρισινής Κομμούνας είναι απολύτως ενδεικτική. Ο Μαρξ,
στην εκκίνησή της, θεωρούσε πως δεν είχε καμιά τύχη. Φυσικά και παρ’ όλα
αυτά, δεν ετίθετο ζήτημα σε σχέση με το εάν η Διεθνής θα την υποστήριζε –
προφανώς και το έκανε χωρίς αστερίσκους. Το εργατικό κίνημα πήρε από
αυτήν την a priori αδύνατο να επικρατήσει περιπέτεια το μεγαλύτερό του
μάθημα. Όντας, έστω και για μόλις 72 μέρες, η πρώτη στην ιστορία κυβέρνη-
ση της εργατικής τάξης, υπήρξε και μια ανεκτίμητη μηχανή σκέψης, ένα ση-
μείο αναφοράς στην αναζήτηση μιας αποτελεσματικής επαναστατικής στρα-
τηγικής χωρίς την οποία οι μετέπειτα – νικηφόρες ή ηττημένες – επαναστά-
σεις θα ήταν υποχρεωμένες να ανακαλύψουν αυτό, που, ήδη την άνοιξη του
1917, είχε αποκαλύψει καίριες πλευρές του. Πλευρές, που επανεμφανίστη-
καν, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αργότερα.
Το σημαντικότερο δε ήταν το γεγονός ότι απέδειξε πως η απελευθέρωση
της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης και κανενός
άλλου – ιδίως των αυτόκλητων «εκπροσώπων» της.
Ο συγγραφέας δίνει μια αναλυτική εικόνα των κοινωνικοϊστορικών και
πολιτικών συμφραζομένων. Πράγμα που κάνει πολύ διαυγέστερα τα όσα δι-
αμείφθηκαν στο εσωτερικό της 1ης Διεθνούς, αλλά και στις παρεμβάσεις της
στο πεδίο της διεθνούς ταξικής πάλης. Παρακολουθεί την ανταλλαγή επιχει-
ρημάτων, τα Συνέδρια, τις αποφάσεις και τις προτροπές του Γενικού Συμ-
βουλίου, την κίνηση των τοπικών τμημάτων, τις άγριες, κάποιες φορές, συ-
γκρούσεις, ακόμη και τα «πραξικοπήματα». Με όλο δε που οι «προτιμήσεις»
του είναι σαφείς, δίνει έντιμα το λόγο και στην άλλη πλευρά.
Η περιεκτική, για παράδειγμα, παρουσίαση της σύγκρουσης μεταξύ κομ-
μουνιστών και αναρχικών δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε τα επίδικα,
να προσανατολιστούμε σχετικά πριν αναζητήσουμε περισσότερο επικεντρω-
μένες μονογραφίες. Όποιος διαβάζει το σημείο αυτό κατανοεί τα ζητήματα
που έθεταν οι αναρχικοί – οι οποίοι, και έχει σημασία αυτό, αυτοαποκαλού-
νταν επαναστάτες σοσιαλιστές – και μπαίνει στη διαδικασία να σκεφτεί πόσο
αυτές οι προσεγγίσεις είναι, επίσης, ωφέλιμες για την πορεία του κινήμα-
τος. Ζητήματα που έθεσαν τότε οι αναρχικοί αποδείχτηκε ιστορικά ότι ήταν
καίρια, έστω κι αν η προσέγγισή τους σε άλλα έχει αποδειχτεί, νομίζω,
εσφαλμένη – όπως, π.χ., η επιμονή τους να αντιτάσσονται στον πολιτικό
αγώνα στο όνομα της αμεσότητας του κοινωνικού.
Άλλωστε, σε αντίθεση με όσα θα μπορούσε να αποκομίσει κάποιος από
την παρακολούθηση των δρόμων που πήρε το χειραφετητικό κίνημα μετά τις
πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο Μαρξ μοιραζόταν με τον Μπακούνιν τον
αντικρατισμό. Είναι χαρακτηριστική η ειρωνεία του, στην Κριτική του Προγράμ-
ματος της Γκότα απέναντι στη διατύπωση «Ελεύθερο Λαϊκό Κράτος». Το κρά-
τος δεν συνάδει με την ελευθερία, ένα πραγματικό «λαϊκό» κράτος δεν είναι
κράτος. Ένα κράτος ή είναι ταξικό ή δεν είναι κράτος.
Ο Μαστρογιαννόπουλος μπαίνει, ξανά και ξανά, σε αυτές τις διαμάχες
και επιλέγει να τις παρουσιάζει και να τις αναλύει γιατί έχει την πεποίθηση
πως «για μας μιλάει ο μύθος». Θεωρεί, δηλαδή, πως «εκείνα τα παλιά»
έχουν πολλά να μας πουν για τα τωρινά, τα δικά μας. - Μια επίτομη όσο και επίκαιρη
ιστορία της Β΄ Εργατικής Διεθνούς. Β΄ κύκλος: Η 2η Σοσιαλιστική Διεθνής,
εκδ. Τόπος, σελ. 764 (2019)
Στον δεύτερο τόμο, ο συγγραφέας, αφού παρουσιάσει με όλες τις άξιες λό-
γου λεπτομέρειες, τις ιδρυτικές διαδικασίες της Β΄ Διεθνούς τον Ιούλιο του
1889, που θα διακηρύξει στον κόσμο την ύπαρξή της από το Παρίσι της Κομ-
μούνας, κάνει μια εξαιρετική εξιστόρηση των εξελίξεων, όσο χρειάζεται ανα-
λυτική, αλλά και περιεκτική, σε όλες τις χώρες, όπου το εργατικό κίνημα δί-
νει τη μάχη του για να αλλάξει τον κόσμο: Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία,
Ισπανία, Βρετανία, Ιρλανδία, Αυστρία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ελβετία, Βέλ-
γιο, Ολλανδία, Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Ελλάδα, Οθωμανική Αυτοκρατο-
ρία, Βουλγαρία, Σερβία, Ρουμανία, ΗΠΑ, Μεξικό, Κούβα, Αργεντινή, Χιλή,
Ιαπωνία, Αυστραλία, Νότια Αφρική. Τριάντα ξεχωριστά κεφάλαια, που πα-
ρουσιάζουν την ιστορία του κινήματος μεταξύ 1889 και 1914 σε ένα πολύ με-
γάλο μέρος του κόσμου. Και ένα τελευταίο – το 31ο – ως ένα είδος συγκεφα-
λαίωσης μέσα από την αναλυτική εξιστόρηση των οκτώ Συνεδρίων της Β΄ Δι-
εθνούς, που ακολούθησαν το ιδρυτικό (Βρυξέλλες, Ζυρίχη, Λονδίνο, Παρίσι,
Άμστερνταμ, Στουτγάρδη, Κοπεγχάγη και Βασιλεία).
