Απρ 18, 2026 – 23:04 Κώστας Καλλωνιάτης Η ΕΠΟΧΗ
Η διαρκής επικαιρότητα του 1984
Από τις Εκδόσεις Αργοναύτης κυκλοφόρησε το 2025 μια επανέκδοση του 1984 του Τζορτζ Όργουελ με ένα εκτενές Επίμετρο του Χρήστου Κεφαλή, στο οποίο συζητά τη θέση του μέσα στο έργο του Όργουελ και την ευρεία ουτοπική και δυστοπική λογοτεχνία. Με αυτή την αφορμή ο Χρήστος Κεφαλής μίλησε με τον Κώστα Καλλωνιάτη με αφορμή το βιβλίο του Όργουελ.

Από τότε που δημοσιεύθηκε, το 1984 συζητείται ευρέως, δίνοντας λαβή σε μια ποικιλία ερμηνειών. Τι είναι αυτό που το κρατά διαρκώς στην επικαιρότητα;
Συνοπτικά, θα έλεγα ότι είναι η προειδοποίηση που απευθύνει, όπως και άλλα έργα του είδους, για τον ολοκληρωτισμό. Ο ολοκληρωτισμός δεν είναι παντοδύναμος, όπως τείνει να τον παρουσιάζει ο Όργουελ. Υπάρχει, όμως, ένα ιστορικό σημείο καμπής από το οποίο και μετά, αν δεν ανασχεθούν έγκαιρα οι τάσεις που οδηγούν σε αυτόν, μπορεί να υπερισχύσει για καιρό. Γι’ αυτό μιλούν οι εμπειρίες του ναζισμού και του σταλινισμού, με διαφορετικό τρόπο η καθεμιά τους. Ο Όργουελ αναπτύσσει στο 1984 τη λογική του ολοκληρωτισμού με αδυσώπητη συνέπεια, ώστε η αίσθηση αυτών των ιστορικών κινδύνων είναι το μεγάλο μάθημα που μπορούμε να αντλήσουμε από αυτό.
Η διαχρονική επικαιρότητα του 1984 πηγάζει από το γεγονός ότι όσο διαρκεί ο καπιταλισμός, το ενδεχόμενο ολοκληρωτικών εκτροπών σε διάφορες μορφές και εκδοχές είναι πάντα παρόν. Και σήμερα ιδιαίτερα, όπως πιστοποιούν όλες οι διεθνείς εξελίξεις, πλησιάζουμε σε ένα τέτοιο σημείο καμπής, όπου αν δεν υπάρξει μια επαρκής απόκριση των λαών, θα είναι ίσως χωρίς επιστροφή.
Στην πρόσφατη έκδοση του έργου από τον Αργοναύτη συνεισφέρετε ένα εκτενές Επίμετρο, όπου συζητάτε το 1984 στο πλαίσιο της ευρύτερης ουτοπικής και δυστοπικής λογοτεχνίας. Τι μπορεί να προσθέσει μια τέτοια προσέγγιση στις ως τώρα ερμηνείες;
Στο δοκίμιό μου επιχειρώ μια ιστορική ανάλυση των κύριων σταθμών της ουτοπικής και κυρίως της δυστοπικής λογοτεχνίας, σε σύνδεση με τις κοινωνικές εξελίξεις που τις ενέπνευσαν. Από μαρξιστική σκοπιά, μια τέτοια ανάλυση, το πρότυπο της οποίας για τα λογοτεχνικά ρεύματα του 19ου αιώνα μάς έδωσε ο Λούκατς, είναι απολύτως αναγκαία αν πρόκειται να καταλήξουμε σε σωστά συμπεράσματα. Διαφορετικά θα υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του εκλεκτικισμού και των αφηρημένων γενικεύσεων.
