Η Ρώμη στην εποχή του Μάρκου Αυρήλιου

1 min read

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από την Εισαγωγή του Χρήστου Κεφαλή στα «Εις Εαυτόν» του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου, Εκδόσεις Αργοναύτης, Αθήνα 2023. Γραμμένα στα 170-180 μ.Χ. στα ελληνικά στη διάρκεια των εκστρατειών του, τα «Εις Εαυτόν» απηχούν μια διαλεκτική εκδοχή του στωικισμού, που πρέσβευε ο συγγραφέας τους. Αποτελούν ένα σημαντικό φιλοσοφικό κείμενο της Αρχαιότητας, με ευρεία επιρροή ως τις μέρες μας.

του Χρήστου Κεφαλή

Ως Ρωμαίος αυτοκράτορας αλλά και ως στοχαστής ο Μάρκος Αυρήλιος στέκει στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο εποχές, της ανόδου και της παρακμής της Ρώμης. Είναι έτσι αδύνατο να συλλάβουμε τα καθολικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, αν δεν έχουμε κατανοήσει πρώτα τις πιο ουσιώδεις όψεις της μεταβατικής εποχής του.

Στο ενδιαφέρον δοκίμιό της για τη δουλεία[1], η Ρόζα Λούξεμπουργκ μάς έδωσε μια διεισδυτική σύνοψη των κύριων οικονομικών τάσεων στα διαδοχικά στάδια επέκτασης της Ρώμης, που μπορεί να χρησιμεύσει σαν ένα σημείο εκκίνησης για τη συζήτηση και των ιδεολογικών όψεων της εποχής. Το κύριο στοιχείο που προβάλλει από την ανάλυσή της είναι ο μονοδρομικός, αδυσώπητος χαρακτήρας των οικονομικών εξελίξεων, που έφεραν έντονα τα σημάδια αυτού που η μαρξιστική φιλολογία αποκαλεί νόμο της άνισης ανάπτυξης.

Με την άνοδο της χρηματικής οικονομίας στην Ιταλία, οι ισχυρές βάσεις της οποίας τέθηκαν στο 2ο αιώνα π.Χ., εντάθηκε η ταξική διαφοροποίηση και δρομολογήθηκαν οι κατευθύνσεις που στον επόμενο αιώνα, με την εκμηδένιση της Καρχηδόνας, έδωσαν γένεση στην παγκόσμια κυριαρχία και επέκταση της Ρώμης. Από τον 1ο π.Χ. αιώνα οι εισαγωγές σιτηρών από την Ανατολή κατέστρεψαν τους ελεύθερους χωρικούς και οι καλλιέργειές τους αντικαταστάθηκαν με τα λατιφούντια, τεράστια κτήματα αμπελιών και ελιών. Τα κινήματα των χωρικών για να ανακτήσουν τη γη τους, με πιο περίοπτο εκείνο των αδελφών Γράκχων, συντρίφτηκαν ανελέητα. Αναγκάστηκαν έτσι να συρρεύσουν στις πόλεις, αποτελώντας έναν όχλο που έπρεπε να τον τρέφει το κράτος με άρτον και θεάματα, ή κατατάχτηκαν στο στρατό. Τη θέση τους στα αγροκτήματα πήραν δούλοι που εισάγονταν μαζικά από τις ανατολικές επαρχίες και την Αφρική. Οι εξεγέρσεις τους, με πιο περίοπτη εκείνη του Σπάρτακου, που συντάραξαν τη Ρώμη στον 1ο π.Χ. αιώνα, επίσης κατανικήθηκαν. Με την ολοκλήρωση αυτής της εξέλιξης και τη διαρκή μεγέθυνση της ρωμαϊκής επικράτειας προς όλες τις κατευθύνσεις έγινε αναπόφευκτο το πέρασμα από τη δημοκρατία στην αυτοκρατορία.

Η Λούξεμπουργκ παραθέτει μια διάσημη ομιλία του Τιβέ- ριου Γράκχου στη ρωμαϊκή σύγκλητο, όπου παρουσίαζε ανάγλυφα την ερημωτική επίδραση των συντελούμενων αλλαγών πάνω στην παλιά κοινωνική τάξη, ιδιαίτερα στους αγρότες:

«Τα άγρια ζώα της Ιταλίας έχουν τα κρησφύγετα και τις φωλιές τους. Αλλά εκείνοι που πολέμησαν και πέθαναν για την Ιταλία δεν έχουν τίποτα που να το λένε δικό τους, εκτός από τον αέρα και το φως του ήλιου. Άστεγοι, αναγκάζονται να τριγυρνούν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και οι ιδιοκτήτες των χωραφιών ψεύδονται όταν μπροστά από τους στρατούς τους, λένε πως πολεμούν για τους προγονικούς τους τάφους και τους ιερούς τόπους. Γιατί κανείς δεν έχει πλέον ιερό τόπο του πατέρα του ή προγονικό τάφο»[2].

Η αποτυχία όλων των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών να τροποποιήσουν έστω και εν μέρει την πορεία των γεγονότων –η αντίστιξη ανάμεσα στην επιτυχή σολωνική επανάσταση στην Αθήνα και την τραγική μοίρα των Γράκχων, παρότι δεν πρόκειται για όμοια φαινόμενα, είναι πολύ προφανής– προκάλεσε μια καταθλιπτική επίδραση στις κατεστραμμένες λαϊκές μάζες, δίνοντας στις εξελίξεις μια χροιά ειμαρμένης. Αλλά και στους κατακτημένους λαούς, η αποτυχία όλων των ανταρσιών τοπικών ηγεμόνων, η λεηλασία και η υποδούλωση, κοκ, είχαν μια ανάλογη συντριπτική επίδραση. Η Ρώμη οργάνωσε τον αρχαίο κόσμο περνώντας σαν οδοστρωτήρας από πάνω του και λειτουργώντας σαν ένα τεράστιο χωνευτήρι, αλλά χωρίς να φέρει πολλά νέα πράγματα· η τεράστια αύξηση της κλίμακας δεν επέτρεπε την πολύχρωμη και χαλαρή ποικιλία της Αρχαίας Ελλάδας. Η Λούξεμπουργκ προσυπογράφει την οικεία, αν και κάπως απλουστευτική, εικόνα της Ρώμης ως ενός φορέα για τη διάδοση των επιτευγμάτων της Ελλάδας στον αρχαίο κόσμο (που συνεπαγόταν, βέβαια, κάποιες δικές της διαρκείς επιτεύξεις, όπως το ρωμαϊκό δίκαιο και η διοίκηση):

«Η Ελλάδα είχε υποταχτεί πολιτικά στη Ρώμη αλλά, πνευματικά και διανοητικά, η Ελλάδα κυριαρχούσε μέχρι το Μεσαίωνα. Η ελληνική φιλοσοφία, η τέχνη και ό,τι άλλο μπορούσε να επιτευχθεί με βάση την οικονομία της δουλείας στην αρχαιότητα, είχε ήδη τελειοποιηθεί στην Ελλάδα. Η Ρώμη χρειαζόταν μόνο να δανειστεί αυτή [την παράδοση], να την προσαρμόσει, να την πάρει στην κατοχή της»[3].

Ωστόσο, η ρωμαϊκή παγκόσμια τάξη, ακόμη και στα χρόνια της μέγιστης ακμής της, δεν έπαψε ποτέ να διαπερνιέται από εσωτερική αστάθεια. Η ρωμαϊκή ειρήνη –και εδώ γίνεται έκδηλο το στοιχείο της άνισης ανάπτυξης– ήταν μια συνύφανση τάξης και χάους: κάθε πρόοδος σε ένα τομέα της παραγωγής και της τεχνικής συνοδευόταν με ένα πισωγύρισμα σε κάποιον άλλο, ενώ η ίδια η καθολίκευση των δουλοκτητικών σχέσεων μέσα από τη ρωμαϊκή κατάκτηση έδινε ταυτόχρονα μια τεράστια ώθηση στην αποσύνθεσή τους. Η Λούξεμπουργκ, αφού συζητά πώς η αδιαφορία των δούλων για την εργασία, που δεν αναιρέθηκε από μια σχετική βελτίωση της θέση τους στο 2ο μ.Χ. αιώνα, υπέσκαπτε διαρκώς την αποδοτικότητα της εργασίας, καθώς και τη διαφθορά των κυρίαρχων τάξεων, που είχαν βαθμιαία αποσπαστεί από κάθε είδους εργασία, σωματική και πνευματική, συνοψίζει αυτές τις τάσεις:

«Στη Ρώμη ήταν συγκεντρωμένη ολόκληρη η διανοητικο-πνευματική διάσταση της ζωής, όπως και η υλική. Επίσης, οι θεότητες όλων των υποτελών λαών ήρθαν εκεί, έτσι ώστε δημιουργήθηκε μια συγκέντρωση όλων των θρησκευτικών αιρέσεων και τελετουργικών… Στην Ελλάδα, η βιοτεχνία βίωσε μια εκλέπτυνση, η οποία θα ήταν αδύνατη χωρίς τη δουλεία. Αντιθέτως, η βιοτεχνία στη Ρώμη ωθήθηκε προς τα πίσω από τις πιέσεις του παγκόσμιου εμπορίου, επιστρέφοντας σε μια κατώτερη μορφή. Εκεί παράγονταν μόνο τα πιο πρόχειρα αντικείμενα από τους δούλους ή τους χωρικούς για δική τους χρήση. Όλα τα ποιοτικότερα αντικείμενα εισάγονταν από τις υποτελείς χώρες… Η κτηνοτροφία άρχισε να διευρύνεται. Αλλά… λόγω της κτηνοτροφίας, η γεωργία παρήκμασε και αυτό ήταν ένα βήμα πίσω. Στη Ρώμη η οικονομία της δουλείας άρχισε να έχει μια χαρακτηριστικά αντιδραστική επίδραση… Συνεπώς η Ρώμη είχε τόσο προοδευτική, όσο και αντιδραστική επίδραση»[4].

Μετά το θάνατο του Μάρκου Αυρήλιου ξεκίνησε η φανερή πια αποσύνθεση της Αυτοκρατορίας, οι ενδείξεις της οποίας υπήρχαν λανθάνουσες από πιο πριν. Η υποτίμηση του σηστέρτιου και του δηνάριου, με τη διαρκή μείωση της περιεκτικότητάς τους σε ασήμι, ήταν ο πιο πρόδηλος δείκτης της. Καθώς οι φυγόκεντρες τάσεις στις επαρχίες εντείνονταν και με τις διαρκείς εισβολές των βαρβαρικών φύλων, έπρεπε να αυξάνονται ανάλογα οι αμοιβές των λεγεωνάριων διογκώνοντας έτσι εκθετικά τις δημόσιες δαπάνες (η πώληση αξιωμάτων, που αυγάταινε τη διαφθορά, και οι λεηλασίες ήταν άλλα μέσα για την κάλυψή τους). Στον 3ο και τον 4ο αιώνα μ.Χ. δεκάδες αυτοκράτορες διαδέχονταν ο ένας τον άλλο, συνήθως στρατηγοί ανακηρυγμένοι από τους στρατιώτες τους και δολοφονημένοι από τους ίδιους λίγους μήνες μετά, με τις ενδιάμεσες νησίδες σταθερότητας να αντιστοιχούν σε αναλαμπές και ακόμη στη μετάβαση προς τη φεουδαρχική οργάνωση. Στιγμές της τελευταίας αποτέλεσαν η καταστροφή των μεγάλων πόλεων, η παρακμή του εμπορίου και στροφή στην τοπική οικονομική αυτάρκεια και τελικά η αναγόρευση του χριστιανισμού σε επίσημη θρησκεία από τον Κωνσταντίνο. Καθώς το φεουδαρχικό σύστημα δεν διαφέρει τόσο ριζικά από τη δουλεία, στην Ανατολή έγινε δυνατή η διατήρηση μιας ιδιότυπα φεουδαλικά μετασχηματισμένης αυτοκρατορίας, ενώ το δυτικό τμήμα της Ρώμης διαλύθηκε στα μεσαιωνικά κράτη.

Αυτή η διαρκής αστάθεια, η δυσφορία και η απόγνωση δεν μπορούσε να αφήσουν ανεπηρέαστα τα πνεύματα, ακόμη και μέσα στις κυρίαρχες τάξεις, ούτε να μην καθρεφτιστούν στην ιδεολογία της εποχής. Μια από τις εκφάνσεις της, την οποία ήδη επισημάναμε, ήταν η μοιρολατρική θεώρηση, εκφρασμένη στην πεποίθηση ότι το ζητούμενο στη ζωή είναι μάλλον να την αντέξεις παρά να τη ζήσεις (ο στωικισμός εξέφρασε σε αρκετό βαθμό αυτό το πνεύμα, σε αντίθεση με τη λεπτεπίλεπτα ηδονιστική επικούρεια φιλοσοφία). Μια άλλη ήταν η αντίληψη της πραγματικότητας ως κάτι φευγαλέο και αδύνατο να κυριαρχηθεί, σε αντίθεση με το αισιόδοξο και τολμηρό πέταγμα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, που επιβεβαίωνε την ταυτότητα του αληθινού, του ωραίου και του καλού. Στον Μάρκο Αυρήλιο, όπως θα δούμε, αντανακλώνται ισχυρά και τα δυο αυτά στοιχεία της διανοητικής ατμόσφαιρας της εποχής. Από την άλλη μεριά, καθώς καμιά αχτίδα φωτός δεν διαφαινόταν στον γήινο ορίζοντα, οι ελπίδες και οι βλέψεις των καταπιεσμένων για έναν καλύτερο κόσμο έπρεπε να πάρουν αναγκαία μια μεταφυσική, θρησκευτική και μεσσιανική χροιά, αυτό όντας το μυστικό της γένεσης και της διάδοσης του χριστιανισμού.

Τα φιλοσοφικά ρεύματα της ρωμαϊκής εποχής, με σημαντικότερα ανάμεσά τους την επικούρεια φιλοσοφία, το στωικισμό, το σκεπτικισμό, τους κυνικούς και τον νεοπλατωνισμό, τυποποίησαν και εξέφρασαν πλευρές αυτής της μετάβασης. Ένας κοινός παρανομαστής των περισσότερων από αυτά ήταν ότι αντανακλούσαν το κοινό αίσθημα για την αχρειότητα της ρωμαϊκής δουλείας, εκφράζοντας έτσι τις αξίες των κατώτερων τάξεων. Ήταν, όπως το εξέφρασε ο Χέγκελ στη διάσημη ανάλυσή του της διαλεκτικής του κυρίου και του δούλου στη Φαινομενολογία του Νου, μορφές της συνείδησης του δούλου και όχι του κυρίου, που έπρεπε να πάρουν αναγκαία έναν αφηρημένο χαρακτήρα[5]. Η αθεϊστική επικούρεια φιλοσοφία, ωστόσο –ουσιαστικά ο Διαφωτισμός της Αρχαιότητας– μπορούσε να έχει απήχηση μόνο στα κάπως μορφωμένα στοιχεία των κατώτερων τάξεων. Ο στωικισμός ήταν η κατάλληλη έκφραση των πιο πληβειακών στρωμάτων, και οι θρησκευτικές τάσεις του διοχετεύτηκαν και εκφράστηκαν ανοικτά στο χριστιανισμό.

Η εμφάνιση και η επικράτηση του χριστιανισμού, με τη μεσσιανική, αποκαλυπτική αύρα που την περιβάλλει, έχει συχνά παρουσιαστεί σαν ένα αλλόκοσμο συμβάν, ριζικά διαφορετικό από όλα τα ιδεολογικά ρεύματα του καιρού και συνεπώς θείας προέλευσης. Στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά η ιδιόμορφη κρυστάλλωση αυτών των ρευμάτων. Ο μονοθεϊσμός είναι γενικά μια ανώτερη μορφή θρησκείας από τον πολυθεϊσμό, όμως έγινε δυνατό να εμφανιστεί στην Παλαιστίνη, σε έναν συγκριτικά καθυστερημένο λαό όπως οι Εβραίοι, επειδή η περικύκλωσή τους από μια πληθώρα εχθρικών φυλών τούς ωθούσε στην πεποίθηση ότι ο δικός τους Θεός ήταν ο ένας και μοναδικός αληθινός Θεός, που θα τους προστάτευε από όλους τους εχθρούς τους. Οι συνεχιζόμενες δυσχέρειες τους ενέπνευσαν και τους έκαναν προσφιλή την ιδέα ενός Μεσσία-Βασιλιά απεσταλμένου του Θεού, που θα έθετε οριστικά τέρμα στα βάσανά τους. Και όταν ο μεγαλύτερος και πιο πανίσχυρος εχθρός, η Ρώμη, έκανε την εμφάνισή του, ήταν πολύ φυσικό να εμψυχωθούν από την ιδέα ότι έχει έρθει επιτέλους η ώρα για να εμφανιστεί ο από καιρό αναμενόμενος σωτήρας τους.

Όμως οι ίδιες συνθήκες που εργάζονταν στην Ιουδαία, ήταν λίγο πολύ ενεργές σε όλες τις γωνιές της αχανούς αυτοκρατορίας. Αυτό δημιουργούσε ένα ευνοϊκό έδαφος για την ευρεία διάδοση του χριστιανισμού, που όμως για να υπερισχύσει έπρεπε να απεκδυθεί το αρχικό εβραϊκό του δέρμα (εμφανές στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, με το άσβεστο μίσος της για τη Ρώμη) και να πάρει μια πιο καθολική, οικουμενική μορφή. Το αποτέλεσμα ήταν ο χριστιανικός κομμουνισμός των πρώτων αιώνων μ.Χ., ένας κομμουνισμός της κατανάλωσης που έδωσε μια παραπέρα ώθηση στην αποσύνθεση της δουλείας[6]. Έτσι όταν η εικόνα του Μεσσία, υιού του Θεού, Χριστού σχηματίστηκε οριστικά μέσα σε 1-2 αιώνες, οι Εβραίοι ήταν πια αδύνατο να αναγνωρίσουν σε αυτόν τον δικό τους πολυαναμενόμενο Μεσσία.

Ο στωικισμός υπήρξε μια από τις κύριες παραδόσεις που συνεισέφεραν στο σχηματισμό αυτής της εικόνας και, στο βαθμό που αποτέλεσε και την κεντρική φιλοσοφική αναφορά του Μάρκου Αυρήλιου, πρέπει να πούμε εδώ δυο λόγια γι’ αυτόν. Ιδρυμένος στην Αθήνα γύρω στα 300 π.Χ. από τον Ζήνωνα τον Κιτιέα, ο στωικισμός, που πήρε το όνομά του από την Ποικίλη Στοά, είχε πλατιά δημοτικότητα για 500 περίπου χρόνια στα ελληνιστικά βασίλεια και αργότερα στη Ρώμη. Την αρχαία αθηναϊκή στοά ακολούθησαν η μέση στοά στο 2ο π.Χ. αιώνα και η νέα, ρωμαϊκή στοά, με κύριους εκπροσώπους τον Σενέκα, τον Επίκτητο και τον Μάρκο Αυρήλιο. Οι διδασκαλίες των στωικών γνώρισαν έτσι αρκετή ανάπτυξη και εκλεπτυσμό, στον πυρήνα τους όμως διατήρησαν ένα ιδεαλιστικό πρόσημο, παρότι περιλάμβαναν και όχι λίγα λανθάνοντα υλιστικά δόγματα.

Η κοσμοθεωρία και η φυσική των στωικών συνδυάζει επιστημονικά με θεολογικά στοιχεία, με τη θεολογική όψη, τουλάχιστον κεντρικά, να προεξάρχει. Ο υλικός κόσμος είναι πεπερασμένος στο χρόνο και το υλικό σώμα του διαπερνιέται από το παγκόσμιο πνεύμα, το Θεό, που είναι η πρόνοια και η πηγή της μοίρας. Ο άνθρωπος αποτελείται από τρία συστατικά, το σώμα, την ψυχή και το ηγεμονικό (πνεύμα). Το σώμα χαρακτηρίζεται από τις αισθήσεις, οι ψυχή από τις παρορμήσεις και τις βλέψεις, και το πνεύμα από τις αρχές, τα λογικά δόγματα. Το πνεύμα είναι το ανώτερο, θείο συστατικό του ανθρώπου, εκείνο που αντιγράφει τη φύση του Θεού (αξιοσημείωτα, ωστόσο, στη στωική διδασκαλία, αν και μετά το θάνατο το πνεύμα επανενώνεται με τον Θεό, η προσωπική αθανασία απορρίπτεται).

Η στωική φιλοσοφία ταίριαζε με την κατάσταση και τις αόριστες ανατρεπτικές βλέψεις της μάζας στους πρώτους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και έτσι εξελίχτηκε σε μια έκφραση της λαϊκής συνείδησης της εποχής. Ενώ όμως στο 18ο αιώνα η λαϊκή διαμαρτυρία και η εξέγερση εκφράστηκαν μέσα από τη διάλυση της θεολογικής αυθεντίας από το Διαφωτισμό, με την άνοδο της επιστήμης και της φιλοσοφίας, στην αρχαιότητα η ίδια διαδικασία εκπληρώθηκε αντίστροφα με τη διάλυση της τότε επιστήμης και της φιλοσοφίας στη χριστιανική θρησκεία. Στο πλαίσιο αυτής της μετάβασης, η στωική καρτερικότητα απέναντι στα εγκόσμια δεινά έδωσε βαθμιαία τη θέση της στη μεσσιανική χριστιανική προσδοκία της υπέρβασής τους σε ένα επέκεινα. Ο Α. Μπογκομόλοφ δίνει μια περιεκτική εικόνα των ιδεολογικών διεργασιών της εποχής, με σημείο εκκίνησης το στωικισμό:

«Ο στωικισμός στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν μόνο μια καθολική έκφραση του κοινού αισθήματος της εποχής, αλλά επίσης χρησίμευσε σαν ένα εργαλείο για τη διαμόρφωση μιας ιδιόμορφης ιδεολογικής θεωρίας, μάλλον ασυνήθιστης για τον αρχαίο κόσμο. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ούτε η ευγενής καταγωγή, ούτε η ανυψωμένη θέση, ούτε ο πλούτος δεν μπορούν να εγγυηθούν την ευλογημένη ύπαρξη στον άλλο κόσμο (αν πιστεύει κανείς σε αυτόν). Απεναντίας, αυτά τα εξωτερικά πλεονεκτήματα την αντιστρατεύονται. Οι ευλογημένοι μάλλον είναι εκείνοι που είναι αγνοί, ευγενείς, ευφυείς και πράοι, δηλαδή κυρίως τα κατώτερα στρώματα της ρωμαϊκής κοινωνίας. Οι ιστορικές μελέτες της ιδεολογίας τους δείχνουν ότι τέτοιες απόψεις ήταν ευρέως διαδεδομένες στην αυτοκρατορική περίοδο και πιστοποιούν τον ισχυρό αντίκτυπο της σύγχρονης ηθικής φιλοσοφίας στο σχηματισμό τους – ωστόσο όχι μέσω αφηρημένων πραγματειών με τις λογικές τους λεπτότητες. Οι ηθικές θεωρίες των στωικών και των ύστερων κυνικών, όχι σπάνια μη διακριτές μεταξύ τους, διαδίδονταν από περιπλανώμενους φιλοσόφους που γύριζαν από πόλη σε πόλη, από τη μια επαρχία στην άλλη, υποστηρίζοντας διάφορες ηθικές αρχές και ταυτόχρονα προβαίνοντας σε “θαύματα” ως μέσο για να καταδείξουν τη νομιμοφροσύνη και την εύνοια που απολάμβαναν με τους θεούς. Αυτές οι θεωρίες, εκχυδαϊσμένες και υποβιβασμένες στο διανοητικό επίπεδο των μαζών, εκφυλίστηκαν βαθμιαία σε θρησκευτικές διδασκαλίες και συγχωνεύτηκαν με το θρησκευτικό κύμα που υψωνόταν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία»[7].

Συνολικά ο στωικισμός και ο χριστιανισμός εξέφρασαν έτσι τις λαϊκές αξίες και βλέψεις στους πρώτους αιώνες μ.Χ., με τον νεοπλατωνισμό να ενσαρκώνει αργότερα τη συντηρητική αντίδραση στην επιρροή τους. Ο Μάρκος Αυρήλιος εντάσσεται στο ευρύ αυτό ρεύμα, ασπαζόμενος τις λαϊκές όψεις του στωικισμού. Ωστόσο, όπως θα δειχτεί –και αυτό είναι ένα σημείο μεγάλης σπουδαιότητας– διαφοροποιείται από τη θεολογική κατεύθυνση, εκπροσωπώντας μια ορθολογική και διαλεκτική εκδοχή του στωικισμού, που ενσωματώνει μια ποικιλία στοιχείων από την κλασική αρχαία ελληνική φιλοσοφία.


[1] Βλέπε Ρ. Λούξεμπουργκ, «Η δουλεία», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 35, σελ. 413-440.

[2] Στο ίδιο, σελ. 431, επίσης σελ. 428 κ.ε. για τα προηγούμενα.

[3] Στο ίδιο, σελ. 433.

[4] Στο ίδιο, σελ. 439-440.

[5] Στη χεγκελιανή προβληματική, συνοψίζει ο Λούκατς, «η ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης συνδέεται με την εργασία, δηλαδή η γραμμή ανάπτυξης περνά μέσω του δούλου που εργάζεται παρά του κυρίου που είναι αδρανής. Όμως η απλή εργασία, τόσο σε μια κοινωνία που βασίζεται στη δουλεία όσο και στη διάλυση αυτής της κοινωνίας, όπως βιώθηκε κατά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ήταν αρχικά μια αφηρημένη δραστηριότητα. Στις ενότητες για το στωικισμό, το σκεπτικισμό και τη δυστυχισμένη συνείδηση (πρώιμος χριστιανισμός) ο Χέγκελ απεικονίζει διάφορες μορφές αυτής της αναπτυσσόμενης συνείδησης… Η διαλεκτική του Κυρίου και του Δούλου προκάλεσε τις “διαμορφώσεις της συνείδησης” της στωικής και σκεπτικιστικής φιλοσοφίας και αργότερα της δυστυχισμένης συνείδησης (χριστιανισμός)» (Γκ. Λούκατς, Ο Νεαρός Χέγκελ, στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 32, σελ. 368, 379).

[6] Από τους μαρξιστές η Λούξεμπουργκ και ο Κάουτσκι κυρίως ανέλυσαν τον πρώιμο χριστιανικό κομμουνισμό.

[7] Α. Μπογκομόλοφ, History of Ancient Philosophy, Progress Publishers, Μόσχα 1985, σελ. 304.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours