Απόβλητη από το σοβιετικό παράδεισο

1 min read

Σοκόλνικοφ το 1923 και με τη σύζυγό του Γκαλίνα Σοκολνίκοβα στη διάρκεια της διαμονής τους στο Λονδίνο, οπου ήταν πρεσβευτής στα 1929-32.

Η Γκελιάνα Σοκολνίκοβα (γέν. 1934) είναι κόρη του διακεκριμένου στέλεχους των Μπολσεβίκων Γκριγκόρι Σοκόλνικοφ. Λαϊκός Επίτροπος Οικονομικών στα 1922-26, ο Σοκόλνικοφ είχε καίρια συμβολή στην αποκατάσταση της σοβιετικής οικονομίας στα χρόνια της ΝΕΠ. Το 1936 συνελήφθη, δικάστηκε στη 2η Δίκη της Μόσχας και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση, στη διάρκεια της οποίας δολοφονήθηκε από τις σταλινικές μυστικές υπηρεσίες το 1939. Στη συνέντευξη που ακολουθεί η Σοκολνίκοβα αφηγείται τις εμπειρίες της ίδιας και της οικογενείας της στα χρόνια των σταλινικών διώξεων, μετά τη σύλληψη του πατέρα της. Δημοσιεύθηκε αρχικά στη «Νόβαγια Γκαζέτα», 28.10.2011 και στη «Μαρξιστική Σκέψη», τόμ. 8, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013.

Απόβλητη από το σοβιετικό παράδεισο

της Γκελιάνα Σοκολνίκοβα

Ερ.: Γκελιάνα Γκριγκόριεβνα, ο πατέρας σας έσωσε κάποτε τη χώρα από την καταστροφή εισάγοντας ένα χρυσό τσερβόνετς (νόμισμα δέκα ρουβλιών). Και το 1936 συνελήφθη, πέρασε, μαζί με άλλους παλιούς Μπολσεβίκους, από μια στημένη δίκη στη Μόσχα και λίγο αργότερα εξοντώθηκε σε ένα κέντρο κράτησης για τους πολιτικούς κρατούμενους στο Βερχενεουράλσκ. Θυμάστε καθόλου τον πατέρα σας;

Απ.: Όταν ο πατέρας μου συνελήφθη, ήμουν μόνο δύο χρονών. Και το ’37 ξεκινήσαμε την πρώτη εξορία μας. Η μητέρα διατάχθηκε να είναι έτοιμη, όπως και η γιαγιά μου και εγώ, μέσα σε 24 ώρες. Πρόσφεραν μια επιλογή από έναν αριθμό πόλεων. Η μητέρα επέλεξε το Σεμιπαλατίνσκ. Και ξέρετε γιατί; Ήταν εκεί που έζησε ο Ντοστογιέφσκι για πέντε χρόνια μετά από σκληρή εργασία σε μια περιφραγμένη πόλη! Στο Σεμιπαλατίνσκ η μητέρα συνελήφθη σύντομα ως σύζυγος ενός εχθρού του λαού, και καταδικάστηκε σε 8 χρόνια. Όμως, λόγω του πολέμου που ξεκίνησε, έκανε 11.

Ερ.: Και τι συνέβηκε με την αδελφή σας, τη Ζόρια Σερεμπριακόβα;

Απ.: Η Ζόρια στάλθηκε στο περιβόητο οικοτροφείο για τα παιδιά των «εχθρών του λαού» στη Μονή Ντανίλοφ. Αλλά κατάφερε να ξεφύγει από εκεί. Και ήρθε σε μας με τη γιαγιά. Το 1945 η Ζόρια πήρε άδεια να ζήσει στη Μόσχα, γράφτηκε στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, και συνελήφθη το 1949.

Ερ.: Έχετε μια άλλη αδελφή, έτσι δεν είναι;

Απ.: Ναι. Το ’43, όταν εκδόθηκε το διάταγμα του Στάλιν για την απελευθέρωση των γυναικών με θηλάζοντα βρέφη, η μητέρα γέννησε πίσω από τα συρματοπλέγματα την αδελφή μου, Τάνια – από έναν Μπιτόβικ [bytovik, εγχώριο παραβάτη]. Ο οποίος, άλλωστε, αμέσως στάλθηκε στο μέτωπο για την ερωτική επαφή με τη μητέρα. Και η μητέρα δεν απελευθερώθηκε παρά το διάταγμα.

Ερ.: Πότε είδατε τη μητέρα σας και πάλι;

Απ.: Το ’46 της επιτράπηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στο Σικτιβκάρ. Εκείνη την εποχή, η μητέρα ήταν 40 χρονών. Ήταν ακόμα μια καλλονή. Οι άνδρες σίγουρα τη θαύμαζαν. Τότε, ανακοίνωσε σε όλους τους θαυμαστές της: «Όποιος καλλιεργεί 10 πατάτες και υιοθετήσει το παιδί μου, θα έρθω να ζήσω μαζί του». Και ένας την πήρε με την προσφορά αυτή – ο Ιβάν Ιβάνιτς Μπουλγκάκοφ… Καταγόταν από το Λένινγκραντ, ήταν διαζευγμένος, δεν είχε δικά του παιδιά. Ήταν ένας από τους πρώτους που βοήθησαν να απομακρυνθούν οι «εχθροί του λαού», και όταν τον απομάκρυναν και τον ίδιο, είδε το φως.

Η μητέρα πήρε την άδεια να εγκαταλείψει τον Βορρά το 1947 για να ενωθεί με την οικογένειά της, δηλαδή τη γιαγιά μου και εμένα, στο Σεμιπαλατίνσκ.

Ερ.: Ο σύζυγος της γιαγιάς σας, ο πολωνός επαναστάτης Γιόζεφ Μπεκ, εκτελέστηκε ήδη από το 1936. Και η γιαγιά σας, Μπρονισλάβα Κρασούτσκαγια, εργαζόταν η ίδια στην κομματική οργάνωση;

Απ.: Ξέρετε, ήταν παρούσα ακόμη και στο πάρτι του Στάλιν την ημέρα που πέθανε η Αλιλούγιεβα1. Και πριν από αυτό, είδε τη δημόσια ανάγνωση της διαθήκης του Λένιν από την Κρούπσκαγια.

Ερ.: Τότε, φαίνεται πάρα πολύ λογικό να σταλεί και εκείνη σε εσωτερική εξορία. Αλλά και πάλι – πώς είδατε τη μητέρα σας;

Απ.: Είδαμε η μια την άλλη, όταν ήμουν δεκατριών. Ήταν απαίσιο. Στην εποχή της, η γιαγιά αποφοίτησε από το Ωδείο της Βαρσοβίας. Εκείνη αποφάσισε ότι θα πρέπει να ασχοληθώ με την τέχνη επίσης. Στο Σεμιπαλατίνσκ σπούδασα μουσική, έκανα μπαλέτο, θεωρούμουν ελπιδοφόρα – ήμουν 9 χρονών τότε, και έγραφαν μάλιστα για μένα. Αλλά έφτασε η μητέρα για να θέσει ένα τέρμα σε όλα αυτά. Έπρεπε να κάνω την μπουγάδα για όλη την οικογένεια, να ράβω, και να πλένω. Μερικές φορές έφτανα να μετανιώνω που επέστρεψε. Αποφάσισαν με τον Ιβάν Ιβάνιτς να με στείλουν σε μια επαγγελματική σχολή.

Η οικογενειακή ζωή μας κράτησε μόνο μερικούς μήνες. Σύντομα η μητέρα απελάθηκε στην Τζαμπούλ. Και έφυγε. Μόνη. Αγόρασε ένα μικρό πλίνθινο σπίτι εκεί… Τότε η Τζαμπούλ ήταν το κέντρο της αφρόκρεμας από το Μπακού, τη Μόσχα και το Λένινγκραντ. Ελληνίδες καλλονές από το Κουμπάν, Γερμανοί του Βόλγα, Τσετσένοι και Τάταροι της Κριμαίας. Η αδελφή της Φάνη Καπλάν2 ζούσε εκεί· πουλούσε σόδα.

Ερ.: Και πότε είδατε τη μητέρα σας και πάλι;

Απ.: Λίγο καιρό αργότερα η μητέρα προσκάλεσε τον Ιβάν Ιβάνιτς. Έμεινα πίσω στο Σεμιπαλατίνσκ με την άρρωστη γιαγιά και τη μικρή Τάνια, που ήταν στο κρεβάτι με ιλαρά, στο σπίτι που αποδείχθηκε ότι είχε ήδη πουληθεί από τη μητέρα. Εμείς πεινούσαμε και περιμέναμε νέα από τη μητέρα.

Ο Ιβάν Μπουλγκάκοφ τελικά ήρθε να μας πάρει. Και πήγαμε μαζί του στη μητέρα. Ταξιδέψαμε για 10 ημέρες σε ένα βαγόνι εμπορευμάτων. Η θερμοκρασία θα ήταν σαράντα υπό το μηδέν. Έπαθα κρυοπαγήματα στα πόδια μου. Με έβαλαν με τη γιαγιά σε ένα μικρό δωμάτιο. Η γιαγιά κοιμόταν σε ένα κορμό, εγώ σε ένα περβάζι από πέτρα. Ο Μπουλγκάκοφ, η μητέρα και η Τάνια ζούσαν σε δύο καλά δωμάτια. Ήταν μια οικογένεια. Και εγώ έγινα σχεδόν μια υπηρέτρια.