Βέβαια, ο Λούκατς δεν επεκτάθηκε στη δυστοπική λογοτεχνία· η οπτική του ήταν κάπως στενή, «συντηρητική» όπως συχνά λέγεται, για να την περιλάβει. Το δοκίμιό μου είναι μια προσπάθεια να ερευνηθεί στοιχειωδώς το συγκεκριμένο πεδίο με τη μεθοδολογία του.
Ποια η σχέση της ουτοπικής με τη δυστοπική λογοτεχνία; Πώς και γιατί επήλθε η μετάβαση από τη μια στην άλλη;
Αυτό είναι ένα αρκετά ευρύ θέμα.
Η ουτοπική φιλολογία και λογοτεχνία έχει διάρκεια αιώνων. Ξεκινά ήδη από την Αρχαιότητα, αν θεωρήσουμε τον Πλάτωνα έναν συντηρητικό ουτοπικό. Κυρίως όμως οι ουτοπίες εμφανίζονται στην Αναγέννηση, ασκώντας κριτική στα κοινωνικά δεινά, τα οποία αποδίδουν στην ιδιοκτησία, και προσβλέποντας σε μια κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας. Ο ουτοπισμός συνδέεται με το γεγονός ότι, μη έχοντας στήριγμα για τις ιδέες τους σε μια πραγματική κοινωνική τάξη όπως ο μαρξιστικός σοσιαλισμός, οι συγγραφείς τους τις εκλαμβάνουν ως ένα αφηρημένο ιδανικό, που θα εισαχθεί στην κοινωνία από τα έξω.
Αυτή η παράδοση, με αφετηρία τον Μορ και τον Καμπανέλα, τους δυο μεγάλους ουτοπικούς της Αναγέννησης, συνεχίζεται από τους κλασικούς ουτοπικούς σοσιαλιστές του 19ου αιώνα, Σαιν-Σιμόν, Φουριέ και Όουεν και περνά στη λογοτεχνία με το έργο των Μόρις, Μπέλαμι, κ.ά. Είναι μια αισιόδοξη, ανθρωπιστική παράδοση, προσβλέποντας στην πρόοδο και τη βελτίωση του ανθρώπινου γένους, που θα προέλθει από την τεχνολογική εξέλιξη και την εξίσωση των κοινωνικών συνθηκών.
Οι ουτοπίες τερματίζονται ουσιαστικά στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν εμφανίζεται και η δυστοπική λογοτεχνία. Η άνοδος της τελευταίας συμπίπτει χρονικά με την άνοδο της παντοδύναμης μονοπωλιακής ολιγαρχίας στις ΗΠΑ και τις άλλες μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, απηχώντας την ανησυχία των προοδευτικών λογοτεχνών για τους κινδύνους που δημιουργεί αυτή η εξέλιξη για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Χαρακτηριστικά, το τελευταίο μεγάλο ουτοπικό έργο, το Κοιτάζοντας Πίσω του Έντουαρντ Μπέλαμι, και το πρώτο μεγάλο δυστοπικό έργο, Η Στήλη του Καίσαρα του Ιγκνάτιους Ντόνελι, εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα στις ΗΠΑ: το πρώτο στα 1888 και το δεύτερο στα 1890.
Την ανάπτυξη της δυστοπικής λογοτεχνίας μπορεί χοντρικά να τη χωρίσουμε σε δυο στάδια. Αρχικά, το ενδιαφέρον εστιάζεται στην απειλή από την καπιταλιστική συγκέντρωση του πλούτου, ώστε το περιεχόμενό της είναι αντικαπιταλιστικό. Σε αυτό το στάδιο, χοντρικά ως το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανήκουν οι Μπέλαμι, Λόντον, Χάξλεϊ και Κάφκα. Στη συνέχεια, ωστόσο, με την άνοδο του σταλινισμού και του ναζισμού, τίθεται στο επίκεντρο το ζήτημα του ολοκληρωτισμού, και αυτό το νέο, μεταπολεμικό στάδιο, συνεχιζόμενο ως τις μέρες μας, εγκαινιάζει ο Όργουελ, με έναν διφορούμενο προπομπό στον Ζαμιάτιν.
Από αυτή τη συνοπτική ιστορική αναδρομή καθίσταται ήδη σαφές ότι η δυστοπική λογοτεχνία δεν αποτελεί μια μηδενιστική άρνηση της προηγούμενης ουτοπικής παράδοσης. Αν η πρώτη διέβλεπε τις θετικές προοπτικές του ανθρώπινου μέλλοντος, η δεύτερη προειδοποιεί για τους κινδύνους του. Υπάρχουν φυσικά απαισιόδοξοι δυστοπικοί –μια τέτοια τάση διακρίνει τον Όργουελ, χωρίς να χρωματίζει τα πάντα– αλλά υπάρχουν και άλλοι, όπως ο Λόντον, που διατηρούν μια αισιόδοξη οπτική.
Ποιες ήταν οι συγκεκριμένες αφορμές της συγγραφής του 1984 και πώς συνδέεται με τις εμπειρίες της ζωής του Όργουελ και με το υπόλοιπο έργο του; Πού εντοπίζονται τα προτερήματα και πού οι αδυναμίες του;
Όπως είναι ευρέως γνωστό, στη ζωή και στη διαμόρφωση των απόψεων του Όργουελ επέδρασε καταλυτικά η εμπειρία του στην Ισπανία, όπου ο σταλινισμός κατέτρεξε τους ακτιβιστές του ΠΟΥΜ ως πράκτορες των φασιστών, λόγω των συμπαθειών τους προς τον Τρότσκι και των ριζοσπαστικών αιτημάτων τους. Αυτή η εμπειρία τον προίκισε με μια αίσθηση της διάστασης ανάμεσα στο σοσιαλιστικό ιδανικό και τις πρακτικές της σταλινικής γραφειοκρατίας, η οποία δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.
Έκτοτε ο αγώνας ενάντια στο σταλινισμό έγινε ένα μείζον ζήτημα για τον Όργουελ, αποτελώντας το κεντρικό μοτίβο των δυο μεγάλων έργων του: της Φάρμας των Ζώων και του 1984. Το πρώτο εκθέτει αλληγορικά το σταλινικό εκφυλισμό στην ΕΣΣΔ μετά την επικράτηση του Στάλιν ως το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το δεύτερο ανατέμνει το ολοκληρωτικό μέλλον που θα προέκυπτε από την ανεμπόδιστη συνέχιση αυτών των τάσεων. Η κοινή αδυναμία τους είναι ότι ο Όργουελ είδε στην ΕΣΣΔ μόνο εκφυλισμό και τίποτε άλλο· η συνύπαρξη στην πορεία της ΕΣΣΔ προωθητικών και ανασχετικών τάσεων, η μερική έστω αποσταλινοποίηση μετά το 1956, κοκ, αποκλείονται από το οπτικό του πεδίο.
Ένας σοβιετικός μαρξιστής, ο Β. Βόλοβετς, είχε συνοψίσει όλες αυτές τις αντιφάσεις, χαρακτηρίζοντας τον Όργουελ σαν «έναν άνθρωπο που περπατά προς τα πίσω, με το πρόσωπο στραμμένο στο μέλλον». Αυτή η κρίση αδικεί κάπως τον Όργουελ, δεδομένου ότι υπάρχουν και προωθητικά στοιχεία στο περπάτημά του. Δεν παύει να είναι όμως μια βαθιά κρίση. Απηχεί το διαλεκτικό πνεύμα με το οποίο πρέπει να τον προσεγγίζουμε ως μαρξιστές.
Το 1984 έχει ερμηνευτεί συχνά ως αντικομμουνιστικό. Αυτό δεν αφορά μόνο τους αντικομμουνιστές απολογητές του καπιταλισμού που το επικαλούνται ως στήριγμα για τη συνταύτιση του κομμουνισμού με το ναζισμό ή τους σταλινικούς επικριτές του Όργουελ, αλλά και προοδευτικούς σχολιαστές όπως ο Ντόιτσερ, στις κρίσεις του οποίου συγκεκριμένα αναφέρεστε. Τελικά είναι αυτό μια βάσιμη γνώμη και αν όχι γιατί;
Αυτή είναι μια λαθεμένη, επιπόλαιη γνώμη, που εκλαμβάνει ως δεδομένη την ταύτιση του σοσιαλισμού με το σταλινισμό. Ο Όργουελ υπήρξε ένας οπαδός των σοσιαλιστικών ιδεών σε όλη τη ζωή του. Στο ίδιο το 1984 αναφέρεται θετικά στην Κομμούνα του Παρισιού και τη μαρξιστική παράδοση. Η κριτική του στο σταλινισμό, πολλά γνωρίσματα του οποίου συμπυκνώνει το ολοκληρωτικό, μονοκομματικό καθεστώς της Ωκεανίας, με την αποπνικτική του αστυνόμευση, τις παραχαράξεις της ιστορίας και την ανελευθερία, δεν επεκτείνεται έτσι σε μια συνολική απόρριψη του σοσιαλισμού. Απεναντίας, επικρίνει το καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού για παραχάραξη και εγκατάλειψη του επαναστατικού, σοσιαλιστικού οράματος. Σε αυτό το πλαίσιο ανιχνεύει με οξυδέρκεια κομβικά στοιχεία της σταλινικής λογικής, όπως η διπλοσκέψη, η ικανότητα να βεβαιώνει κανείς ταυτόχρονα δυο απόλυτα αντίθετες θέσεις. Δείχνει ότι αυτή η λογική, συνοψισμένη στο σύνθημα του κόμματος, «Ο πόλεμος είναι ειρήνη. Η ελευθερία είναι σκλαβιά. Η άγνοια είναι δύναμη», αποτελεί το σήμα κατατεθέν κάθε παρασιτικού αυτοαναπαραγόμενου μηχανισμού. Βέβαια, η κριτική του Όργουελ δεν στρέφεται μόνο ενάντια στο σταλινισμό αλλά και ενάντια στον αστικό ολοκληρωτισμό, το φασισμό, κοκ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το 1984 δεν έχει αδυναμίες. Αν και ο Όργουελ εναποθέτει τις ελπίδες του στους προλετάριους, τους παρουσιάζει σαν μια άκριτη μάζα που καλείται απλά να υλοποιήσει τις συλλήψεις τις διανόησης, την οποία ενσαρκώνει ο πρωταγωνιστής, Ουίνστον Σμιθ. Η «θετική» προοπτική του 1984 δεν θεμελιώνεται σε μια ακριβή σύλληψη των κοινωνικών δυναμικών. Η εικόνα των στάσιμων και σε διαρκή πόλεμο ολοκληρωτισμών που οικοδομεί, αν και απαραίτητη για να στηριχτεί η δυστοπική ατμόσφαιρα, δεν ταιριάζει καλά με όσα συνέβησαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Επιπλέον, η κριτική του στο καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού βασίζεται στα σχήματα του γραφειοκρατικού κολεκτιβισμού, τα οποία είχε ορθά απορρίψει ο Τρότσκι ως μια στρεβλή ανάλυση των εξελίξεων στην ΕΣΣΔ. Από εδώ απορρέει ο πεσιμισμός του 1984, η αδυναμία να υποδειχτεί μια θετική διέξοδος από τον ολοκληρωτισμό, η οποία κορυφώνεται στο φινάλε του, όταν ο ήρωας και η ηρωίδα προδίδονται αμοιβαία και εκείνος συνειδητοποιεί ότι αγαπά τον Μεγάλο Αδελφό. Θα πρόσθετα όμως ότι η προειδοποίηση που απευθύνει το 1984 δεν είναι κάτι ασήμαντο και η αναγκαιότητά της δικαιολογεί εν μέρει τις προβληματικές πλευρές του.
Στο δοκίμιό σας αναφέρεστε σε μια δυσφημιστική δήλωση του Κουτσούμπα στη Βουλή, ο οποίος χαρακτήρισε τον Όργουελ «μεγάλο ρουφιάνο της αντίδρασης». Πώς προέκυψε αυτό και τι δείχνει;
Ο Κουτσούμπας προέβηκε σε αυτή τη δήλωση το 2022 με αφορμή μια άσχετη αναφορά στον Όργουελ σε μια στιχομυθία μεταξύ Τσίπρα και Μητσοτάκη. Στηρίζεται σε μια μελανή κηλίδα στη ζωή του Όργουελ, όταν λίγο πριν το θάνατό του έδωσε έναν κατάλογο αριστερών διανοούμενων σε μια φίλη του, τη Σίλια Κίρουαν, η οποία συνεργαζόταν με το Φόρεϊν Όφις, ως ακατάλληλων για ένα αντικομμουνιστικό πρότζεκτ της περιόδου.
Ο Όργουελ ήταν τότε βαριά άρρωστος και αποθαρρυμένος από την απομόνωσή του. Η συγκεκριμένη ενέργειά του δεν είχε συνέπειες σε αυτούς τους διανοούμενους, που ήταν όλοι πασίγνωστοι αριστεροί, και δεν χαρακτηρίζει τη συνολική πορεία του Όργουελ. Με αυτή την έννοια, μπορεί να είμαστε κάπως επιεικείς μαζί του.
Η επίθεση του Κουτσούμπα είναι, λοιπόν, ακραία κακεντρεχής και συκοφαντική.
Με την ευκαιρία, να προσθέσω ότι η διπλοσκέψη, ο ολοκληρωτικός τύπος λογικής που αποκάλυψε στο 1984 ο Όργουελ, χαρακτηρίζει πλήρως τη νεοσταλινική ηγεσία του ΚΚΕ. Ένα κραυγαλέο δείγμα της δίνει η θέση τους για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο χαρακτηρίζουν στις πρόσφατες κομματικές αποφάσεις και ιστορίες ταυτόχρονα «ιμπεριαλιστικό» και «μεγάλη νίκη των λαών», που επιτεύχθηκε χάρη στον Στάλιν.
Φυσικά, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν ιμπεριαλιστικός. Ήταν συνολικά ένας αντιφασιστικός πόλεμος, ένας αγώνας της ανθρωπότητας ενάντια στο φασισμό, με πρωταγωνιστές τους λαούς της ΕΣΣΔ, που σήκωσαν το κύριο βάρος του. Το να λες όμως ταυτόχρονα ότι ο Β΄ Παγκόσμιος ήταν ιμπεριαλιστικός και μεγάλη νίκη των λαών, πέρα από απεμπόληση του αντιφασισμού, συνιστά μνημειώδη ασυναρτησία. Ξεκάθαρα αυτά τα δυο δεν μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα. Η συνύπαρξή τους στο κεφάλι της ηγεσίας του ΚΚΕ απορρέει από τον ιστορικό παρασιτισμό της, την ανάγκη να ταυτίζει τον εαυτό της με την υπόθεση του σοσιαλισμού, ενώ η πρακτική της βρίσκεται σε πλήρη διάσταση. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι σταλινικές ηγεσίες έχουν ένα ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης, ώστε να διακρίνουν τι τις απειλεί και όσο μπορούν να το δυσφημούν και να το εξαλείφουν. Εξ ου και η σκαιά επίθεση του Κουτσούμπα στον Όργουελ.
Ποιοι είναι οι σημαντικοί σταθμοί της δυστοπικής λογοτεχνίας και ποια η θέση του 1984 μέσα σε αυτή; Ποια άλλα σημαντικά δυστοπικά έργα μπορεί ειδικότερα να παραβληθούν μαζί του και ποιες οι διαφορές τους;
Όπως ήδη ανέφερα, η εξέλιξη της δυστοπικής λογοτεχνίας περνά από δυο στάδια, ένα αντικαπιταλιστικό και ένα αντιολοκληρωτικό.
Η Στήλη του Καίσαρα, το πρώτο μεγάλο δυστοπικό μυθιστόρημα, καταγράφει με σπάνια διεισδυτικότητα την άνοδο της χρηματιστικής ολιγαρχίας στις ΗΠΑ. Ο Ντόνελι, ωστόσο, εμφανίζει τις μάζες να διακρίνονται από την ίδια κτηνωδία και εκτράχυνση με τους κρατούντες, ώστε η επανάστασή τους καταλήγει μοιραία στην εκμηδένιση του πολιτισμού.
Στον αντίποδα, η Σιδερένια Φτέρνα του Λόντον υπερασπίζει την επανάσταση, ανιχνεύοντας τις συστημικές ρίζες της βαρβαρότητας. Ο Τρότσκι είχε σε υψηλή υπόληψη αυτό το έργο, εκτιμώντας σωστά ότι πρόβλεψε από το 1907 το φασισμό. Βέβαια, ο Λόντον εξιδανικεύει κάπως τους επαναστάτες, βλέποντας μόνο εξωτερικά εμπόδια στο δρόμο της επανάστασης, προερχόμενα από την αντίσταση των κυρίαρχων τάξεων.
Ο Γενναίος Νέος Κόσμος του Χάξλεϊ έχει επίσης αντικαπιταλιστική αιχμή, περιγράφοντας ένα γενικευμένο φορντισμό – στη δυστοπική του κοινωνία του μέλλοντας έχει καθιερωθεί η χρονολογία «μετά Φορντ». Αναζητά όμως διέξοδο στο παρελθόν, τυποποιώντας το στη μορφή του Ιωάννη, του άγριου πρωταγωνιστή, και υποπίπτοντας έτσι, όπως και ο Ντόνελι, στον ρομαντικό αντικαπιταλισμό.
Στην ίδια αντικαπιταλιστική παράδοση εντάσσονται τέλος Ο Πύργος και Η Δίκη του Κάφκα, με την τελευταία να ανιχνεύει τα βάθρα του ολοκληρωτισμού στα στηρίγματα του καπιταλιστικού συστήματος, τον βιομήχανο, τον δικαστή, τον βασανιστή, τον καλλιτέχνη και τον ιερέα.
Το Εμείς του Ζαμιάτιν, που εγκαινιάζει το δεύτερο στάδιο, παρά την εγρήγορσή του, μπορεί όντως να θεωρηθεί αντικομμουνιστικό. Ο Ζαμιάτιν, ένας πολέμιος της Οκτωβριανής Επανάστασης, εισάγει το θέμα του ολοκληρωτισμού, αποδίδοντάς τον όμως στην επανάσταση, την επιστήμη και τις ορθολογικές παραδόσεις του Διαφωτισμού, ως αντίδοτο στα οποία προβάλλει μια αιρετική εκδοχή θρησκείας.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι ο Όργουελ απορρίπτει βασικά το Εμείς, εκτιμώντας ότι «δεν πρόκειται για ένα βιβλίο πρώτης γραμμής». Η κριτική του αυτή στρέφεται ακριβώς ενάντια στα παραπάνω σημεία. Αν πάτε στο μέρος «Οι αρχές της νεομιλίας», θα δείτε ότι ο Όργουελ, εκτός από τις παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος, υπερασπίζει εκεί την επιστήμη και το Διαφωτισμό. Πρόκειται για θεμελιώδη προοδευτικά στοιχεία του 1984.
Το 1984 ακολουθήθηκε από πολλά δυστοπικά μυθιστορήματα, ανθρωπιστικής και προοδευτικής οπτικής, των Μπράντμπερι, Γουίνταμ, Βόνεγκατ, κ.ά. Ιδιαίτερα Η Ώρα των Τριφίδων του Γουίνταμ είναι ένα μεγάλης αξίας μυθιστόρημα, αναφερόμενο στην προσπάθεια των ανθρώπων να επιβιώσουν μετά από μια κοσμική καταστροφή, εξαιτίας της ασυδοσίας των μεγάλων τραστ. Ο Γουίνταμ αντιπαραθέτει τους πιθανούς τρόπους επιβίωσης σε μια τέτοια κατάσταση και δείχνει ότι μόνο σε συλλογική, κομμουνιστική βάση θα υπάρχει μια ελπίδα σωτηρίας της ανθρωπότητας.
Σε αντίθεση με το 1984 η οπτική του Γουίνταμ είναι βαθιά αισιόδοξη. Έχει όμως το «μειονέκτημα» ότι τοποθετεί τις διάφορες λογικές –θρησκευτική, ατομικιστική, στρατοκρατική, συλλογική– σε ίση βάση. Αυτό αντιφάσκει με την εμπειρία μας, που δείχνει ότι οι χειραγωγικές λογικές ξεκινούν από μια πιο ισχυρή αφετηρία, δυσχεραίνοντας με την κυριαρχία τους την οργάνωση μιας αποτελεσματικής αντίστασης. Ο Όργουελ δεν χάνει ποτέ από τα μάτια του αυτό το καίριο σημείο, τείνει όμως να υπερβάλλει την ισχύ της αντίδρασης σε παντοδυναμία.
Στο δοκίμιό σας αναφέρεστε επίσης στην επίδραση της δυστοπικής λογοτεχνίας στον κινηματογράφο. Πείτε μας δυο λόγια σχετικά.
Αυτό επίσης είναι ένα τεράστιο θέμα.
Ο δυστοπικός κινηματογράφος ξεκινά με το Μετρόπολις του Φριτς Λανγκ στα 1927. Είναι μια μεγάλη ταινία που αποκαλύπτει τη δυστυχία των εργατών, καταλήγοντας όμως, όπως το παραδέχτηκε αργότερα ο ίδιος ο Λανγκ, σε ένα ανόητο συμφιλιωτικό φινάλε.
Με το 1984 έχει συγκριθεί, εν μέρει βάσιμα, το Μάτριξ. Θα πρόσθετα όμως ότι σε αυτή τη σύγκριση όλα τα πλεονεκτήματα βρίσκονται με το 1984. Το Μάτριξ φαινομενικά πρεσβεύει μια επαναστατική έξοδο από τη χειραγώγηση, ωστόσο αυτή βασίζεται σε μη ρεαλιστική, ατομικιστική ανταρσία, με τον ήρωα να είναι ένα είδος υπερανθρώπου. Επιπλέον, στο τελευταίο σίκουελ βλέπουμε το Μάτριξ να συμφωνεί με την έξοδο των εξεγερμένων από αυτό, σε ένα γλυκερό φινάλε παρόμοιο με του Μετρόπολις. Είναι ένα προσόν του 1984 ότι ο Όργουελ επιλέγει ως ήρωα έναν μέσο άνθρωπο και δείχνει την αδυναμία κάθε αντίστασης που παραμένει μέσα σε ατομικά όρια.
Η κλασική μαρξιστική δυστοπική ταινία, την οποία συζητώ αρκετά στο δοκίμιο, είναι το Ζουν Ανάμεσά μας του Κάρπεντερ. Σε αυτή την κορυφαία ταινία η ισχύς της χειραγώγησης παρουσιάζεται επίσης με ακρίβεια. Τελικά όμως χάρη στη θυσία του πρωταγωνιστή, ενός απλού εργάτη, τα μάτια του κόσμου ανοίγουν και οι εξωγήινοι εισβολείς που εξουσιάζουν τον πλανήτη –μια εικόνα για τους γιάπηδες και τα γκόλντεν μπόις του νεοφιλελευθερισμού– τελικά αποκαλύπτονται. Τέλος, ο Τζόκερ του Τοντ Φίλιπς είναι επίσης μια αυθεντικά ριζοσπαστική δυστοπική ταινία.

+ There are no comments
Add yours