Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα κεφάλαιο από το εισαγωγικό δοκίμιο του Χρήστου Κεφαλή στη συλλογή, «Φρίντριχ Ένγκελς. Διαλεκτά Κείμενα». Η συλλογή κυκλοφόρησε το 2020, στην επέτειο των 200 χρόνων από τη γέννηση του Ένγκελς. Περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά κείμενα από όλη τη διάρκεια της επαναστατικής του δραστηριότητας. Στο εισαγωγικό του δοκίμιο ο Χρήστος Κεφαλής συζητά τη συμβολή του Ένγκελς σε διάφορα πεδία της μαρξιστικής θεωρίας.
Ο Ένγκελς και ο ρεφορμισμός στη Β΄ Διεθνή
του Χρήστου Κεφαλή
Ο Ένγκελς, όπως ο Μαρξ, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση μόνο ένας θεωρητικός του σοσιαλισμού. Ήταν πρώτ’ απ’ όλα ένας κομμουνιστής επαναστάτης που αντιλαμβανόταν την ανάγκη για ενότητα της θεωρίας με την πράξη και συνένωσή της με τον ταξικό αγώνα του προλεταριάτου. Είχε έτσι καίρια συμβολή στις διαδικασίες για την οργανωτική συγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος σε όλη τη ζωή του, πρώτα στην Α΄ Διεθνή, τη Διεθνή Ένωση των Εργατών, και μετά στη Β΄ Σοσιαλιστική Διεθνή.
Μετά τη διάλυση της Ένωσης των Κομμουνιστών στις αρχές της δεκαετίας του 1850, το κομμουνιστικό κίνημα πέρασε από μια υποχώρηση, ώσπου να δημιουργηθούν, στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, οι όροι μιας νέας ανόδου του. Καρπός και οργανωτική αποκρυστάλλωση αυτής της νέας φάσης ήταν η δημιουργία της Α΄ Διεθνούς το 1864 στο Λονδίνο και των πρώτων, αδύναμων ακόμη σοσιαλιστικών και εργατικών κομμάτων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Διεθνή συνενώθηκαν σε αυτό το πρώιμο στάδιο του ταξικού αγώνα όλες οι τάσεις του εργατικού κινήματος: αναρχικοί, ρεφορμιστές και μαρξιστές. Καθώς οι μεταξύ τους διαφορές αποκαλύπτονταν στην πορεία, ο Ένγκελς έπαιξε σημαντικό ρόλο στο πλευρό του Μαρξ στον αγώνα για την υπερίσχυση της μαρξιστικής, κομμουνιστικής τάσης και την καταπολέμηση των λαθεμένων θέσεων και κατευθύνσεων των άλλων ρευμάτων. Παρότι ως τα 1870 η διαμονή του στο Μάντσεστερ τον εμπόδιζε να συμμετέχει άμεσα στις εργασίες του Γενικού Συμβουλίου, ο Ένγκελς συνεργαζόταν στενά με τον Μαρξ στις υποθέσεις της. Μετά την εγκατάστασή του στο Λονδίνο συνεισέφερε ενεργά στις δραστηριότητες και στην προετοιμασία ντοκουμέντων για την πορεία της Διεθνούς, έγραφε μπροσούρες και αλληλογραφούσε με τους αγωνιστές της μαρξιστικής πτέρυγας δίνοντάς τους πολύτιμες συμβουλές[1].
Η κύρια διαμάχη στα χρόνια της Α΄ Διεθνούς ήταν εκείνη ανάμεσα στους μαρξιστές και τους αναρχικούς. Οι αναρχικοί περιλάμβαναν μερικές επιφανείς μορφές όπως η μαχήτρια της Κομμούνας Λουίζ Μισέλ, οι μάρτυρες του Σικάγου, ο Ε. Ρεκλί, ο Κροπότκιν και ο Μπακούνιν. Οι ηγετικές αυτές φυσιογνωμίες του αναρχισμού συνεισέφεραν στο κίνημα περισσότερο σαν πρακτικοί αγωνιστές ή σαν λόγιοι, παρά ειδικά με τις αναρχικές ιδέες τους. Η Λουίζ Μισέλ και οι μάρτυρες του Σικάγου πρόσφεραν ένα ηρωικό παράδειγμα αντίστασης στην τυραννία και την ωμή βία των κυρίαρχων τάξεων. Ο Κροπότκιν και άλλοι συνέβαλαν με τις ιστορικές μελέτες τους στη γνώση των επαναστατικών κινημάτων του παρελθόντος. Ο αναρχισμός ως πολιτική θεωρία αποδείχτηκε, ωστόσο, στη δοκιμασία της πράξης εντελώς ακατάλληλος για τον απελευθερωτικό αγώνα του προλεταριάτου. Οι βασικές θέσεις των αναρχικών, η άρνηση του πολιτικού αγώνα, η προσφυγή στην ατομική τρομοκρατία και η συνωμοτική αντίληψη της επανάστασης εξέφραζαν την ανωριμότητα του κινήματος, σε μια εποχή όπου η συνείδηση των μαζών παρέμενε άμορφη και η δράση τους περιοριζόταν στη σπασμωδική, συχνά εξαιρετικά έντονη και εκρηκτική, αντίδραση στα δεινά τους. Οι άλλες ομάδες στην Α΄ Διεθνή, οι προυντονικοί ρεφορμιστές, συνδεόμενοι στενά με το αναρχικό ρεύμα, και οι οπαδοί του Μπλανκί, συμμερίζονταν επίσης ένα μέρος από αυτές τις αδυναμίες, αν και όχι με τόσο ακραία μορφή.
Ο αναρχισμός στην κλασική του εκδοχή έχει πάψει σήμερα να αποτελεί πραγματική ιστορική δύναμη. Ακόμη και αν οι αναρχικές διαθέσεις εξακολουθούν να εκδηλώνονται συχνά, δεν αγκαλιάζουν πλατιές μάζες, όπως συνέβαινε στην εποχή της Α΄ Διεθνούς, ούτε είναι δυνατό να υποδείξει κανείς κάποιες αντίστοιχης εμβέλειας μορφές στα αναρχικά ρεύματα του 20ού και του 21ου αιώνα. Παρά την ιστορική αξία αυτών των διαμαχών, δεν θα ήταν έτσι παραγωγικό να επιμείνουμε σε αυτές. Πολύ πιο σημαντική ήταν η διαμάχη των κλασικών με το ρεφορμισμό, που αναπτύχθηκε στα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της Β΄ Διεθνούς, σημαδεύοντας την πορεία του εργατικού κινήματος στον 20ό αιώνα και ως τις μέρες μας. Μετά το θάνατο του Μαρξ, ο Ένγκελς έπαιξε εδώ καθοριστικό ρόλο, υπερασπίζοντας σε γενικές γραμμές επάξια την προλεταριακή, κομμουνιστική κατεύθυνση.
Ο ρεφορμισμός ως ρεύμα εκδηλώθηκε εμβρυακά στο εργατικό κίνημα ήδη στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Η πτέρυγα της «Ηθικής δύναμης» στους Άγγλους χαρτιστές, η πτέρυγα του Λουί Μπλαν και του Προυντόν στην επανάσταση του 1848, πρόσφεραν μια πρώιμη εκδοχή των ρεφορμιστικών αντιλήψεων, επιχειρώντας να εξάγουν από τον καπιταλισμό μια δίκαιη διανομή του πλούτου όχι απαλλοτριώνοντας το κεφάλαιο αλλά μοιράζοντάς το ισότιμα σε όλους[2]. Ωστόσο, ο ρεφορμισμός μπόρεσε να μετατραπεί σε πραγματικό ιστορικό ρεύμα με επιρροή στο εργατικό κίνημα μόνο όταν η ανάπτυξη του καπιταλισμού έδωσε τη δυνατότητα στην αστική τάξη να προβεί σε παραχωρήσεις που βελτίωναν κάπως τις συνθήκες ζωής των μαζών, στην Αγγλία από τη δεκαετία του 1850 και στις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης ένα-δυο δεκαετίες αργότερα. Ως αποτέλεσμα, το εργατικό κίνημα στη Βρετανία προσανατολίστηκε στη συνεργασία με τους φιλελεύθερους αστούς για πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και αυτές οι τάσεις εμφανίστηκαν και ενδυναμώθηκαν αργότερα με τους ποσιμπιλιστές στη Γαλλία και ανάλογα ρεύματα στις άλλες προηγμένες καπιταλιστικές χώρες.
Με την ίδρυση της Β΄ Διεθνούς στο Παρίσι το 1889 και την αποτυχία των Γάλλων ποσιμπιλιστών να ενώσουν με το αντισυνέδριό τους τα ρεφορμιστικά ρεύματα αναζωπυρώθηκε αρχικά στο εσωτερικό της Διεθνούς η διαμάχη ανάμεσα στη μαρξιστική και την αναρχική πτέρυγα. Η διαμάχη αυτή έληξε νικηφόρα για τους μαρξιστές, με την αποβολή των αναρχικών από τη Διεθνή. Στο ίδιο διάστημα, ωστόσο, δειλά στην αρχή, άρχισαν να εισρέουν στα νεαρά σοσιαλιστικά κόμματα της εποχής ένα πλήθος μικροαστοί και αστοί ριζοσπάστες πολιτικοί, δημοσιολόγοι και διανοούμενοι, που επωφελούνταν από τις ευκαιρίες καριέρας που άνοιγε η κοινοβουλευτική ενίσχυσή τους και η κατάκτηση θέσεων στην αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα και αλλού. Η πιο κραυγαλέα έκφραση αυτών των τάσεων ήταν η υπουργοποίηση το 1899 του Γάλλου σοσιαλιστή Αλεξάντρ Μιλεράν στην αστική κυβέρνηση του Βαλντέκ-Ρουσώ, πλάι στο δήμιο της Κομμούνας στρατηγό Γκαλιφέ. Ταυτόχρονα ο ρεφορμισμός έκανε ισχυρές εισροές στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το κόμμα πρότυπο της Διεθνούς, και σε μια σειρά ακόμη κόμματα όπως το Βελγικό, το Ολλανδικό, το Αυστριακό, το Ιταλικό, τα σκανδιναβικά, κοκ. Κοντολογίς, σχεδόν σε όλα τα κόμματα της Β΄ Διεθνούς δημιουργήθηκε μια ισχυρή δεξιά πτέρυγα, η οποία, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Ένγκελς, εκφράστηκε ανοικτά και στα συνέδρια της Διεθνούς. Η υποστήριξη της συμμετοχής σε αστικές κυβερνήσεις καθώς και της αποικιακής πολιτικής, που ακόμη και αν δεν έγιναν πλειοψηφικές συγκέντρωναν πολλές ψήφους στα σοσιαλιστικά συνέδρια, ήταν δυο από τα κύρια σημάδια της αυξανόμενης επιρροής του ρεφορμισμού, ενώ παράλληλα πήραν έκταση η προσπάθειες αναθεώρησης του μαρξισμού, όπως εκδηλώθηκαν κυρίως με τις εργασίες του Μπερνστάιν, των Φαβιανών και των άλλων θεωρητικών της ρεφορμιστικής δεξιάς[3].
Οι Μαρξ και Ένγκελς αντιτάχθηκαν μαχητικά στο ρεφορμισμό ως τον αντίποδα της δικής τους επαναστατικής θεώρησης από τα πρώτα του βήματα. Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας του Μαρξ ήταν πρώτα και κύρια μια πολεμική στα ρεφορμιστικά σχέδια του Προυντόν για μεταρρύθμιση της πίστης και της ανταλλαγής, ως μέσο εξάλειψης της κοινωνικής αδικίας. Η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875) στρεφόταν παρόμοια ενάντια στις ψευδαισθήσεις του Λασάλ και των οπαδών του ότι ήταν δυνατό να εισαχθεί ο σοσιαλισμός με την υποστήριξη των συνεταιρισμών από το πρωσικό κράτος, ουσιαστικά μια ανορθόδοξη μορφή ρεφορμισμού που ενσωματώθηκε στο πρώτο πρόγραμμα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Όταν λίγα χρόνια μετά ο Μπερνστάιν και οι συνεργάτες του στην Ελβετία πρόβαλαν μια πιο επεξεργασμένη ρεφορμιστική προοπτική, οι Μαρξ και Ένγκελς συνέγραψαν την «Εγκύκλιο Επιστολή» τους, όπου προειδοποιούσαν με ρήξη την ηγεσία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, πάντα δεκτική σε συμβιβασμούς με αυτές τις τάσεις, στο
πρόσωπο του Λίμπκνεχτ και άλλων, αν επιδείκνυαν ανοχή απέναντί τους:
«Κατά την ίδρυση της [1ης] Διεθνούς», ανέφεραν οι κλασικοί, «διατυπώσαμε ρητά την κραυγή μάχης: Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης. Δεν μπορούμε, συνεπώς, να πάμε μαζί με ανθρώπους που λένε ανοιχτά ότι οι εργάτες είναι πάρα πολύ αμαθείς για να χειραφετήσουν τους εαυτούς τους, και πρέπει πρώτα να χειραφετηθούν από πάνω, από φιλανθρωπικά μέλη της μεγάλης και μικρής αστικής τάξης. Αν το νέο όργανο του κόμματος πάρει μια θέση που αντιστοιχεί με τις ιδέες των εν λόγω κυρίων, αν γίνει αστικό και όχι προλεταριακό, τότε το μόνο που θα μας απομένει, με όση λύπη και να το κάνουμε, θα είναι να κηρυχθούμε εναντίον του δημόσια και να διαλύσουμε την αλληλεγγύη με την οποία έχουμε αντιπροσωπεύσει μέχρι σήμερα το γερμανικό κόμμα στο εξωτερικό»[4].
Στις διαδικασίες ίδρυσης της Β΄ Διεθνούς ο Ένγκελς διαδραμάτισε καίριο ρόλο στο να διαχωριστεί η εργατική, μαρξιστική συνιστώσα από το δεξιό ρεύμα, που οργάνωσε ταυτόχρονα χωριστό συνέδριο στο Παρίσι, επιχειρώντας να ιδρύσει μια Διεθνή βασισμένη στις δικές του, ρεφορμιστικές αντιλήψεις. Αποτράπηκε έτσι, παρότι αργότερα ένα σημαντικό μέρος από τα ρεύματα του αντι-συνεδρίου εντάχθηκαν στα κόμματα της Β΄ Διεθνούς, να βάλουν αυτές οι δυνάμεις τη σφραγίδα τους στη συγκρότηση και τη φυσιογνωμία της νέας Διεθνούς από τα πρώτα της βήματα.
Καθοριστική ήταν η συμβολή του Ένγκελς και στα επόμενα χρόνια ως το θάνατό του στη διαπαιδαγώγηση των νεαρών σοσιαλιστικών κομμάτων, συνδυάζοντας την ευλυγισία στα επιμέρους ζητήματα ώστε να διατηρείται η ενότητά τους με τη σταθερή προσήλωση στις μαρξιστικές αρχές[5]. Κάτω από την επίδραση της κριτικής του εκείνη την περίοδο φάνηκε ακόμη και ρεφορμιστές όπως ο Μπερνστάιν να μετατοπίζονται προς τις μαρξιστικές θέσεις. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο έγινε δεκτός ο λόγος του Ένγκελς στο 3ο Συνέδριο της Διεθνούς στη Ζυρίχη το 1893, ήταν ένα δείγμα του σεβασμού που απολάμβανε σε όλους τους σοσιαλιστές της εποχής. Και δικαιολογημένα διακήρυξε εκεί ότι ο Μαρξ και αυτός δεν είχαν εργαστεί μάταια και μπορούσαν να θυμούνται τη δουλειά τους με περηφάνια και ικανοποίηση.
Ο ρεφορμισμός εκδηλώθηκε ανοικτά και δυναμικά σαν ένα συνολικό ρεύμα, που έδινε τις δικές του απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα τακτικής και στρατηγικής του κινήματος, μόνο μετά το θάνατο του Ένγκελς, κυρίως με τη δημοσίευση του βιβλίου του Μπερνστάιν Οι Προϋποθέσεις του Σοσιαλισμού και τα Καθήκοντα της Σοσιαλδημοκρατίας στα 1899. Ωστόσο, οι ρεφορμιστικές ιδέες κυκλοφορούσαν σε όλη την προηγούμενη περίοδο ενώ αποκαλύπτονταν βαθμιαία οι αντικειμενικές βάσεις της εμφάνισης και της διάδοσής τους μέσα στο εργατικό κίνημα στις ίδιες τις προόδους του καπιταλισμού. Ο Ένγκελς, ο οποίος με την επιμέλειά του των δυο τόμων του Κεφαλαίου είχε βαθύνει τις οικονομικές του αντιλήψεις, δεν περιορίστηκε μόνο να καταδικάζει ηχηρά το ρεφορμισμό, όπως έκαναν τα αριστερίστικα, μισο-αναρχικά στοιχεία της περιόδου, αλλά καταπιάστηκε με επιτυχία να τον ερμηνεύσει και να δώσει μια μαρξιστική εκτίμηση των συντελούμενων αλλαγών και της σημασίας τους για το επαναστατικό εργατικό κίνημα.
Ο Ένγκελς, όπως και ο Μαρξ, αναγνώρισε ρητά τη διάψευση των ελπίδων του 1848 ότι η σοσιαλιστική επανάσταση επέκειτο άμεσα, αναγνωρίζοντας ότι ο καπιταλισμός είχε ακόμη αρκετά χρονικά περιθώρια χάρη στην ικανότητά του να προωθεί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Στον ήδη συζητημένο πρόλογό του στο Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία του Μαρξ σημείωνε σχετικά:
«Η ιστορία απέδειξε ότι εμείς [ο Ένγκελς και ο Μαρξ], και όλοι όσοι σκέφτονταν όπως εμείς, σφάλαμε. Έχει καταστήσει σαφές ότι η κατάσταση της οικονομικής ανάπτυξης στην Ήπειρο εκείνη την εποχή δεν ήταν, κατά μια μεγάλη απόσταση, ώριμη για την απομάκρυνση της καπιταλιστικής παραγωγής· το απέδειξε αυτό με την οικονομική επανάσταση η οποία, από το 1848, έχει καταλάβει ολόκληρη την ήπειρο, έχει προκαλέσει για πρώτη φορά να ριζώσει η μεγάλη βιομηχανία στη Γαλλία, την Αυστρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία και πρόσφατα στη Ρωσία, ενώ έχει κάνει τη Γερμανία θετικά μια βιομηχανική χώρα πρώτης τάξης – όλα πάνω σε μια καπιταλιστική βάση, η οποία κατά το έτος 1848, συνεπώς, είχε ακόμα μεγάλη ικανότητα για επέκταση… Η ιστορία… έχει κάνει ακόμη περισσότερα· δεν έχει μόνο σκορπίσει τις λαθεμένες απόψεις που συμμεριζόμασταν τότε· έχει επίσης μετασχηματίσει πλήρως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πρέπει να παλέψει το προλεταριάτο»[6].
Ο Ένγκελς δεν αφιέρωσε κάποια ειδική εργασία για να συζητήσει την επέκταση του καπιταλισμού, σε αρκετά όμως κείμενά του έδωσε μια εκτίμηση των προόδων και των αντιθέσεών της. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι εδώ το άρθρο του «Η Αγγλία το 1845 και το 1885», το οποίο ενσωμάτωσε στη συνέχεια στον πρόλογό του στην επανέκδοση του Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία. Εκεί ο Ένγκελς επισήμανε τρία κύρια σημεία. Από τη μια μεριά, οι δεκαετείς κύκλοι της περιόδου ως το 1866, στο τέλος των οποίων το κραχ δημιουργούσε μια κατάσταση υπό όρους επαναστατική, είχαν δώσει τη θέση τους σε μια περίοδο μέτριας ανάπτυξης, χωρίς οξεία κρίση αλλά και χωρίς αλματική άνοδο. Σε αυτή τη φάση η Αγγλία έχανε αυξανόμενα το παγκόσμιο εμπορικό μονοπώλιό της απέναντι στη Γερμανία και την Αμερική, προετοιμάζοντας έτσι μια νέα περίοδο άγριου ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστικών δυνάμεων. Από την άλλη μεριά, οι ίδιες αστικές τάξεις και οι πολιτικοί που είχαν καταπνίξει τις επαναστατικές διεκδικήσεις του 1848, είχαν υποχρεωθεί στη συνέχεια από την πίεση της οικονομικής αναγκαιότητας να εκπληρώσουν ένα μέρος τους, έστω και με ένα στενό, περιορισμένο τρόπο. Οι Εργοστασιακές Πράξεις και η επέκταση του εκλογικού δικαιώματος στην Αγγλία, η εδραίωση των εθνικών κρατών στην Ευρώπη (Ιταλία, Ουγγαρία, κοκ), ήταν η βάση για την άνοδο του εμπορίου και την κυριαρχία των βιομηχανικών καπιταλιστών. Τέλος, αναφορικά με την εργατική τάξη, οι εξελίξεις αυτές είχαν ως συνέπεια, ιδιαίτερα στην Αγγλία, μια ουσιαστική βελτίωση της θέσης ορισμένων στρωμάτων της και μια πολύ μικρότερη βελτίωση της θέσης της μεγάλης μάζας των εργατών. Δημιουργήθηκε έτσι, όπως εντόπισε πρώτος ο Ένγκελς, μια εργατική αριστοκρατία, που ήταν από τη θέση της δεκτική στη ρεφορμιστική ιδεολογία για μια βαθμιαία βελτίωση των συνθηκών ζωής της και μια ειρηνική προώθηση στο σοσιαλισμό[7].
Ποιο συμπέρασμα προέκυπτε από αυτές τις αλλαγές; Οι ηγετικοί μαρξιστές της Β΄ Διεθνούς συνήγαγαν κατά κανόνα ότι ο καπιταλισμός είχε επιτύχει μια μόνιμη σταθεροποίηση. Εφεξής, παρά τα όποια κρισιακά φαινόμενα και τις αντιθέσεις, θα λάβαινε χώρα μια βαθμιαία ωρίμανση των οικονομικών προϋποθέσεων του σοσιαλισμού και η εργατική τάξη, αξιοποιώντας κατάλληλα τις κοινοβουλευτικές μορφές αγώνα, θα έφτανε στην εξουσία. Αυτό σήμαινε ότι οι παλιές, επαναστατικές φόρμουλες του 1848, όπως είχαν αποτυπωθεί στην «Προσφώνηση στην Ένωση των Κομμουνιστών», ανήκαν στο παρελθόν και μια πιο εύκολη και ειρηνική επαναστατική νίκη διαγραφόταν στον ορίζοντα. Ακόμη κι αν αυτή η νίκη βρισκόταν μακριά, την εγγυούνταν η ίδια η οικονομική ανάπτυξη και πολύ λίγα θα χρειάζονταν για να κερδηθεί οριστικά στην τελική αναμέτρηση, όπου όλα, τόσο οι υλικές συνθήκες όσο και η συνείδηση των μαζών, θα δούλευαν προς όφελος του σοσιαλισμού. Κοντολογίς, αυτό που ανέκυπτε, ακόμη και αν διατηρούνταν η επαναστατική ορολογία, ήταν ένα γραμμικό σχήμα ανάπτυξης, με έντονα τα στοιχεία μιας μηχανιστικής θεώρησης, συμβατής με το ρηχό αστικό προοδευτισμό της εποχής.
Ο Κάουτσκι, ο ηγετικός θεωρητικός της Β΄ Διεθνούς, ήδη από το 1901 είχε προσχωρήσει ουσιαστικά σε αυτή την αντίληψη. Σε ένα άρθρο του αφιερωμένο στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο υποστήριζε:
«Μετά τον Ιούνη του 1848 μια αστική επανάσταση που θα μπορούσε να αποτελέσει το προοίμιο μιας προλεταριακής επανάστασης δεν είναι πλέον δυνατή στη Δυτική Ευρώπη… Η ενδυνάμωση της εργατικής τάξης καθώς και η ανύψωσή της σε μια θέση που θα της επέτρεπε να κατακτήσει και να διατηρήσει την πολιτική εξουσία, δεν μπορούν να αναμένονται πλέον από μια αστική επανάσταση που, μετατρεπόμενη σε διαρκή, επεκτείνεται πέραν των ορίων της και αναπτύσσει από μέσα της μια προλεταριακή επανάσταση. Αυτή η ενδυνάμωση και η ωρίμανση πρέπει να λάβουν χώρα εκτός της επανάστασης και πριν από αυτή. Το προλεταριάτο πρέπει να έχει φτάσει σε ένα ορισμένο βαθμό ανάπτυξης, πριν μια επανάσταση καταστεί εφικτή. Η επανάσταση πρέπει να λάβει χώρα με ειρηνικές μεθόδους, όχι μεθόδους πολέμου – αν θελήσει κανείς να εκφραστεί τόσο παράδοξα, που να θέλει να διακρίνει μεταξύ φιλοπόλεμων και ειρηνικών μεθόδων ταξικού αγώνα. Η προστασία των εργατών, ο συνδικαλισμός, η οργάνωση συνεταιριστικών ενώσεων και το καθολικό δικαίωμα ψήφου, αναλαμβάνουν τώρα μια σημασία αρκετά διαφορετική από εκείνη της περιόδου πριν τον Ιούνιο του 1848»[8].
Υπάρχει ασφαλώς πολύ που είναι σωστό σε αυτή την ανάλυση του Κάουτσκι: η αξιοποίηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών ήταν μέρος της επαναστατικής προετοιμασίας του προλεταριάτου για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο που συμπίπτει ουσιαστικά με την εικοσαπενταετή ύπαρξη της Β΄ Διεθνούς και παρέμεινε τέτοιο μέρος και μετά. Αλλά η διαβεβαίωση ότι ήταν αδύνατο πλέον να ξεσπάσει στην Ευρώπη μια δημοκρατική επανάσταση και να μετατραπεί στη συνέχεια σε σοσιαλιστική είναι ριζικά λαθεμένη. Η εργατική, σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 βγήκε μέσα από ένα δημοκρατικό ξεσηκωμό το Φλεβάρη του 1917 που ανέτρεψε τον τσαρισμό. Ακόμη και στη Γερμανία το 1918 ακολουθήθηκε το ίδιο σενάριο, έστω και αν εκεί η αρχική ανατροπή της μοναρχίας δεν έγινε δυνατό, στην παρατεταμένη κρίση που ακολούθησε, να μετατραπεί σε σοσιαλιστική επανάσταση. Η ισπανική επανάσταση του 1936 και οι επαναστατικές κρίσεις μετά το 1945 σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ανέκυψαν επίσης ως αποτέλεσμα μιας ιδιόμορφης δημοκρατικής επανάστασης, των αντιφασιστικών κινημάτων αντίστασης, ενώ το
ίδιο αληθεύει και για μετέπειτα επαναστατικές κρίσεις, όπως ο Μάης του 1968. Ο Κάουτσκι, μετατρέποντας το προφανές γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί μια δημοκρατική επανάσταση πανομοιότυπη με εκείνες του 1848 σε απόδειξη για το μελλοντικό αδύνατο μιας δημοκρατικής επανάστασης γενικά, διαβεβαίωνε έμμεσα ότι δεν θα υπήρχαν πλέον οξυμένα δημοκρατικά προβλήματα ικανά να προκαλέσουν ένα βίαιο επαναστατικό ξέσπασμα του λαού και μια σκληρή πάλη όπως εκείνη των χρόνων 1848-49. Η μόνη δυνατότητα που απέμενε έτσι ανοικτή ήταν μια αργή κοινοβουλευτική εξέλιξη, η οποία θα στεφανωνόταν στο τέλος με το σοσιαλισμό, στα λόγια επαναστατικά, στην πράξη όμως με μια βαθμιαία αύξηση.
Ο Ένγκελς ποτέ δεν συνήγαγε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Απεναντίας, στο άρθρο του για τη «Μελλοντική ιταλική επανάσταση» υπεραμύνθηκε της δυνατότητας να ξεσπάσει ένα παλλαϊκό δημοκρατικό κίνημα τύπου 1848 που θα πυροδοτούσε παραπέρα επαναστατικούς αγώνες, όπως έκανε και για τη μελλοντική ρωσική επανά σταση, προβλέποντας τον πιθανό αντίκτυπό της στη Δύση.
Συνολικά, στην ανάλυσή του των εξελίξεων μετά το 1845 ο Ένγκελς δεν υποστήριζε έτσι διόλου ότι ο καπιταλισμός είχε βρει μια σταθερή ισορροπία. Αυτό που διέβλεπε ήταν μια ασταθής σταθεροποίηση, με τα στοιχεία αστάθειας και σταθεροποίησης να υπερτερούν σε διάφορες φάσεις και τις αντιφάσεις του συστήματος να αναπαράγονται με έναν πιο περίπλοκο, ευρύ και διαφοροποιημένο τρόπο.
Οι αναφορές του Ένγκελς στην κοινοβουλευτική άνοδο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας δεν είχαν το νόημα ότι θα μπορούσε εσαεί το σοσιαλιστικό κίνημα να ενισχύεται κοινοβουλευτικά ως την τελική του νίκη. Ο Ένγκελς έκανε αυτές τις προβλέψεις το 1895, όταν δεν είχε ακόμη ανοίξει οριστικά η εποχή του ιμπεριαλισμού και ο μιλιταρισμός, οι επεμβάσεις (όπως εκείνη που έλαβε χώρα τρία χρόνια μετά, το 1898, στην Κίνα) και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί που τη συνόδευαν δεν είχαν εκδηλωθεί ανοικτά. Το να εξισώνει κανείς αυτές τις προβλέψεις με τις αντίστοιχες προβλέψεις και θέσεις των ρεφορμιστών σοσιαλιστών, στους οποίους είχαν προσχωρήσει στο μεταξύ οι Πλεχάνοφ, Κάουτσκι, κ.ά., στις παραμονές του ιμπεριαλιστικού πολέμου, φανερώνει το λιγότερο μια ανιστορική προσέγγιση.
Στην Εισαγωγή του στο Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία του Μαρξ, ο Ένγκελς αναφέρεται ρητά στο μελλοντικό ευρωπαϊκό πόλεμο «που θα υποβάλλει την Ευρώπη στην ερήμωση με 15 ή 20 εκατομμύρια ενόπλους», γκρεμίζοντας την ως τότε υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων[9]. Είναι αδύνατο οι προοπτικές κοινοβουλευτικής ανόδου της σοσιαλδημοκρατίας για τις οποίες έκανε λόγο να ίσχυαν για μια τέτοια κατάσταση ή ο ίδιος να υποστήριζε ότι θα ίσχυαν όταν θα έφτανε, όπως έκαναν οι ρεφορμιστές και οι οπορτουνιστές της Β΄ Διεθνούς. Το νόημα της πρόβλεψής του ήταν έτσι ότι ενδεχόμενα θα μπορούσε η σοσιαλδημοκρατία να ενισχυθεί αποφασιστικά ώστε να εκπληρώσει το πέρασμα στο σοσιαλισμό πριν το ξέσπασμα του πολέμου, κάτι που δεν μπορούσε να αποκλειστεί εκείνη την περίοδο.
Από την άλλη μεριά, ο Πρόλογος του Ένγκελς στο Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία, γραμμένος λίγους μήνες πριν το θάνατό του, στην αρχική του μορφή δεν ήταν διόλου μια προσχώρηση στο «μεταρρυθμιστικό δρόμο». Η ηγεσία του SPD πίεσε τότε τον Ένγκελς να δεχτεί ορισμένες αλλαγές για χάρη δήθεν της νομιμότητας, παρουσιάζοντας στη συνέχεια μια εκδοχή του κειμένου στη Φορβέρτς που το έκανε αγνώριστο. Ενδεικτικά, σε ένα σημείο, αναφερόμενος στην αστική νομιμότητα, αφού σημείωνε ότι είχε γίνει εμπόδιο για την ίδια την αστική τάξη, ο Ένγκελς κατέληγε πως η αστική τάξη θα αναγκαζόταν τελικά να την παραβεί και τότε «η σοσιαλδημοκρατία είναι ελεύθερη να κάνει ότι της αρέσει με σας [τους αστούς]. Αλλά δεν θα σας φανερώσει σήμερα τι θα κάνει τότε». Αυτή η φράση παραλείφθηκε, κάνοντας να φανεί ότι ο Ένγκελς έπαιρνε θέση υπέρ του κοινοβουλευτικού, «νόμιμου» δρόμου. Σε ένα άλλο εκτενές επιχείρημα ο Ένγκελς εξηγούσε ότι με την εξέλιξη των οπλικών συστημάτων οι παλιές οδομαχίες στο στιλ του 1789 και του 1848 θα ευνοούσαν την αντίδραση. Σε μια αποφασιστική τελική παράγραφο όμως συνήγαγε ότι οδομαχίες θα εμφανίζονταν και στις μελλοντικές επαναστάσεις αλλά διαφοροποιημένα, στις τελικές τους φάσεις αντί στην αρχή, και ότι πιθανά μια ανοικτή επίθεση θα έπαιρνε τη θέση τους. Αυτή η τελευταία παράγραφος επίσης κόπηκε, κάνοντας πάλι να φανεί ότι ο Ένγκελς απέρριπτε συνολικά τις επαναστατικές μεθόδους. Σε ένα άλλο σημείο όπου ο Ένγκελς αναφερόταν στην αναγκαία αξιοποίηση της ψηφοφορίας και την αποφυγή μιας απροετοίμαστης επίθεσης, το δεύτερο μέρος της φράσης κόπηκε, εμφανίζοντας ότι η ψηφοφορία από μόνη της θα έλυνε το ζήτημα. Η οργισμένη διαμαρτυρία του Ένγκελς, σε επιστολή του στον Κάουτσκι, ότι τον είχαν ψεύτικα εμφανίσει «σαν έναν ειρηνόφιλο υπέρμαχο της νομιμότητας με κάθε κόστος» δεν ήταν έτσι μια εκ των υστέρων απολογία, αλλά μια δίκαιη διαμαρτυρία απέναντι στις αθέμιτες παρεμβάσεις των ηγετών του SPD[10].
Στενά συνυφασμένη με την πολεμική του Ένγκελς στο ρεφορμισμό ήταν η φιλοσοφική πολεμική του στον αναθεωρητισμό και τον καθηγητικό σοσιαλισμό. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για την κριτική του στον Ντίρινγκ, η οποία θα συζητηθεί σε επόμενο μέρος. Η ιστορία έδειξε ότι ο ρεφορμισμός αντλούσε πάντα από τον αστικό και μικροαστικό καθηγητικό «σοσιαλισμό», ένας τυπικός εκπρόσωπος του οποίου ήταν ο Ντίρινγκ. Αυτή η πολεμική συνεχίστηκε αργότερα από τον Πλεχάνοφ που προώθησε στη φιλοσοφία τις παραδόσεις του Ένγκελς. Και εδώ επίσης ο Ένγκελς έδωσε μια έξοχη, μαχητική αλλά και πειστική απάντηση στις παραχαράξεις του σοσιαλισμού από την αστική ιδεολογία, οι οποίες συνεχίζονται αμείωτες ως τις μέρες μας.
Οι προσπάθειες να συνδεθεί ο Ένγκελς με το ρεφορμισμό και να εμφανιστεί ως συνυπεύθυνος για την προδοσία των περισσότερων ηγετών της Β΄ Διεθνούς το 1914 είναι έτσι αθεμελίωτες. Αυτού του είδους οι ισχυρισμοί προβλήθηκαν κατά κανόνα, ήδη από το 1914, από αριστεριστές θεωρητικούς, σε μια προσπάθεια να απορρίψουν εκείνο που ήταν σωστό στη Β΄ Διεθνή –η οικοδόμηση των μαζικών εργατικών κομμάτων και η υπομονετική εργασία για την απόκτηση δεσμών με τις μάζες και τη σοσιαλιστική διαπαιδαγώγησή τους– ώστε να ανοίξουν το δρόμο στον υποκειμενισμό των μικρών, σεκταριστικών ομάδων. Σε αυτό το πνεύμα εμφάνιζαν τον Ένγκελς ως πρωταίτιο της παραίτησης από την επαναστατική πρωτοβουλία, της παθητικής αναμονής της επανάστασης, που διαπέρασε βαθμιαία την οπτική των ηγετικών θεωρητικών της Β΄ Διεθνούς. Ο Λένιν δικαιολογημένα απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς σε μια επιστολή του στην Ινέσα Αρμάν:
«Εγώ στη ζωή μου είδα πάρα πολλές και πολύ βιαστικές κατηγορίες εναντίον του Ένγκελς για οπορτουνισμό και τις βλέπω με μεγάλη δυσπιστία… Ο Ένγκελς ήταν ο πατέρας του “παθητικού ριζοσπαστισμού”;; Δεν είναι σωστό! Τίποτε το παρόμοιο. Ποτέ δεν θα το αποδείξετε αυτό. (Ο Μπογκντάνοφ και Σία δοκίμασαν, μόνο που ρεζιλεύτηκαν)»[11].
Και σε εκείνους που επικαλούνταν την υποστήριξη της «υπεράσπισης της πατρίδας» από τον Ένγκελς σε περίπτωση επίθεσης της τσαρικής Ρωσίας στη Γερμανία στα 1891 για να τον εμφανίσουν σαν υπεύθυνο για το σοσιαλσοβινισμό των ηγετών της Β΄ Διεθνούς, ο Λένιν απαντούσε: «Η Γερμανία [του 1891] ήταν η χώρα του πρωτοπόρου σοσιαλισμού. Και τη χώρα αυτή την απειλούσε ο τσαρισμός σε συμμαχία με τον μπουλανζισμό. Η κατάσταση δεν ήταν, μα καθόλου δεν ήταν η ίδια με το 1914-17, όταν ο τσαρισμός είχε υπονομευθεί από τα γεγονότα του 1905, ενώ η Γερμανία κάνει πόλεμο για την κυριαρχία της πάνω σε όλο τον κόσμο… Να συνταυτίζουμε, ακόμη και να παρομοιάζουμε τη διεθνή κατάσταση του 1891 με εκείνη του 1914 είναι ένα πράγμα εξαιρετικά αντι-ιστορικό»[12].
Ένα καίριο ζήτημα σχετικά με το ρεφορμισμό, όπου φαίνεται να υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στον Ένγκελς και τον Λένιν, είναι εκείνο της συμμετοχής των κομμουνιστών σε επαναστατικές κυβερνήσεις που προκύπτουν στο αρχικό, δημοκρατικό στάδιο της επανάστασης. Στην ήδη μνημονευμένη επιστολή του στον Τουράτι ο Ένγκελς είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε η συμμετοχή σε μια τέτοια κυβέρνηση, στην οποία τα αστικά στοιχεία θα είχαν την πλειοψηφία:
«Μετά την κοινή νίκη θα μπορούσε να μας προσφερθούν μερικές θέσεις στη νέα κυβέρνηση, αλλά πάντα σε μια μειοψηφία. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Μετά το Φλεβάρη του 1848, οι Γάλλοι σοσιαλιστές δημοκράτες (της Ρεφόρμ, Λεντρί-Ρολέν, Μπλανκ, Φλοκόν, κ.λπ.) έκαναν το λάθος να καταλάβουν τέτοιες θέσεις. Ως μειοψηφία στην κυβέρνηση μοιράστηκαν εθελοντικά την ευθύνη για όλες τις πράξεις και τις προδοσίες που διαπράττονταν από την πλειοψηφία των καθαρών δημοκρατών εναντίον των εργατών· ενώ η παρουσία αυτών των κυρίων στην κυβέρνηση παρέλυε εντελώς την επαναστατική δράση της εργατικής τάξης την οποία ισχυρίζονταν ότι εκπροσωπούσαν»[13].
Ο Λένιν, από τη μεριά του, στη ρωσική επανάσταση του 1905, υπεραμύνθηκε της συμμετοχής του εργατικού κόμματος στην προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν μετά την ανατροπή του τσαρισμού, παρότι αυτή η κυβέρνηση θα καταπιανόταν με βασικά δημοκρατικά καθήκοντα, τη διανομή της τσιφλικάδικης γης στους αγρότες και την απόκρουση της προσπάθειας των συνασπισμένων τσαρικών και αστών για μια αντεπαναστατική παλινόρθωση. Στις συζητήσεις της περιόδου, ο Πλεχάνοφ υπέδειξε αυτή την ασυμφωνία, προκαλώντας την απάντηση του Λένιν ότι ο Ένγκελς αναφερόταν στη συμμετοχή σοσιαλιστών σε αστικές κυβερνήσεις τύπου Μιλεράν, του οποίου το αντίστοιχο αντιπροσώπευε στην Ιταλία ο Τουράτι: «Ο Τουράτι φανταζόταν ότι θα προωθούσε τα συμφέροντα της κυριαρχίας του προλεταριάτου, και ο Ένγκελς του εξηγούσε ότι στη δοσμένη κατάσταση της Ιταλίας του 1894 (δηλαδή μερικές δεκαετίες ύστερα από την άνοδο της Ιταλίας στο “πρώτο σκαλοπάτι”, ύστερα από την κατάκτηση της πολιτικής ελευθερίας που επέτρεψε στο προλεταριάτο να οργανωθεί ανοικτά, σε ευρεία κλίμακα και αυτοτελώς!) αυτός, ο Τουράτι, όντας μέλος της κυβέρνησης του μικροαστικού κόμματος που νίκησε, θα υπερασπίζει και θα προωθεί στην πράξη τα συμφέροντα μιας ξένης τάξης, της μικροαστικής τάξης». Η προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση που θα προέκυπτε από την επανάσταση του 1905 ήταν κάτι διαφορετικό και ο Λένιν τη συνέκρινε παραπέρα με την κυβέρνηση της Κομμούνας [14].
Το ζήτημα, ωστόσο, είναι πιο περίπλοκο. Ο Ένγκελς στην επιστολή του στον Τουράτι περιγράφει ένα ευρύ μικροαστικό και αγροτικό επαναστατικό κίνημα, που θα ξεκαθάριζε αντιδημοκρατικά και φεουδαρχικά κατάλοιπα, ιδιαίτερα ισχυρά ακόμη στο Νότο της Ιταλίας, ένα κίνημα που θα διεξαγόταν ενάντια στη ρεπουμπλικανική αστική τάξη και θα άνοιγε δυνατότητες για παραπέρα επαναστατική προώθηση, από πολλές απόψεις παρόμοιο με τη ρωσική επανάσταση του 1905. Η συμβουλή του απορρέει από την εμπειρία της επανάστασης του 1848 όπου η άμορφη ακόμη εργατική τάξη δεν είχε επαρκή οργανωτικά στηρίγματα και οι εκπρόσωποί της συμμετείχαν σαν άτομα στην προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση απέναντι στην ήδη υφιστάμενη οργάνωση των μικροαστών (Τύπος, ισχυρές προσβάσεις στο υπό διαμόρφωση αστικό κράτος, κοκ). Στην επανάσταση του 1905, η ανάδειξη από τις μάζες των δικών τους οργάνων εξουσίας στα Σοβιέτ άλλαζε την τοποθέτηση του ζητήματος, αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα του χαρακτήρα του κράτους που θα δημιουργούνταν στην πορεία ανάπτυξης της επανάστασης. Αυτό παρείχε τη δυνατότητα οι κομμουνιστές να μην είναι αδύναμη μειοψηφία στην προσωρινή κυβέρνηση, δικαιολογώντας έτσι μια ενδεχόμενη συμμετοχή τους.
Ο Ένγκελς με τη συμβουλή του στον Τουράτι προειδοποίησε προβλεπτικά ενάντια σε ένα μεγάλο κίνδυνο που εκδηλώθηκε σε αρκετές μετέπειτα επαναστάσεις, όταν τα σταλινικά κόμματα αποδέχτηκαν να συμμετάσχουν ως αδύναμη μειοψηφία σε αστικές κυβερνήσεις, συχνά παραιτούμενα από την ισχύ που τους έδινε το κίνημα για να αξιώσουν και να επιβάλουν μια καθοριστική συμμετοχή. Ένα κλασικό παράδειγμα προσφέρει η συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας μετά την απελευθέρωση και των ΚΚ της Γαλλίας και της Ιταλίας στις αντίστοιχες εθνικές κυβερνήσεις των χωρών τους. Συνολικά όμως η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι δεν μπορεί να δοθεί μια εκ των προτέρων απάντηση στο ζήτημα της συμμετοχής των κομμουνιστών σε μια επαναστατική κυβέρνηση που προκύπτει στην αρχική φάση ενός επαναστατικού δημοκρατικού, αντιφασιστικού ή άλλου κινήματος. Η συμμετοχή των εργατικών κομμάτων της Ισπανίας (αριστεροί σοσιαλιστές, ΚΚ της Ισπανίας, η επαναστατική πτέρυγα των αναρχικών) στην κυβέρνηση Καμπαγιέρο, η οποία προέκυψε από τον ξεσηκωμό του ισπανικού λαού ενάντια στο πραξικόπημα των φασιστών του Φράνκο ήταν σωστή· το αποφασιστικό ζήτημα ήταν στη συνέχεια οι δυνάμεις αυτές να απομακρύνουν από την κυβέρνηση τα αστικά στοιχεία, τους ρεπουμπλικάνους του Αθάνια και τους δεξιούς σοσιαλιστές του Πριέτο, μια δυνατότητα που δόθηκε στην κρίση της κυβέρνησης Καμπαγιέρο και τορπιλίστηκε από το ΚΚ Ισπανίας και τον Στάλιν. Η συμμετοχή του Φιντέλ Κάστρο και του Κινήματος 26ης Ιούλη στην κυβέρνηση που προέκυψε μετά την ανατροπή του δικτάτορα Μπατίστα στην Κούβα το 1959 ήταν σωστή γιατί, παρότι τα αστικο-φιλελεύθερα στοιχεία πλειοψηφούσαν σε αυτή, το Κίνημα 26ης Ιούλη έλεγχε τον αντάρτικο στρατό και ήταν βέβαιο ότι, εφόσον αξιοποιούσε στη συνέχεια τη δύναμή του, θα μπορούσε να προωθήσει τα επαναστατικά μέτρα που επεδίωκε και να απομακρύνει βαθμιαία τα αστικά στοιχεία, όπως και έγινε.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στην περίπτωση της ισπανικής επανάστασης του 1873, αναφερόμενος στην εξέγερση που ξέσπασε υπό την ηγεσία των αναρχικών στο Αλκόι, μια εργοστασιακή πόλη στην επαρχία του Αλικάντε, ο Ένγκελς υποστήριξε το σχηματισμό επαναστατικής κυβέρνησης που θα προωθούσε τα δημοκρατικά επαναστατικά καθήκοντα. Όπως παραθέτει ο Λένιν, ο Ένγκελς καλούσε σε αυτή την περίπτωση σε «δραστήρια πολιτική επέμβαση της ισπανικής εργατικής τάξης», η οποία περιλάμβανε την «εγκαθίδρυση επαναστατικής κυβέρνησης»[15]. Είναι έτσι σαφές ότι και ο Ένγκελς εξαρτούσε την κομμουνιστική συμμετοχή σε μια επαναστατική δημοκρατική κυβέρνηση από το ποια τάξη είχε την πρωτοβουλία και την ηγεσία στο αναπτυσσόμενο επαναστατικό κίνημα.
Ο αγώνας του Ένγκελς ενάντια στα ρεφορμιστικά ρεύματα ήταν πολυμέτωπος. Σε όλη την εργασία του στη Β΄ Διεθνή και στην περίοδο πριν τη συγκρότησή της υποστήριζε σταθερά τα αριστερά στοιχεία μέσα στα σοσιαλιστικά κόμματα, παρέχοντάς τους πολύτιμες συμβουλές και βοήθεια στην προσπάθειά τους να υπερισχύσουν απέναντι στις δεξιές τάσεις. Αυτό ασφαλώς δεν υπονοεί ότι ο Ένγκελς δεν έκανε ούτε ένα λάθος σε αυτή του την εργασία. Ο Λένιν αναφέρει ως τέτοια περίπτωση την αρνητική στάση που κράτησε απέναντι στις πολιτικές γενικές απεργίες που είχαν ξεκινήσει να διεξάγονται τότε στο Βέλγιο για το δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας, μη διακρίνοντας τη διαφορά τους από τις αναρχικές «γενικές απεργίες» του παρελθόντος, που προβάλλονταν ως αντίδοτο γενικά στην πολιτική και τον κοινοβουλευτισμό[16].
Συνολικά, θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς ως μια αδυναμία στον Ένγκελς ότι υπερεκτίμησε τη μετατόπιση του Μπερνστάιν και μερικών ακόμη ρεφορμιστών προς τα αριστερά στις αρχές της δεκαετίας του 1880 και δεν μπόρεσε να διακρίνει τον επιδερμικό της χαρακτήρα[17]. Σε εκείνη την περίοδο, όταν ωρίμαζαν αργά οι αντιθέσεις του καπιταλισμού, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο ορισμένοι διανοούμενοι να κάνουν βήματα αριστερά, αξιοποιώντας τα επιτεύγματα του Μαρξ στην επιστημονική τους εργασία. Τα σχετικά παραδείγματα της εποχής περιλαμβάνουν ακόμη τους Κόνραντ Σμιτ και Ζόμπαρτ, οι οποίοι κατρακύλησαν σύντομα σε αντιδραστικές θέσεις. Ήταν μια κίνηση που επαναλήφθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα αργότερα, μεταξύ άλλων μεταπολεμικά με τον αλτουσεριανισμό. Αλλά οι αριστεριστές που κατηγορούσαν και κατηγορούν τον Ένγκελς, όπως οι μαχιστές στο στιλ του Μπογκντάνοφ, τον οποίο αναφέρει ο Λένιν, αργότερα ο Κορς και άλλοι, ήταν μέρος της ίδιας κίνησης και ως τις μέρες μας δεν είχαν καλύτερη τύχη από τους Μπερνστάιν.
Η αδυναμία του Ένγκελς να δει ξεκάθαρα τον παλινδρομικό χαρακτήρα της ριζοσπαστικοποίησης αυτών των διανοούμενων και το αναπόφευκτο πισωγύρισμά τους στις παλιές, αστικές τους θέσεις, τις οποίες βαθύτερα δεν είχαν αρνηθεί ποτέ πραγματικά, ήταν το πολύ ένα μερικό λάθος. Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να εξισωθεί με μια συνολική υποστήριξη στο ρεφορμιστικό σοσιαλισμό.
[1] Μεταξύ άλλων ο Ένγκελς συνεργάστηκε με τον Μαρξ στη συγγραφή της εγκυκλίου «Φανταστικές διασπάσεις στη Διεθνή», πριν από το Συνέδριο του 1872 στη Χάγη, ετοίμασε την Έκθεση σχετικά με την αναρχική «Συμμαχία» του Μπακούνιν σε αυτό το Συνέδριο και έγραψε την μπροσούρα «Οι μπακουνικοί επί τω έργω», δείχνοντας την ακαταλληλότητα των αναρχικών μεθόδων δράσης στην εξέγερση του 1873 στην Ισπανία.
[2] Για αυτά τα πρώιμα ρεύματα βλέπε Τ. Μαστρογιαννόπουλος, Η Άνοδος και η Πτώση των Εργατικών Διεθνών, Κύκλος 1ος. Από τους Προδρόμους στην 1η Διεθνή, σελ. 147-151, 276-279, κ.ά.
[3]Για τις εξελίξεις αυτές βλέπε Τ. Μαστρογιαννόπουλος, ό.π., Κύκλος 2ος. Η 2η Σοσιαλιστική Διεθνής, στα αντίστοιχα κεφάλαια.
[4] MECW, τόμ. 24, σελ. 269.
[5] Αναφερόμενος στη συμβολή του Ένγκελς στη νέα Διεθνή, ο Ντ. Ριαζάνοφ παρατηρεί ότι ο Ένγκελς «παρακολουθούσε προσεκτικά το εργατικό κίνημα κάθε χώρας διαβάζοντας τη δική τους κάθε φορά βιβλιογραφία. Αυτή η δουλειά του έτρωγε πολύ χρόνο, έτσι όμως ο Ένγκελς μεγάλωνε την επιρροή του μαρξισμού στην κάθε χώρα και συνέδεε επιδέξια τις βασικές αποφάνσεις του μαρξισμού με τις ιδιομορφίες της δοσμένης χώρας. Κυριολεκτικά δεν υπάρχει ούτε μια χώρα που να μην τροφοδοτούσε με κείμενα, που να μην είχε συμμετάσχει στο κεντρικό της όργανο. Συναντάμε τα άρθρα του όχι μόνο σε γερμανικά και αυστριακά όργανα, όχι μόνο σε ιταλικά και γαλλικά – βρίσκει χρόνο να γράψει έναν πρόλογο στην πολωνική μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, βοηθά με τη συμβουλή του και τις υποδείξεις του τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους, τους Σουηδούς και τους Δανούς, τους Βούλγαρους και τους Σέρβους μαρξιστές» (Ντ. Ριαζάνοφ, Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για Αρχαρίους, εκδ. Γράμματα, Αθήνα χ.χ., σελ. 167-168).
[6] MECW, τόμ. 27, σελ. 512, 510.
[7] Βλέπε Φρ. Ένγκελς, The Condition of the Working Class in England, Progress Publishers, Μόσχα 1977, σελ. 32-36.
[8] Κ. Κάουτσκι, «Σε ποιο βαθμό είναι ξεπερασμένο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο;», στο Ρ. Ντέι και Ντ. Γκαϊντό (επιμ.), Witnesses to Permanent Revolution. The Documentary Record, Brill, Λάιντεν και Βοστόνη 2009, σελ. 179. Η απόρριψη της διαρκούς επανάστασης για τη Δυτική Ευρώπη σήμαινε ουσιαστικά τη συνολική απόρριψή της· για τη Ρωσία ο Κάουτσκι θεωρούσε ανώριμη ακόμη τη σοσιαλιστική επανάσταση, ώστε επόταν αναγκαία ότι το σχήμα ήταν πλέον συνολικά ακατάλληλο. Χαρακτηριστική είναι εδώ και η αποτυχία του Κάουτσκι να απαντήσει στο επιχείρημα του Μ. Λούσνια, ενός Πολωνού μικροαστού εθνικιστή σοσιαλιστή, ότι η απόσχιση της Πολωνίας από την τσαρική Ρωσία θα απαιτούσε ένοπλη βία και επομένως δεν συμβάδιζε με την προοπτική του της κοινοβουλευτικής ωρίμανσης. Στο άρθρο του «Επαναστατικά ζητήματα» (1904) ο Κάουτσκι παρέκαμψε ουσιαστικά την κριτική του Λούσνια (βλέπε Ντέι και Γκαϊντό, ό.π., σελ. 187 κ.ε.). Ο Λένιν, αντίθετα, είχε υπογραμμίσει σε άρθρα του τον «αδιάκοπο» χαρακτήρα της ρωσικής επανάστασης και τον καθοριστικό ρόλο της ένοπλης εξέγερσης στην ανατροπή του τσαρισμού, που θα καθόριζε την παραπέρα δυναμική της ανάπτυξης.
[9] MECW, τόμ. 27, σελ. 180.
[10] MECW, τόμ. 27, σελ. 523, 519, 520, 522, κ.λπ. και MECW, τόμ. 50, σελ. 86.
[11]Λένιν, «Προς την Ι. Αρμάν», 25/12/1916 και 19/1/1917, Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 49, σελ. 348, 371.
[12] Λένιν, στο ίδιο, σελ. 370.
[13] Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, MECW, τόμ. 27, σελ. 440.
[14]Βλέπε Λένιν, «Για την προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση», Άπαντα, τόμ. 10, σελ. 242, 240, Επίσης 241-242 για το συνολικό επιχείρημα του Λένιν, ο οποίος τότε δεν γνώριζε όλο το γράμμα του Ένγκελς στον Τουράτι και ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει με βάση το απόσπασμα που παρέθετε ο Πλεχάνοφ.
[15]Λένιν, στο ίδιο, σελ. 245, 250.
[16] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 49, σελ. 369
[17] Τον Αύγουστο του 1892, σε μια επιστολή του στον Μπέμπελ, ο Ένγκελς επισήμανε τις οπορτουνιστικές τάσεις του Μπερνστάιν, ιδιαίτερα «τον ενθουσιασμό του για το φαβιανισμό», τον οποίο ο ίδιος δικαιολογημένα χαρακτήριζε ένα «παράρτημα των φιλελεύθερων». Θεωρούσε όμως ότι θα μπορούσε μελλοντικά να τις ξεπεράσει (MECW, τόμ. 49, σελ. 502-503, επίσης σελ. 515).

+ There are no comments
Add yours