Το βιβλίο αποτελεί μια πραγματική εγκυκλοπαίδεια. Εκτίμηση, που ενι-
σχύεται ακόμη περισσότερο, αν προσθέσουμε πως – μέσω της ιστορίας των
κομμάτων της Β΄ Διεθνούς – μαθαίνουμε και πολύ σημαντικά στοιχεία της
ιστορίας των χωρών, όπου αυτά δραστηριοποιούνται, αλλά και πολλή διεθνή
ιστορία.
Είναι εγκυκλοπαίδεια, αλλά, κυρίως, ακολουθώντας τη φιλοδοξία του
συγγραφέα του, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Αναδεικνύοντας τα μείζονα –
και «αιώνια», εντέλει – ζητήματα του κινήματος και δείχνοντας πώς συζητή-
θηκαν και αντιμετωπίστηκαν σε εκείνο το καθοριστικό τέταρτο του αιώνα,
όταν τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο για τα
εργατικά κόμματα σχεδόν παντού, για να καταλήξουν στην απίστευτη και
σοκαριστική «σοσιαλπατριωτική» καταστροφή της ανθρωποσφαγής του
1914, μας δίνει τη δυνατότητα να σταθούμε πολύ περισσότερο πληροφορημέ-
νοι και υποψιασμένοι από τους αγωνιστές της εποχής εκείνης απέναντι στα
ίδια – ή και σε άλλα – ζητήματα.
Το βιβλίο είναι έτσι γραμμένο που μας βοηθάει να φανταστούμε τον εαυ-
τό μας σαν συμμετέχοντα στα μεγάλα Συνέδρια των αρχών του 20ού αιώνα –
στη Στουτγάρδη, την Κοπεγχάγη και τη Βασιλεία – όπου η επανάσταση, η
εργατική εξουσία, ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος ήταν η ύλη της συνεχούς
διαμάχης, ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, όπου πρωτοδιατυπώθηκαν
τα επιχειρήματα, που ακόμη κυκλοφορούν ανάμεσά μας, για να δώσουν
απαντήσεις στα δικά μας – «αιώνια», όμως, ξαναλέω – ερωτήματα. Όπως
βοηθάει και στο να σκεφτούμε σχετικά με το τι έφταιξε – και τι σήμερα φταί-
ει ή μπορεί να ξαναφταίξει, τώρα, μάλιστα, που ίσως σώνεται ο χρόνος.
Πόσο μέτρησε, άραγε, το γεγονός πως η Διεθνής φάνηκε πρόθυμη να
αποβάλει την αναρχική της πτέρυγα – κυρίως, νομίζω, λόγω και παρελθοντι-
κών «προηγούμενων» από τις συγκρούσεις μαρξιστών και μπακουνινικών,
που δεν ήταν καθόλου αναγκαίο να οδηγήσουν σε οριστική διάσπαση;
Πόσο μέτρησε, αντίθετα, το γεγονός πως, αν και η μαρξιστική Αριστερά
είχε σαφή πλειοψηφία – το Συνέδριο της Δρέσδης το 1903 του SPD απέρριψε
τις θέσεις του Μπερνστάιν με ψήφους 288 έναντι 11 – υπήρξε εξαιρετικά συ-
γκαταβατική απέναντι στη Δεξιά του κινήματος; Η οποία, όπως σε όλη τη
διάρκεια της ιστορίας, επέδειξε τον αρμόζοντα κυνισμό των «ρεαλιστών»,
ακόμη κι όταν χρειάστηκε να σφάξει τους ίδιους της τους συντρόφους – ξέρο-
ντας να περιμένει και «να κάνει τη δουλειά της». Χαρακτηριστικό είναι ότι
υπήρχαν απόψεις, που υπερασπίζονταν τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές και οι
φορείς τους παρέμεναν στα κόμματα χωρίς την παραμικρή πρακτική ενόχλη-
ση – οι αριστερές τάσεις υπήρξαν παροιμιωδώς «μεγαλόψυχες».
Πόσο μέτρησε ο κυρίαρχα «εθνικός» προσανατολισμός σε ό,τι αφορά την
πολιτική συγκρότηση, με αποτέλεσμα η Διεθνής να έχει όχι τον βασικό, αλλά
ούτε καν ένα σχετικά αποφασιστικό ρόλο απέναντι στα εθνικά τμήματα (με
αποτέλεσμα μέλη των εργατικών κομμάτων να συμμετέχουν ακόμη και σε
αστικές κυβερνήσεις, ενώ για τη συντριπτική πλειοψηφία της Διεθνούς επρό-
κειτο για έγκλημα καθοσιώσεως, στο μέτρο που ακόμη και μια «αριστερή κυ-
βέρνηση» ήταν αδιανόητη χωρίς την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας);
Πόσο μέτρησε η εδραιωμένη πεποίθηση πως, με όλο που η σοσιαλδημο-
κρατία είναι επαναστατικό κόμμα, δεν είναι, όμως, «ένα κόμμα που κάνει
επαναστάσεις», αλλά γνωρίζει «επιστημονικά» πως ο καπιταλισμός βαίνει
αναπόφευκτα σε κατάρρευση (ως εάν αυτό να ήταν καλό καθεαυτό και να
μην εμπεριείχε, αν δεν προηγούταν η επανάσταση, την ισχυρή πιθανότητα
της μετατροπής των πάντων σε ερείπια);
Ο προβληματισμός πάνω σε τέτοια κορυφαία ζητήματα, πολύ περισσότε-
ρα από τα προηγούμενα, γονιμοποιείται διαρκώς μέσα από τη δουλειά του
Μαστρογιαννόπουλου και επιτρέπει την τοποθέτησή μας πάνω στα τρέχοντα
δικά μας. Ο αναγνώστης το διαπιστώνει συνεχώς. Δεκάδες σημερινά θέματα
ανακύπτουν στις σελίδες – λες, μερικές φορές, και δεν πέρασε μια μέρα.
Να δώσω, κλείνοντας, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Είναι σύνηθες στην τωρινή συζήτηση (;) για την στρατηγική του αριστερού
κινήματος στην εποχή μας να λέγεται – σχήμα ιδιαίτερα αγαπητό σε διανοού-
μενους της τέως κυβερνώσας – πως ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί κοινωνική
θέσμιση, ριζικά διαφορετική από την καπιταλιστική, αλλά «ορίζοντα προσα-
νατολισμού», που απομακρύνεται, μάλιστα, όσο τον πλησιάζουμε! Ο κομ-
μουνισμός, άρα, δεν είναι η προς υλοποίηση αταξική κοινωνία, στην οποία
ισχύει η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η αυτοδιευθυντικά κα-
θορισμένη διανομή. Όχι, δεν είναι «σκοπός» ο κομμουνισμός, είναι, απλώς,
«οδηγός για κίνηση». Μια κίνηση σταδιακής «βελτίωσης» των πραγμάτων,
όπου οι ριζικοί μετασχηματισμοί, όταν λαμβάνονται κατά κυριολεξία, δεν
είναι παρά εσχατολογικές εμμονές για τουρισμό σε χειμερινά ανάκτορα. Σε
μια δουλοκτητική κοινωνία, η αντίστοιχη λογική θα θεωρούσε «ορίζοντα» την
κατάργηση της δουλείας, ώστε να επιτυγχάνεται το ρεαλιστικό βήμα αύξη-
σης του προσδόκιμου ζωής των σκλάβων από τα 19 στα 19.5 χρόνια ή μείωσης
των ραβδισμών από 50 σε 49 – λαμβάνοντας, βέβαια, πάντα υπόψη τις ανά-
γκες της «ανάπτυξης» ή της αποτροπής της περσικής απειλής.
Στην πραγματικότητα το θέμα αυτό – του «σκοπού» και του «κινήματος»
– είναι ήδη εξαντλημένο. Να πώς το θέτει η Ρόζα Λούξεμπουργκ:
«[Ο] σοσιαλιστικός τελικός σκοπός είναι το μοναδικό αποφασιστικό χαρα-
κτηριστικό, που διακρίνει τη σοσιαλδημοκρατική κίνηση από την αστική δη-
μοκρατία και τον αστικό ριζοσπαστισμό […] Η συζήτηση με τον Μπερνστάιν
και τους οπαδούς του δεν αφορά, σε τελευταία ανάλυση, αυτόν ή εκείνον
τον τρόπο της πάλης, αυτήν ή εκείνη την τακτική, αλλά αυτή την υπόσταση
του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος» (σελ. 133).
Σε πολλά ζητήματα η συζήτηση είναι η ίδια εκείνη η παλιά.
Το βιβλίο του Μαστρογιαννόπουλου είναι η καλύτερη αφορμή για να την
ξαναπιάσουμε. - Ο κομμουνισμός ως έμπρακτη δυνατότητα.
Γ΄ Κύκλος: Η 3η Κομμουνιστική Διεθνής, Α΄ τόμος,
εκδ. Τόπος, σελ. 580 (2023)
Ο κομμουνισμός είναι το κίνημα που καταργεί
την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.
Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς
Ο Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, όπως προείπα, είναι από τους σημαντικότε-
ρους ιστορικούς του εργατικού και σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού κινήματος.
Θα τολμούσα να πω, μάλιστα, πως, σε ό,τι αφορά την προσπάθειά του να
δώσει μια περιεκτική, όσο και λεπτομερειακή, αποτύπωση της συνολικής
ιστορίας στέκεται ανάμεσα στους καλύτερους διεθνώς.
Δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός. Έχοντας, ωστόσο, μαρξιστική παιδεία
ξέρει πως το μαρξικό έργο είναι κατεξοχήν ιστορικό. Δεν είναι τυχαίο πως η
επιστημονική ονομασία αυτού του έργου είναι ιστορικός υλισμός. Για το πω κι
αλλιώς, με τα λόγια του Αλτουσέρ, η συμβολή του Μαρξ είναι πως άνοιξε μια
καινούργια επιστημονική Ήπειρο, που είναι η επιστήμη της Ιστορίας.
Ο τρίτος τόμος της δουλειάς του, για την Γ΄ Διεθνή, αφορά μια πολύ μικρή
περίοδο, τρία μόλις χρόνια, από τα πιο σημαντικά, όμως, στην ιστορία των
προλεταριακών επαναστάσεων. Πρόκειται για τα πρώτα χρόνια της, από το
1919, οπότε και ιδρύεται, μέχρι το 1922, όταν πραγματοποιείται το 4ο Συνέ-
δριό της. Τα επόμενα θα μελετηθούν στον τέταρτο τόμο, που θα καλύψει την
περίοδο 1922 -1943, όταν, με απόφαση του Στάλιν, η Διεθνής διαλύεται.
Το πρώτο, που πρέπει να επισημανθεί και πάλι, είναι ότι ο Μαστρογιαννό-
πουλος επιλέγει να γράψει την ιστορία των Διεθνών. Αυτό δεν σημαίνει πως
αδιαφορεί για τις εθνικές πορείες των εργατικών κομμάτων. Αυτές καλύπτο-
νται επαρκέστατα – πολλές φορές με πλήθος από λεπτομέρειες. Η οπτική,
ωστόσο, είναι πάντοτε διεθνής-παγκόσμια.
Ο Μαστρογιαννόπουλος παίρνει κατά γράμμα τη σχετική τοποθέτηση του
Μανιφέστου : «Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα υπόλοιπα προλεταριακά
κόμματα […] επειδή στους αγώνες του προλεταριάτου σε εθνικό επίπεδο εξαί-
ρουν και υπηρετούν τα συμφέροντα του συνόλου, ανεξάρτητα από εθνικότη-
τα».
Ακόμη περισσότερο, ο συνθηματικός επίλογος «Προλετάριοι όλων των χω-
ρών ενωθείτε» υπογραμμίζει εμφατικά πόσο ο διεθνιστικός χαρακτήρας του
εργατικού αγώνα είναι προϋπόθεση για την επιτυχία του.
Εδώ, λοιπόν, έχουμε μια διεθνή ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Ενώ, δηλαδή, ο Μαστρογιαννόπουλος παρουσιάζει τις εθνικές εξελίξεις ανα-
φορικά με την κομμουνιστική πολιτική δράση, στη Ρωσία, τη Γερμανία, την
Ιταλία, τη Γαλλία, την Αυστρία, την Ουγγαρία – και θα ακολουθήσουν η Πο-
λωνία, η Φινλανδία, η Βρετανία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία, οι ΗΠΑ,
η Κίνα – η οπτική είναι πάντοτε και διεθνής. Έτσι κι αλλιώς η Γ΄ Διεθνής, εκ-
κινώντας από την κοσμοϊστορική επικράτηση των επαναστατών στη Ρωσία,
είναι το κόμμα της παγκόσμιας Επανάστασης. Οι εθνικές κομμουνιστικές πο-
λιτικές αποκτούν νόημα μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Επιπλέον, η πρώτη
περίοδος αυτής της ιστορικής φάσης λογίζεται ως επαναστατική, όπου η επι-
καιρότητα της επανάστασης είναι πασιφανής, ο προλεταριακός κόσμος εξε-
γείρεται παντού και η καπιταλιστική τάξη νιώθει το έδαφος κάτω από τα πό-
δια της να τρέμει.
Η τετραετία, που καλύπτει το βιβλίο, 1919 -1922, αποτελείται από χρόνια
τρομερά και χρόνια θαυμαστά. Οι καταστροφές που προκάλεσε ο ιμπεριαλι-
στικός Μεγάλος Πόλεμος ήταν πρωτοφανείς. Εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώ-
θηκαν ή έμειναν ανάπηροι – η νέα γενιά της εποχής ξεκληρίστηκε. Ήταν η
πρώτη, ουσιαστικά φορά που το σύνολο του πληθυσμού – και όχι μόνο οι στρα-
τιωτικές δυνάμεις – βρέθηκε στη δίνη των πολεμικών συγκρούσεων. Ο ολο-
κληρωτικός πόλεμος ξεκινούσε και θα έβρισκε το αποκορύφωμά του είκοσι
μόλις χρόνια μετά, στον 2ο Παγκόσμιο.
Ταυτόχρονα, το προλεταριακό κίνημα για πρώτη φορά βρέθηκε τόσο κο-
ντά στο να υλοποιήσει το σοσιαλιστικό πρόταγμα. Με πρώτη τη Ρωσία, ξεκί-
νησε το 1917 μια σειρά από επαναστάσεις στην Ευρώπη, που έθεταν στην ημε-
ρήσια διάταξη την υπέρβαση του καπιταλισμού, ο οποίος λίγο πριν είχε δείξει
σε όλους τους «μικρούς ανθρώπους» το ασύλληπτα καταστροφικό του δυναμι-
κό. Στην Ουγγαρία, την Βαυαρία, την Ιταλία της «κόκκινης διετίας», στη Γερ-
μανία επιχειρήθηκαν – και κάποιες φορές επικράτησαν – επαναστατικά καθε-
στώτα με σημαντική δυναμική.
Η αλυσίδα αυτή έκανε επίκαιρο το αίτημα για μια νέα επαναστατική Διε-
θνή. Επίκαιρο και αναγκαίο. Οι τύχες της επανάστασης καθορίζονταν σε ευ-
ρωπαϊκό – και καθόλου σε εθνικό – επίπεδο. Οι ίδιοι οι μπολσεβίκοι θεωρού-
σαν τη δική τους επανάσταση ως απλό πρελούδιο της ευρωπαϊκής, με πρώτη
τη γερμανική. Χωρίς την επικράτηση εκεί θα ήταν αδύνατη και η ιδέα ακόμη
της σοβιετικής νίκης. Η σταλινική θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο
χώρα» ήταν η απόλυτη διαστροφή αυτής της, παγκοίνως ανάμεσα στους Ρώ-
σους επαναστάτες, αποδεκτής άποψης.
Ο διεθνισμός, τότε, δεν ήταν αξία, αλλά στρατηγική. Έδειχνε το πεδίο,
όπου η νίκη του σοσιαλισμού, της πρώιμης φάσης του κομμουνισμού, ήταν
εφικτή.
Γι’ αυτό, λοιπόν, Διεθνής, κομμουνιστική Διεθνής.
Το βιβλίο, αφιερώνοντας 600 περίπου σελίδες μεγάλου σχήματος στις εξε-
λίξεις μιας περιόδου που εκτείνονταν σε τέσσερα μόνο χρόνια, δίνει έναν μο-
ναδικό όγκο πληροφοριών, που βοηθούν για τον σαφή και ακριβή προσανατο-
λισμό της αναγνώστριας. Η οποία έχει την αίσθηση αυτής της γνωστικής κα-
τάκτησης.
Ο Μαστρογιαννόπουλος, επιπλέον, μας δίνει μια πολύ ζωντανή αφήγηση,
η οποία κάνει την ανάγνωση εξαιρετικά ευχάριστη.
Αυτή η ιστορία, άλλωστε, είναι πολύ πλουσιότερη και συνθετότερη από
ό,τι οι περισσότεροι νομίζουν. Έχοντας μια, εντελώς εσφαλμένη ιδέα, για την
κομμουνιστική Διεθνή, ως μονολιθική οργάνωση, που ήθελε υποτίθεται να
επιβάλλει μια άτεγκτη μονοδοξία, έχουν μια απίστευτα στρεβλή εικόνα της
πραγματικότητας.
Η Διεθνής ήταν μια πολύχρωμη συνάντηση πολιτικών οργανισμών και γι’
αυτό είχε μια πλούσια ιστορία διαφωνιών, αποκλίσεων, βαριών λόγων, ακό-
μα-ακόμα, ειρωνειών και, κάποιες φορές, γραφικών αντεγκλήσεων. Κανέ-
νας δεν φιμώνεται, κανείς δεν «παρεξηγείται», η συντροφικότητα τρέφεται
από αυτό το περιβάλλον. Αντί να διαλύει στερεώνει το παγκόσμιο επαναστα-
τικό κόμμα. Οι Ρώσοι δεν έχουν ούτε επιδιώκουν την πρωτοκαθεδρία. Ο Λέ-
νιν δεν μπορεί να πείσει πάντοτε για τη δική του οπτική. Και δεν τρέχει και
τίποτε. Η μονολιθική, λοιπόν, εικόνα που έχει επικρατήσει είναι στην πραγ-
ματικότητα μια όπισθεν προβολή του σταλινικού εκτρώματος.
Οι Γερμανοί σπαρτακιστές αντιστέκονται στην ιδέα της πρωτοπορίας, θε-
ωρώντας πως η εργατική τάξη είναι ικανή, όταν διαμορφώνονται οι κατάλλη-
λες συνθήκες να πάρει άμεσα την υπόθεση πάνω της, αυθόρμητα σχεδόν, χω-
ρίς να έχει ανάγκη από κανενός είδους επαγγελματίες της επανάστασης. Οι
Ιταλοί βασιζόμενοι στην εξαιρετική εμπειρία των εργοστασιακών συμβουλί-
ων, το 1919 -1920, βλέπουν καθαρά τις αυτόνομες δυνατότητες της τάξης. Οι
Ούγγροι, αντίθετα, έχουν μια πολύ έντονη προσήλωση στην «στρατηγική της
επίθεσης», η οποία τους οδηγεί σε μπλανκιστικές, αν όχι πραξικοπηματικές,
ενέργειες χωρίς καμία τύχη. Στρατηγική, η οποία, για μια περίοδο θα επηρε-
άσει και το Κ.Κ. Γερμανίας, που με τη «Δράση του Μάρτη» κινδύνεψε με ολο-
κληρωτική καταστροφή.
Και θα μπορούσα να παραθέσω πολλές ακόμα παραλλαγές-εκδοχές. Το
αντίθετο, λοιπόν, της μονοδοξίας. Σε βαθμό, πολλές φορές, πλήρους αδυνα-
μίας για οποιαδήποτε απόφαση. Δεν πάει να ’λεγε ο Λένιν ή ο Τρότσκι…
Θα πει, βέβαια, κάποια: υπάρχει κάτι σ’ αυτές τις περασμένες ιστορίες,
που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στις τωρινές πολιτικές μάχες; Έχουν κάτι
να μάθουν οι σημερινοί κομμουνιστές εκτός από ιστορία;
Η απάντηση είναι καταφατική. Εν πολλοίς, οι συζητήσεις εκείνης της επο-
χής συνεχίζουν να διατηρούν την επικαιρότητά τους. Με όλες τις αναγκαστι-
κές προσαρμογές, τα ίδια ζητήματα μας απασχολούν και σήμερα. Τι σημαίνει
επανάσταση στον καιρό μας; Πώς γίνεται αυτή; Ποια στρατηγική είναι περισ-
σότερο κατάλληλη;
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η επιλογή του Ενιαίου Μετώπου από το 4ο
Συνέδριο της Διεθνούς, του 1922. Εκτιμώντας πως η άμεσα επαναστατική κα-
τάσταση έχει παρέλθει, η Διεθνής στρέφεται στο κάλεσμα όλων των εργατι-
κών οργανώσεων – και των ρεφορμιστικών – σε κοινό αγώνα ενάντια στους
καπιταλιστές.
Η ανοικτότητα των κομμουνιστών είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Ας
μην ξεχνάμε πως στη Γερμανία, επί της κυβέρνησης των σοσιαλδημοκρατών,
με σοσιαλδημοκράτη υπουργό της αστυνομίας, σφαγιάζονται οι ηγέτες των
σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λήμπκνεχτ, μεταξύ πολλών
άλλων. Κι όμως οι Γερμανοί κομμουνιστές τείνουν το χέρι στο SPD για κοινό
αγώνα εναντίον της άγριας επίθεσης των καπιταλιστών. Αυτοί που αρνήθη-
καν, με προσχηματικά επιχειρήματα, ήταν οι «ανοιχτοί» σοσιαλδημοκράτες.
Το ίδιο, άλλωστε θα κάνουν και το 1933 λίγο πριν από την άνοδο των χιτλερι-
κών στην εξουσία. Το γεγονός της εσφαλμένης σταλινικής θεωρίας του «σοσι-
αλφασισμού» δεν αλλάζει τα προηγούμενα.
Ενδιαφέρον είναι εδώ να σημειωθεί πως το Ενιαίο Μέτωπο δεν είναι μια
«ρωσική ιδέα». Αντίθετα, η πρόταση γίνεται πρώτα από τον Πάουλ Λέβι, ηγέ-
τη του ΚΚ Γερμανίας και – μαζί με συνδικάτα της Βάδης-Βυρτεμβέργης – επι-
χειρείται να μπει στην πράξη, ενώ οι μπολσεβίκοι την απορρίπτουν. Άλλο ένα
δείγμα ανεξαρτησίας των κομμουνιστικών κομμάτων της εποχής.
Το Ενιαίο Μέτωπο παραμένει και σήμερα – σε μια περίοδο ασφυκτικά
αμυντική για το προλεταριάτο – η πιο εύλογη επιλογή για να οργανωθεί η
αντεπίθεση. Η πιο επαναστατική από τις σημερινές επιλογές είναι αυτή, που
σε παρόμοιες συνθήκες από την άποψη των συσχετισμών, προκρίθηκε από
την κομμουνιστική Διεθνή εκατό χρόνια πριν.
Πολλά ακόμη παραδείγματα θα μπορούσα να παραθέσω, για να υποστη-
ρίξω την χρησιμότητα αυτής της ιστορίας, αυτών των ιστοριών, για τον σημε-
ρινό μας προσανατολισμό.
Ο Μαστρογιαννόπουλος προσφέρει πλείστα όσα τέτοια παραδείγματα.
Πολλές φορές, έχεις την αίσθηση πως, αν βρισκόσουν στις τοτινές συζητή-
σεις, θα μπορούσες κάλλιστα να πάρεις μέρος. Η περιεκτική, σε βάθος, πα-
ρουσίαση αυτών των συζητήσεων και πρακτικών είναι ένα μεγάλο δώρο στους
σύγχρονους αριστερούς. - Κομμουνισμός – Η ελπίδα και η τραγωδία
Γ΄ Κύκλος: Η 3η Κομμουνιστική Διεθνής (Β΄ Τόμος),
Τόπος, 2024, σελ. 676
Ο τέταρτος τόμος του βιβλίου του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου ολοκληρώνει
τη δουλειά του σχετικά με τις Διεθνείς οργανώσεις, αλλά και, ευρύτερα, τη
διεθνή πάλη της εργατικής τάξης επί δύο σχεδόν αιώνες για τη βελτίωση της
θέσης της και, κυρίως, τη χειραφέτησή της. Τον αγώνα της, δηλαδή, για μια
αταξική κοινωνία, την ελεύθερη ένωση των συνεταιρισμένων παραγωγών,
εκεί που η ελευθερία του καθενός θα είναι όρος για την ελευθερία όλων –
πρώτα του καθενός, μετά όλων. Την κοινωνία, στην οποία η ανθρωπότητα
θα μπορεί να γράψει επιτέλους στη σημαία της «στον καθένα ανάλογα με τις
ανάγκες του από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του».
Να επαναλάβω πως το έργο του Μαστρογιαννόπουλου είναι σπουδαίο –
για τα ελληνικά δεδομένα, μάλιστα, απολύτως μοναδικό. Πρόκειται για
έργο αναφοράς, εξαιρετικά βοηθητικό όχι μόνο από ιστοριογραφική άποψη,
αλλά, ιδίως, από άποψη πολιτική.
Να θυμίσω ότι οι προηγούμενοι τρεις τόμοι αφορούσαν, κατά σειρά, τη
Α΄, τη Β΄ και τη «μισή» Γ΄ Διεθνή. Γιατί το βιβλίο για την Τρίτη αναπτύσσεται
σε δύο τόμους.
Γιατί, όμως, η Τρίτη – Κομμουνιστική – Διεθνής καλύπτει τόσο μεγάλο μέ-
ρος του συνολικού έργου; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η εποχή της
υπήρξε η κατεξοχήν περίοδος των εργατικών επαναστάσεων, η εποχή στην
οποία οι ελπίδες της εκμεταλλευόμενης ανθρωπότητας φαίνονταν να απο-
κτούσαν τη μεγαλύτερη πιθανότητα ευόδωσής τους. Ακόμη, γιατί αποτέλεσε
και την περίοδο εκκίνησης των αντιιμπεριαλιστικών επαναστάσεων, που άλ-
λαξαν ριζικά τον χάρτη του κόσμου.
Οι κομμουνιστικές οργανώσεις αποτέλεσαν τα ισχυρότερα όπλα του προ-
λεταριάτου στην πάλη του. Η τραγική κατάληξη δεν αναιρεί αυτήν τους τη
σημασία. Και, κυρίως, δεν αναιρεί το γεγονός πως τα εκατομμύρια που
στρατεύτηκαν υπό τις σημαίες τους, ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους
που γέννησε ο εικοστός αιώνας.
Ο Μεσοπόλεμος υπήρξε, πραγματικά, ο καιρός, στον οποίο παίχτηκε και
χάθηκε η απελευθερωτική επαγγελία. Προσωρινά; Κάποιοι πολύ σοβαροί
μελετητές ισχυρίζονται πως η ήττα ήταν οριστική. Έκτοτε, μόνο τα επιμέ-
ρους διεκδικήθηκαν. Η καθολική χειραφέτηση δεν τέθηκε, τουλάχιστον στην
καπιταλιστική μητρόπολη, ποτέ ξανά με πλειοψηφικό τρόπο.
Δεν ξέρω αν η ήττα ήταν προσωρινή ή διαρκής. Αυτό που ξέρω είναι πως
ακόμη και οι μέτριες μεταρρυθμίσεις του Μεταπολέμου χρωστούν πολύ πε-
ρισσότερα στη Ρωσική Επανάσταση και τον φόβο που προκαλούσε διαρκώς
στην άρχουσα τάξη, παρά στην περίφημη «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση».
Άλλωστε, η τελευταία δεν ήταν και τόσο σοσιαλδημοκρατική, αν αναλογι-
στούμε πως οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν μετά τον πόλεμο, ήταν εξίσου
αποδεκτές και από κεντροδεξιές – ή και δεξιές – κυβερνήσεις. Από μια ειρω-
νεία της ιστορίας, οι μπολσεβίκοι – άθελά τους; – έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο,
αντικειμενικά, στην επικράτηση του κοινωνικού κράτους, από ό,τι όλες οι
«προοδευτικές» κυβερνήσεις μαζί. Για να το πω αλλιώς, μετά τον πόλεμο η
ριζοσπαστική αντιπολίτευση και η κοινωνική Αριστερά στις μεγάλες καπιτα-
λιστικές χώρες κατάφερε, με τους αγώνες της, περισσότερα από την, για
καιρό, κυβερνώσα σοσιαλδημοκρατία.
Ο Μαστρογιαννόπουλος μας δίνει εξηγήσεις για όσα συνέβησαν στο κίνη-
μα. Ακόμη περισσότερο, όμως, προσφέρει την ευκαιρία για κατανόηση. Η
κατανόηση δεν είναι απλή εξήγηση, αλλά κάτι περισσότερο. Είναι το εγχείρη-
μα της τοποθέτησής μας μέσα στην εποχή που μελετάμε. Είναι η προσπά-
θεια να καταλάβουμε πώς λειτουργούσαν τα πράγματα και στα μυαλά ή τις
ψυχές των ανθρώπων, που διαμόρφωναν ή υφίσταντο τα γεγονότα.
Αυτό, βέβαια, απαιτεί μια ορισμένη μεροληψία. Όταν «μπαίνεις στην
Ιστορία» μπαίνεις από μια ορισμένη θέση. Δεν γίνεται αλλιώς. Ωστόσο, αυτή
η μεροληψία όχι μόνο δεν εμποδίζει την επιστημονική αυστηρότητα, αλλά,
από κάποιες απόψεις, την ενισχύει. Το ερώτημα «τι θα έκανα εάν ήμουν
εκεί;» δεν γίνεται να μην τεθεί, στο πλαίσιο της πολιτικής και κοινωνικής
ιστορίας. Τι θα σήμαινε, άλλωστε, μια «αντικειμενική» διερεύνηση των «Δι-
κών της Μόσχας»; Ή, τι θα σήμαινε, επίσης, μια «αντικειμενική» προσέγγι-
ση του ντροπιαστικού και δολοφονικού, τελικά, εθνικισμού της σοσιαλδημο-
κρατίας στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Ή της απίστευτης πολι-
τικής του «σοσιαλφασισμού», από μέρους των κομμουνιστικών κομμάτων;
Το βιβλίο κάνει κάτι ακόμα: διευκρινίζει ζητήματα, τα οποία αντιμετωπί-
ζονται από πολλούς ιστορικούς, αλλά και στο πλαίσιο της δημόσιας ιστορίας,
με τρόπο τουλάχιστον παραπειστικό. Και πολλές φορές ολοκληρωτικά εσφαλ-
μένο.
Μίλησα ήδη για την ανοησία του «σοσιαλφασισμού», βάσει της οποίας οι
κομμουνιστές καλούνταν να θεωρούν τη σοσιαλδημοκρατία κάτι σαν την αρι-
στερή πτέρυγα του φασισμού. Και, μάλιστα, την πιο επικίνδυνη παραλλαγή.
Αυτό, όμως, δεν πρέπει να κρύβει την έμπρακτα αντεργατική πολιτική της
σοσιαλδημοκρατίας σε πολλές περιστάσεις. Μέσα στην «τρέλα» τους, είχαν
δίκιο οι κομμουνιστές, όταν εγκαλούσαν τους σοσιαλδημοκράτες, πως η
υποστήριξη από μέρους τους πολιτικών άγριας λιτότητας και, εν γένει, του
«μικρότερου κακού», από το 1928 και μετά στη Γερμανία, βοηθούσε την επι-
κράτηση του μέγιστου κακού, που αντιπροσώπευε ο ναζισμός.
Όπως, επίσης, δεν πρέπει να αγνοείται και η αντίστοιχη δυσανεξία της
σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον κομμουνισμό. Είχαμε και από τη μεριά
της συχνές ταυτίσεις του επαναστατικού ριζοσπαστισμού με τον εθνικοσοσι-
αλισμό. Εκτός από τον «σοσιαλφασισμό», δηλαδή, είχαμε και «κομμουνιστο-
φασισμό». Η «μετριοπάθεια» της σοσιαλδημοκρατίας ήταν περισσότερο εμ-
φανής απέναντι στα αστικά κόμματα, παρά απέναντι στους κομμουνιστές.
Το έγκλημα καθοσιώσεως της δολοφονίας της Λούξεμπουργκ και Λίμπκνεχτ
επί κυβέρνησης σοσιαλδημοκρατών, τον Ιανουάριο του 1919, δεν αναιρέθηκε
ποτέ ούτε συμβολικά. Στις τελευταίες γερμανικές εκλογές πριν την επικρά-
τηση του Χίτλερ, οι αφίσες του SPD ήταν «“Κατά των Πάπεν, Χίτλερ, Τέλ-
μαν” [ο τελευταίος ήταν γραμματέας του KPD]. H διασπαστική πολιτική των
ηγετικών ομάδων και των δύο κομμάτων, του SPD και του KPD, επρόκειτο
να αποδειχτεί μοιραία» (σελ. 535).
Ειδικά το SPD, αμέσως μετά την εκλογική επικράτηση των ναζιστών, τον
Μάρτιο του 1933, [για να «νίψει τας χείρας του»; Χ.Λ.] έφτασε να αποχωρή-
σει από τη 2η Διεθνή. «Η ADGB, [δηλαδή τα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα],
με επιστολή προς τον Χίτλερ, στις 29 Μαρτίου, τον ενημέρωσε ότι έκοψε τις
σχέσεις της με το SPD […]. Τα κτίρια των συνδικάτων κατελήφθησαν στις 2
Μαΐου, κατασχέθηκαν οι περιουσίες […]. Τα συνδικάτα δεν αντέδρασαν […].
Η κοινοβουλευτική ομάδα του SPD, αυτή που είχε απομείνει στη χώρα, σε
μια προσπάθεια να παραμείνει στη νομιμότητα, δήλωσε στις 17 Μαϊου […]
ότι συμφωνεί με τη διακήρυξη της εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ [!]» (σελ.
539). Τους «τάραξαν στη νομιμότητα» και απέδειξαν ότι η μετριοπάθεια κερ-
δίζει!
Για να δώσω ένα άλλο παράδειγμα παραχάραξης της ιστορίας: Είναι γνω-
στό ότι, στη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης, η ενδυνάμωση του κομ-
μουνιστικού κόμματος είχε στο θεμέλιό του τον έλεγχο του οπλισμού, που η
σταλινική Ρωσία έδινε στο κόμμα και όχι στην αντιφασιστική κυβέρνηση. Η
πολιτική του ΚΚΙ, καθοριζόμενη από την αντίληψη για τον αστικοδημοκρατι-
κό χαρακτήρα της Επανάστασης, ήταν από την αρχή εναντίον των δυνάμε-
ων, οι οποίες υποστήριζαν τον προλεταριακό χαρακτήρα της. Θα μπορούσε
κανείς να υποθέσει από αυτό ότι το ΚΚΙ θα ήταν περισσότερο μετριοπαθές
στη στάση του, σε σχέση με τους «αλλοπαρμένους εξτρεμιστές» της αναρχί-
ας, του POUM, ακόμη και της αριστερής πτέρυγας των σοσιαλιστών.
Κάθε άλλο. Η μετριοπάθεια εκδηλωνόταν απέναντι στα αστικά κόμματα,
ενώ η στάση απέναντι στις μη ελεγχόμενες εργατικές οργανώσεις ήταν άτε-
γκτη. Είναι ενδεικτικό – και θα αποτελέσει έκπληξη για τους περισσότερους
– το γεγονός ότι, όταν ξέσπασαν στη Βαρκελώνη, με υπαιτιότητα των σταλι-
νικών, στις 3 Μαΐου 1937, συγκρούσεις μεταξύ αυτών και των αναρχικών,
«[ο]ι ηγέτες της CNT -FAI και του POUM ακολούθησαν συμβιβαστική πολιτι-
κή. Οι συμβιβαστικές προτάσεις τους δεν έγιναν αποδεκτές […]. Οδοφράγ-
ματα στήθηκαν σε όλη την Βαρκελώνη […]. Η Φεντερίκα Μοντσένι και ο
Γκαρθία Ολιβέρ [από τα πιο «ακραία» στοιχεία των αναρχικών] από τον ραδι-
οφωνικό σταθμό της Βαρκελώνης, επιχειρώντας να σταματήσουν τον εμφύ-
λιο πόλεμο μέσα στον εμφύλιο, έκαναν έκκληση στους αναρχικούς να παρα-
δώσουν τα όπλα. Η αναρχική Solidaridad Obrera κυκλοφόρησε, μάλιστα,
στις 7 Μαΐου, με τίτλο “Η CNT και η UGT επαναλαμβάνουν την εντολή επι-
στροφής στην εργασία” […]. Όταν επιτέλους επέστρεψε η «τάξη», αυτό δεν
είχε επιτευχθεί χάρη στη δράση της αστυνομίας , αλλά χάρη στις ομιλίες των
ηγετών της CNT, οι οποίοι καλούσαν ασταμάτητα τους εργάτες να επιστρέ-
ψουν στη δουλειά και να καταθέσουν τα όπλα τους […]. Αν η CNT είχε πάρει
την εξουσία στην Καταλονία – αν το ήθελε, θα το είχε κατορθώσει σε 24 ώρες
– τα πράγματα, σε όλη την δημοκρατική Ισπανία, θα ήταν πολύ διαφορετι-
κά» (σελ. 595).
Δεν το έκανε, δυστυχώς, θα έλεγα. Οι αναρχικοί και το POUM αποδείχτη-
καν πολύ μετριοπαθέστεροι από τους εν όπλοις «συντρόφους» τους του ΚΚΙ.
Το απόσπασμα δείχνει πως η κομμουνιστική ιστορία της εποχής περιλαμβά-
νει καταστατικά και τους ελευθεριακούς κομμουνιστές της αναρχίας. Σε κά-
ποιες περιπτώσεις, κατεξοχήν αυτούς.
Το βιβλίο του Μαστρογιαννόπουλου είναι πραγματικός θησαυρός. Ανα-
γκαίο για κάθε αριστερό – και όχι μόνο – με ενεργό πολιτικό ενδιαφέρον. Χω-
ρίς αναφορά στην ιστορία του κινήματος, χωρίς τα μαθήματά της, η σημερι

+ There are no comments
Add yours