Ερ.: Η μητέρα σας μισούσε τόσο πολύ τον Σοκόλνικοφ;

Απ.: Λοιπόν, ήταν εξαιτίας του που έκανε τόσο καιρό εξορίες! Και το έβγαλε μάλλον πάνω μου.

Ερ.: Όταν εργάζονταν στην Αγγλία, οι Σοκόλνικοφ διάβασαν ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα του Παρισιού. Το άρθρο είχε τίτλο «Ο Στάλιν και ο Σοκόλνικοφ». Σύγκρινε τον πατέρα σας με τον αρχηγό. Ο Σοκόλνικοφ ήξερε ότι ο Στάλιν δεν θα συγχωρούσε το εν λόγω άρθρο. Και παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ζήτησε την άδεια να επιστρέψει στη Μόσχα όσο το δυνατό συντομότερα. Επειδή η αγαπημένη του γυναίκα Γκάλια είχε γράψει ένα βιβλίο για την Αγγλία και ήθελε πάρα πολύ να το δημοσιεύσει το συντομότερο δυνατό. Η μητέρα σας δεν σας είπε γι’ αυτό;

Απ.: Δεν μιλούσε καθόλου για τον πατέρα τότε. Και μετά ξέμεινε από χρόνο. Ενάμιση μήνα αφότου τη συναντήσαμε στην Τζαμπούλ, ένας σύντροφος με πολιτικά ήρθε να τη δει και την πήρε έξω για να μιλήσουν για μισή ώρα. Και τη χάσαμε για άλλα 10 χρόνια. Εμείς μείναμε πίσω. Οι φήμες έλεγαν ότι ένας κατάσκοπος είχε ζήσει στο σπίτι μας. Ο Μπουλγκάκοφ παρέμεινε μαζί μας, αλλά στη συνέχεια ήρθαν γι’ αυτόν επίσης.

Εμείς πεινάσαμε πάλι. Η γιαγιά ξανάπιασε και πάλι το πιάνο (ήταν ήδη πάνω από 70)· εγώ γράφτηκα σε μια σχολή νοσοκόμας. Αλλά τότε ήρθε μια καρτ-ποστάλ από το Σεμιπαλατίνσκ: «Ας έλθει κάποιος: το διαμέρισμα έχει μείνει άδειο· οι δάσκαλοι έχουν συλληφθεί». Οι δάσκαλοι ήταν η αδελφή μου Ζόρια και ο σύζυγός της. Το παιδί τους είχε σταλεί σε ένα ορφανοτροφείο. Ποιος θα έπρεπε να πάει; Δεν είχα διαβατήριο. Ήμουν 15. Αλλά πάω στο Σεμιπαλατίνσκ, πουλώ κάποια πράγματα και παίρνω ένα πακέτο για τη Ζόρια και το σύζυγό της στη φυλακή. Πήγα στο ορφανοτροφείο για να πάρω το παιδί τους, αλλά δεν είχα διαβατήριο. Δεν μου έδωσαν το παιδί. Και έτσι κίνησα για το σιδηροδρομικό σταθμό με ένα μπόγο πράγματα και τα χρήματα από την πώληση.

Έμεινα εκεί για τρεις ημέρες – δεν υπήρχε τρένο για την Τζαμπούλ. Σκεφτόμουν τη γιαγιά. Είναι εκεί με μικρή Τάνια· νομίζει ότι είμαι ήδη μέσα. Τους έστειλα τα χρήματα. Όταν έφτασα στην Τζαμπούλ, βρήκα τη γιαγιά σε άσχημη κατάσταση. Τα χρήματα που είχα στείλει δεν είχαν φτάσει σε αυτούς.

Ερ.: Η γιαγιά σου συνέχισε να παραδίνει μαθήματα;

Απ.: Πέθανε καθισμένη πλάι στο πιάνο. Δεν είχε παρά μόνο ένα φόρεμα και μπαλωμένα εσώρουχα. Την έθαψα με αυτά. Αλλά πέθανε ευτυχισμένη! Επιτρέψτε μου να εξηγήσω. Έφερα ομόλογα από τη Ζόρια. Πήγαμε να τα ελέγξουμε με την Ντούσια, τη γειτόνισσά μας. Και ανακαλύψαμε ότι είχαμε κερδίσει ένα τεράστιο βραβείο. Δεν θα το παρέδιδαν σε μένα· είπαν, ας έρθει η γιαγιά σας… Και την ημέρα που θα παίρναμε το βραβείο, η γιαγιά πεθαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια. Και τότε η κυβέρνηση αποφασίζει επίσης να μας πάρει το σπίτι.

Με συμβούλεψαν να πάω να δω ένα δικηγόρο, τον Βίκτωρ Ιβάνοβιτς Φονστάιν, ο οποίος ήταν στην Τζαμπούλ σε τιμητική εξορία. Του συστήθηκα. Του εξήγησα την κατάσταση. Είπε ότι θα σώζαμε τόσο το σπίτι όσο και το βραβείο. Και έτσι κάναμε. Έκανε τα πάντα αφιλοκερδώς και μου ζήτησε να μη ρωτήσω γιατί. Αργότερα έμαθα ότι ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, όταν ο πατέρας μου διοικούσε το μέτωπο στο Τουρκεστάν, ήταν εκεί ως επικεφαλής της ειδικής υπηρεσίας. Όταν η μητέρα επέστρεψε, πήρε ένα σωρό χρήματα.

Ερ.: Και τελικά γνωρίσατε η μια την άλλη καλύτερα;

Απ.: Εγώ δεν γνώρισα πραγματικά τη μητέρα μου παρά όταν ήμουν ήδη 28 χρονών. Παρεμπιπτόντως, λίγα χρόνια πριν από το θάνατό της, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η μητέρα έσπασε τον όρκο της σιωπής και έγραψε μόνο για μένα ό,τι ήξερε και θυμόταν για τον πατέρα. Αυτές οι σημειώσεις δημοσιεύθηκαν αργότερα.

Ερ.: Κανείς δεν σας είχε πει τίποτα για τον Σοκόλνικοφ πριν από αυτό;

Απ.: Μα όχι, το έκαναν μερικές φορές. Κατ’ αρχάς, όταν ήμουν 9 χρονών. Η κόρη του διευθυντή του κολεγίου έπαιρνε μαθήματα μουσικής από τη γιαγιά. Πήγα να τους δω μια φορά· ο διευθυντής γνέφει και με ρωτά το επίθετό μου. Απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Πετάει ανέμελα: «Α, αυτό . είναι ο Σοκόλνικοφ που δηλητηρίαζε τα πηγάδια; Ο Άγγλος κατάσκοπος;» Τη δεύτερη φορά, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Ήμουν ήδη στην Τζαμπούλ. Μερικοί Τσετσένοι ζούσαν στην επόμενη πόρτα. Κάναμε συχνά μπουγάδα και πλενόμασταν το πρωί στο ίδιο αρδευτικό αυλάκι. Ένας Τσετσένος γείτονας έρχεται μια μέρα, ρωτά το επίθετό μου. Του το λέω. Λέει: «Ξέρεις ότι ο πατέρας σου υπέγραφε τα χρήματα;» Δεν το ήξερα. Αποδεικνύεται ότι αυτός ο άνθρωπος εργαζόταν σε μια τράπεζα στο Ναλτσίκ και έβλεπε τα χρήματα που είχαν το «Γκ. Σοκόλνικοφ» γραμμένο πάνω τους…

Και η τρίτη φορά ήταν όταν μπήκα στην Κομσομόλ. Φοιτούσα σε μια σχολή για νοσοκόμες, και οι άνθρωποι εκεί έδειχναν περίεργοι γιατί δεν έκανα αίτηση να συμμετάσχω στην Κομσομόλ. Δεν είχα τίποτα εναντίον της Κομσομόλ, αλλά δεν μπορούσα να με φανταστώ όρθια μπροστά σε όλους και να τους λέω για τον εαυτό μου. Τι θα έλεγα; Ότι είμαι μια κόρη των εχθρών του λαού;

Ερ.: Μα δεν ήξεραν ποιανού κόρη ήσασταν;

Απ.: Φυσικά ήξεραν. Αλλά το θεωρούσαν σημαντικό να πω εγώ αυτά τα λόγια… Αλλά ποτέ δεν τα είπα.

Σημειώσεις

1. Η Ναντέζντα Αλιλούγιεβα, δεύτερη σύζυγος του Στάλιν, αυτοκτόνησε το 1932, μετά από έναν έντονο καβγά με τον Στάλιν.

2. Η Φάνη Κάπλαν προέβηκε στην απόπειρα δολοφονίας του Λένιν στις 30 Αυγούστου 1918.

no-nb_bldsa_01c112 001

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours