Ο μαρξισμός του Λούκατς

1 min read

Ο Ζαν Λακρουά ήταν Γάλλος προοδευτικός χριστιανο-κομμουνιστής φιλόσοφος. Το παρόν κείμενό του αναφέρεται στα άρθρα του Λούκατς στο βερολινέζικο περιοδικό «Ρότε Φάνε» το 1922-23. Τα σημαντικά αυτά κείμενα, αφιερωμένα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, τα ανακάλυψε και δημοσίευσε ο Μισέλ Λεβί. Περιέχονται, μαζί με άλλα κείμενα του Λούκατς της ίδιας περιόδου, στη συλλογή Γκέοργκ Λούκατς, «Κείμενα της Δεκαετίας του 1920», εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2019. Το άρθρο του Λακρουά πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τομές», τεύχος 38-39, Ιούλιος-Αύγουστος 1978, σελ. 9-10. Αναδημοσιεύθηκε στη «Μαρξιστική Σκέψη», τόμος 1, σελ. 292-299.

Ο μαρξισμός του Λούκατς

του Ζαν Λακρουά

Με τον τίτλο Λογοτεχνία – Φιλοσοφία – Μαρξισμός ο Μισέλ Λεβί μας αποκαλύπτει έναν άγνωστο Λούκατς: είκοσι άρθρα που αυτός ο τελευταίος δημοσιεύει στη Ρότε Φάνε (Κόκκινη Σημαία), κομμουνιστικό περιοδικό του Βερολίνου στα 1922-1923, ακριβώς τον καιρό που προετοίμαζε το βιβλίο του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Αυτό το σημαντικό έργο, στο οποίο έκανε αυστηρή κριτική αργότερα ο συγγραφέας του, ανέλυε λογοτεχνικά και φιλοσοφικά θέματα υπό την προοπτική του ιστορικού υλισμού. Είναι τουλάχιστον ό,τι το κάνουν τα μεταφρασμένα άρθρα, όπου μελετώνται πολλοί συγγραφείς: ο Γκαίτε, ο Λέσινγκ, ο Μπαλζάκ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Χέγκελ, κ.ά. Αυτές οι σύντομες και πυκνές μελέτες αναλύουν και επιχειρούν να λύσουν ένα πρόβλημα που τίθεται σε κάθε κομμουνιστή: πώς να δημιουργήσουμε μια λογοτεχνία μιας κάποιας αξίας και συγχρόνως σύμφωνη με τη μαρξιστική σκέψη; Πώς να κρίνουμε εξάλλου τις σημαντικές λογοτεχνικές δημιουργίες, που δεν είναι σύμφωνες μ’ αυτή τη σκέψη;

Σύμφωνα με τον Λούκατς, η φιλοσοφία, η λογοτεχνία και η πολιτική είναι στενά δεμένες με το σύνολο της ιστορίας. Εξάλλου δεν μπορεί ποτέ κανείς να δημιουργήσει ή να μελετήσει από μόνα τους λογοτεχνικά έργα που να έχουν μια αξία μέσα τους. Δεν πρέπει να τις θεωρούμε σαν απομονωμένες ουσίες, σαν αιθέριες ενότητες, αλλά «σαν ομοφυή μέρη της κοινωνικής ολότητας». Απ’ αυτό προκύπτει η ριζική ιστορικοποίηση του πνευματικού σύμπαντος. Καθώς και ο Γκράμσι, ο Λούκατς διαβεβαιώνει πως, στην έκφραση “ιστορικός υλισμός”, να βάλουμε τον τόνο στο “ιστορικός” και όχι στο “υλισμός”, που είναι κατ’ αρχήν μεταφυσικός. Οι άνθρωποι δημιουργούν τη δική τους ιστορία! Αυτό το λήμμα θεμελιώνει την επαναστατική πράξη. Όταν οι κομμουνιστές αρκούνταν εύκολα ν’ αντιθέτουν τον υλισμό προς τον ιδεαλισμό, αυτός στηρίζει τις αναλύσεις του στη ριζική ιστορία των κοινωνικών φαινομένων. Τα άρθρα του λοιπόν αναπτύσσουν συγχρόνως ιστορικές-μαρξιστικές αναλύσεις της λογοτεχνίας και κριτικές μη ιστορικών ρευμάτων της σκέψης, όπως ο αστικός “μεταφυσικός υλισμός”.

Οι ειδικές μελέτες στηρίζονται σ’ αυτό το θεμέλιο. Ο Ντοστογιέφσκι, επηρεασμένος από τις ρωσικές κριτικές, χρησιμοποιεί την άμεση επαφή με το θρεπτικό έδαφος της κοινωνικής πραγματικότητας, τουλάχιστον όταν αποφεύγει το ρηματικό μυστικισμό. Η ανερχόμενη αστική τάξη, από την Αναγέννηση και πέρα, παρήγαγε μια εύρωστη λογοτεχνία, στρατευμένη ενάντια στην τέχνη της απολυταρχικής-φεουδαρχικής εποχής. Αλλά η παρακμάζουσα αστική τάξη θα καταφύγει ως προς το σύνολο, σε μια σύλληψη της τέχνης για την τέχνη, που κόβει κάθε σχέση με την ιστορία και κάνει την τέχνη μια αγνή αφηρημένη ιδέα. Οι μεγάλοι αστοί συγγραφείς λοιπόν θα ‘ναι εκείνοι που, χωρίς να καταλαβαίνουν ακόμη την πρώτη ορμή της προλεταριακής επανάστασης, θ’ αρχίσουν την αστική λογοτεχνία του καιρού τους.

Η μεγαλοσύνη του Αύγουστου Στρίντμπεργκ είναι το που επέφερε την εσωτερική διάσπαση αυτής της στάσης, αποβαίνοντας έτσι ο κριτικός και ο καλύτερος συγγραφέας αυτής της αστικής παρακμής. Οι μικροαστοί ουτοπιστές απ’ τη μεριά τους αισθάνονται αυτή την παρακμή, χωρίς να την καταλαβαίνουν.

Ο Μαρξ έγραψε ότι δεν έβλεπαν μες την αθλιότητα «παρά την αθλιότητα, χωρίς να μπορούν να δουν εκεί την ανατρεπτική επαναστατική πλευρά, που θα γκρεμίσει την παλιά κοινωνία». Ο Λούκατς προσάπτει αυτή την ανάλυση στον Χάουπτμαν. Κατήγγειλε την οικονομική και πολιτική, πνευματική και ηθική σύγχυση της μικροαστικής τάξης, χωρίς να προαισθάνεται την προλεταριακή επανάσταση. Τέλος, μελετώντας το Εμίλια Γκαλότι του Λέσινγκ, ο Λούκατς δείχνει πως δεν μπορεί να υπάρχει αληθινή τραγωδία, στο λογοτεχνικό πεδίο, παρά εφόσον τα ιδανικά της κυρίαρχης τάξης αρχίζουν να γίνονται προβληματικά.

Αυτά τα κείμενα ωστόσο ξεσηκώνουν ένα πρόβλημα που μια σύγκριση ανάμεσα στο Νάθαν του Λέσινγκ και στον Τάσο του Γκαίτε της ασύγκριτης λογοτεχνικής του ανωτερότητας, δηλώνεται κατώτερο από κείνο του Λέσινγκ και φαίνεται στον Λούκατς σαν ένας λαθεμένος επικίνδυνος δρόμος, ένα ιδεολογικό φαινόμενο. Δεν είναι στο ίδιο το εσωτερικό της κριτικής η αναγνώριση μιας λογοτεχνικής αξίας σ’ αυτήν; Και προπάντων, μπορεί να πει κανείς πως ένα λογοτεχνικό έργο είναι κατώτερο από ένα άλλο, αφού είναι λογοτεχνικά ανώτερο απ’ αυτό; Πολύ αντικειμενικά ο Λούκατς αναγνωρίζει τη δυσκολία και της αφιερώνει μια μελέτη. Υποστηρίζει ότι, ακόμη κι από μαρξιστική σκοπιά, πρέπει να προχωρούμε σε μια αισθητική ανάλυση κάθε λογοτεχνικής δημιουργίας.

Κατά τη γνώμη του, αυτός ο ρόλος της αισθητικής είναι «το να κατανοήσει τους εκφραστικούς τύπους που προορίζονται ακόμη και να παρουσιάσουν με τον πιο κατάλληλο και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο ένα κάποιο περιεχόμενο ύπαρξης». Αλλ’ αυτή εδώ δεν μπορεί ν’ αξίζει παρά μόνο για την “αποτελεσματικότητά” της, που συνδέεται με το “κοινωνικό περιεχόμενο” που επιτάσσει; Ο Λούκατς αναγνωρίζει πως το κοινωνικό περιεχόμενο μπορεί να είναι εκείνο των «βαθύτερων ανθρώπινων σκέψεων και αισθημάτων». Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία μας αγγίζει πάντοτε, δοκιμάζουμε εκεί τα βαθιά αισθήματα χαράς και λύπης. Αυτά εδώ δεν μπορούν να γεννηθούν παρά μόνο απ’ την κοινωνική κατάσταση; Αρνούμενος εντελώς να προφητεύσει το μέλλον, ο Λούκατς φτάνει ν’ αναρωτιέται αν οι άνθρωποι μιας “αταξική . κοινωνίας” θα μπορούσαν πια να γευθούν τα έργα του παρελθόντος. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε αντίθετα πως αυτοί οι μέλλοντες άνθρωποι θα ‘ναι πιο ανθρώπινοι, πιο ευαίσθητοι σ’ όλες τις χαρές και σ’ όλους τους πόνους, απ’ όπου γεννιούνται;

Εν πάσει περιπτώσει, καθώς σωστά το υποστήριξε ο Μίκλος Μόλναρ, για τον Λούκατς ο ρεαλισμός είναι το κριτήριο κάθε μεγάλης λογοτεχνίας κι αυτός ο ρεαλισμός είναι πίστη στις βαθιές τάσεις της ιστορίας. Η λογοτεχνική κριτική τον κατηγορούσε για την υλιστική του στενότητα, το λενινιστικό-σταλινικό κόμμα για την ιδιαίτερη προτίμησή του προς την καλλιτεχνική φόρμα σε βάρος του πολιτικού περιεχομένου, η επαναστατική πρωτοπορία για τον αισθητικό συντηρητισμό του. Αλλά ο ρεαλισμός του δεν είναι νατουραλισμός. Έχει σχέση με τον ιστορικισμό: πρέπει να είναι η παρουσίαση των ενδότερων τάσεων της ιστορίας της ανθρωπότητας, της “ροής” της, της “πορείας” της. Βέβαια ο Λούκατς θα παραδεχτεί λίγο-λίγο τη διάσπαση στην ιστορία και το 1960 θα επιμείνει στη ρήξη με το σταλινισμό. Αλλά είναι πολύ ευδιάλλακτος με την εγελιανή διαλεκτική, παρόλες τις επιφυλάξεις του όσον αφορά στον Χέγκελ για τη φιλοσοφία του του κράτους. Κατά τη γνώμη του, οι πιο μεγάλοι δυτικοί φιλόσοφοι ήταν ο Αριστοτέλης, ο Χέγκελ και ο Μαρξ.

Δεν γνώρισα τον Λούκατς. Ωστόσο, μόνο μια φορά, περίπου ένα χρόνο πριν απ’ το θάνατό του, είχα την ευκαιρία να συζητήσω γύρω στις τέσσερεις ώρες μαζί του στο σπίτι του, στη Βουδαπέστη. Κατά την έξοδό μου, στη σκάλα, δήλωσε, μπροστά στην τηλεόραση, πως διαφωνούσαμε σχεδόν σε όλα και συγχρόνως συμφωνούσαμε ιδιαίτερα καλά. Μου είχε πει ότι τα δυο μεγάλα ρεύματα της ανθρωπότητας ήταν ο χριστιανισμός και ο μαρξισμός, ότι ο πρώτος δυνάμει είχε τελειώσει και ο δεύτερος άρχιζε, αλλ’ ότι ακόμη προτιμούσε ένα καλό χριστιανό από ένα κακό μαρξιστή. Απ’ αυτή τη συνομιλία κρατώ τη θαυμαστή ανάμνηση ενός έξοχου γνώστη όλων των μεγάλων συγγραφέων, με μια άμεση, παθιασμένη, βαθιά έννοια της λογοτεχνίας. Βίαιος, κατά του σταλινισμού και τέλεια ελεύθερος στους λόγους του, τέλειωσε λέγοντάς μου πως ο αληθινός μαρξισμός απαιτούσε τη γέννηση μιας αταξικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας, που να δημιουργείται από αληθινά σοβιέτ, από εργατικά συμβούλια, και που να οδηγεί επιτέλους σε μια αληθινή ανθρώπινη αδελφοσύνη.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours