Το 2015, το ΜΕΡΑ25 και η Νέα Αριστερά

1 min read

Κώστας Καλλωνιάτης, Χάρης Παπαδόπουλος

Αναδημοσίευση από Η ΕΠΟΧΗ

Η κρίση ρευστοποίησης και πολυκερματισμού του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα συνοψίζεται σε αυτό που ιστορικά έχει παρατηρηθεί, το παλιό να πεθαίνει αλλά το καινούργιο να αρνείται να γεννηθεί. Στην περίπτωση της Αριστεράς αυτό εκφράζεται με την απροθυμία συνεργασίας και τον απομονωτισμό του ΚΚΕ από την μία, και την εμμονή της σοσιαλδημοκρατίας (ΕΛΑΣ) να επιστρέψει στις αποτυχημένες πολιτικές διαχείρισης του καπιταλισμού από την άλλη.

Αν όμως η ενότητα της Αριστεράς που είναι η μόνη δυνητική απάντηση στην υπαρξιακή κρίση του συστήματος, τορπιλίζεται από την υφιστάμενη πόλωση, διερωτάται κανείς γιατί στο ενδιάμεσο κενό της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να υπάρξει ενότητα. Δεδομένου ότι η Νέα Αριστερά μετά την αποχώρηση της “φιλοτσιπρικής” της πτέρυγας έχει κάνει άνοιγμα προγραμματικού διαλόγου και συνεργασίας προς άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς (πχ ΜέΡΑ25, Οικολόγοι, ανένταχτοι), ακατανόητη παραμένει η στάση του ΜέΡΑ25 το οποίο δια στόματος του ηγέτη του, Γιάνη Βαρουφάκη (ΕφΣυν), άνοιξε τα ψηφοδέλτια του κόμματος σε προσωπικότητες της Αριστεράς υιοθετώντας τη λογική της συλλογής προσωπικοτήτων που εγκαινίασε ο Τσίπρας χωρίς τον όρο που έθεσε ο τελευταίος για παραίτηση από τα κόμματα τους.

Η στάση αυτή δε φαίνεται να συνάδει με την πρόταση για συνεργασία και συμπόρευση με όσες οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς συμφωνούν με τις γενικές αρχές και τη λογική της επανάκτησης που έθεσε πρόσφατα το ΜέΡΑ25 στο ΤΡΙΑΝΟΝ και που σε ένα σημαντικό βαθμό είναι αποδεκτή από την Νέα Αριστερά (βλ. https://epohi.gr/articles/sygkrisi-12-programmatikon-stochon-neas-aristeras-me-mera25/). Γιατί το κρίσιμο σημείο είναι η επιδίωξη της ενότητας και η ενότητα δε χτίζεται μέσω μεταγραφών προσώπων αλλά μέσω συμφωνίας οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων.

Βεβαίως, ο Βαρουφάκης θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι οργανώσεις που θέλουν συνεργάζονται ως οργανώσεις, αλλά και ανένταχτοι ή μέλη άλλων χώρων μπορούν να συμμετέχουν ατομικά. Από αυτή την οπτική, οι δύο λογικές – αυτή της συμπόρευσης οργανώσεων κι αυτή της ένταξης προσωπικοτήτων στα ψηφοδέλτια του ΜΕΡΑ25 – μπορούν να συνυπάρχουν και δεν υπάρχει αντίφαση.

Το πρόβλημα, όμως, εμφανίζεται όταν η πρόσκληση προς προσωπικότητες γίνεται ισχυρότερη από την προσπάθεια συνεννόησης με τις ίδιες τις οργανώσεις. Τότε εύλογα γεννιέται η εντύπωση ότι η ενότητα των οργανώσεων περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ προτεραιότητα αποκτά η συγκρότηση ενός εκλογικού σχήματος γύρω από αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Τότε γίνεται φανερό πως αντί να οικοδομείς συνεργασία ανάμεσα σε συλλογικότητες, αποσπάς πρόσωπα από αυτές. Και η περίπτωση της Νέας Αριστεράς είναι χαρακτηριστική της αντιφατικής στάσης του ΜέΡΑ25. Γιατί όταν προσκαλείς τον Σακελλαρίδη στα ψηφοδέλτια σου, αλλά δε δέχεσαι διάλογο με Νέα Αριστερά λόγω Τσακαλώτου και 2015 τότε, όχι μόνο φάσκεις και αντιφάσκεις, αλλά επιπλέον δείχνεις να μην έχεις μελετήσει τις προγραμματικές προτάσεις του άλλου κόμματος και να το ταυτίζεις μάλιστα με ένα πρόσωπο. Αυτό δεν είναι αριστερή πολιτική.

Αλλά για να πάμε και στον “γόρδιο δεσμό” του 2015. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το πρόγραμμα που κατέθεσε στην τρόικα τον Ιούνη του 2015 ο κ. Βαρουφάκης ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που τελικά υπογράφηκε από τον κ. Τσακαλώτο γιατί επιδίωκε την χρηματοδότηση – με έκδοση ομολογιακού δανείου από μία ιδιωτική εταιρεία συμμετοχών με βάση την αναδιάρθρωση κι εκσυγχρονισμό των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου – και αργότερα την ιδιωτικοποίηση των αναβαθμισμένων πλέον δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, που ήταν μόνες ικανές να πετύχουν επενδύσεις και ρυθμούς ανάπτυξης 5%, καθιστώντας έτσι βιώσιμη την αποπληρωμή του χρέους χωρίς νέες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις.

Αυτό το πρόγραμμα αγωνίστηκε να περάσει ο κ. Βαρουφάκης αλλά, όχι τυχαία, δεν τα κατάφερε και προέκυψε ο μετέπειτα συμβιβασμός Τσακαλώτου με την τρόικα. Η δε αιτία της αποτυχίας είναι προφανής: Για ποιον λόγο οι “θεσμοί” να επιτρέψουν την αναβάθμιση και την ακριβότερη μεταπώληση των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων όταν μπορούσαν να τα αρπάξουν άμεσα σε τιμές ξεπουλήματος; Και κατά πόσο μπορεί να χρεωθεί ο κ. Τσακαλώτος την αποτυχία Βαρουφάκη; Επόμενο δεν ήταν μετά το ναυάγιο της πρώτης διαπραγμάτευσης να ακολουθήσει ένας πιο ενδοτικός συμβιβασμός; Και πόσο ποιοτικά διαφορετικό από το 3ο μνημόνιο ήταν το προτεινόμενο από τον Βαρουφάκη πρόγραμμα το οποίο και νέο ομολογιακό δάνειο προέβλεπε, και πρωτογενή πλεονάσματα, και μεταρρυθμίσεις φιλελευθεροποίησης της οικονομίας μεταξύ των οποίων και οι ιδιωτικοποιήσεις των αναβαθμισμένων δημόσιων περιουσιακών στοιχείων. Σημειωτέον πως τα έσοδα από τις προβλεπόμενες ιδιωτικοποιήσεις ανέρχονταν σε 16 δις όταν αυτά που εισπράχθηκαν ως το 2019 ήταν 5 δις κι ως σήμερα 12 δις περίπου..

Σύμφωνα με το ίδιο το πρόγραμμα προσαρμογής που είχε καταθέσει στην τρόικα ο κ. Βαρουφάκης (HELLENIC MINISTRY OF FINANCE,ENDING THE GREEK CRISIS, Structural Reforms, Investment—led Growth & Debt Management) τα “κύρια σημεία των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνουν:

  • Ένα εκτεταμένο (αλλά κοινωνικά βελτιστοποιημένο) πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που εκτείνεται στην περίοδο 2015–2025.
  • Τη δημιουργία μιας πλήρως ανεξάρτητης Αρχής Φορολογίας και Τελωνείων (υπό την αιγίδα και την εποπτεία της Βουλής).
  • Ένα Δημοσιονομικό Συμβούλιο που θα επιβλέπει τον κρατικό προϋπολογισμό σε εβδομαδιαία βάση και θα ενεργοποιεί έναν αυτόματο «κόφτη» ελλείμματος, ο οποίος θα περικόπτει οριζόντια όλες τις κρατικές δαπάνες με ρυθμό συμβατό με την επίτευξη του ελάχιστου προβλεπόμενου πρωτογενούς πλεονάσματος.
  • Ένα βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα για τον περιορισμό των κατασχέσεων ακινήτων και τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη και στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  • Απελευθέρωση πολλών αγορών προϊόντων και υπηρεσιών (με προστασία των αξιών και των επαγγελμάτων της μεσαίας τάξης που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού ιστού).
  • Κατάργηση πολλών επιβαρύνσεων και τελών μικρής σημασίας.
  • Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση (εισαγωγή κατάλληλων συστημάτων αξιολόγησης προσωπικού, μείωση μη μισθολογικού κόστους, εκσυγχρονισμός και ενοποίηση των μισθολογίων του δημόσιου τομέα).

Πέρα από τις παραπάνω μεταρρυθμίσεις, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών, οι ελληνικές αρχές έχουν επίσης ζητήσει τη συνδρομή του Organisation for Economic Co-operation and Development (ΟΟΣΑ), προκειμένου να βοηθήσει την Αθήνα στον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την παρακολούθηση μιας δεύτερης δέσμης μεταρρυθμίσεων”.

Συνεπώς, αυτό που επιδίωκε ο κ. Βαρουφάκης δεν ήταν κάποιο επαναστατικό σχέδιο ανατροπής της τροϊκανής κυριαρχίας πάνω στην ελληνική οικονομία, πολύ περισσότερο δεν ήταν ένα σοσιαλιστικό σχέδιο αφού βασιζόταν στις ιδιωτικές επενδύσεις, την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και το αστικό κράτος. Επίσης, δε διαπραγματευόταν με στόχο το Grexit. Αντίθετα, η βασική του θέση ήταν να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ, αλλά να αλλάξουν οι όροι του προγράμματος λιτότητας. Υποστήριζε ότι η έξοδος από το ευρώ θα ήταν καταστροφική, αλλά και ότι τα μνημόνια ήταν οικονομικά αδιέξοδα. Άρα προσπαθούσε να βρει μια «ενδιάμεση λύση» προσαρμογής. Την οποία, αν και βρήκε, δεν κατάφερε να υλοποιήσει. Το ότι αποκαλούσε τη λύση αυτή συμφωνία κι όχι νέο μνημόνιο δεν έχει τόση σημασία. Σημασία έχει το ότι η καλύτερη αυτή συμφωνία διατηρούσε αρκετά μνημονιακά χαρακτηριστικά καθότι παρέμενε υπό τις επιταγές του διευθυντηρίου και των διεθνών οργανισμών.

Βεβαίως λίαν προσφάτως σε μία από τις πολυάριθμες συνεντεύξεις του (Open TV) ακούσαμε τον κ. Βαρουφάκη να λέει πως το πρόβλημα δεν είναι το νόμισμα που είναι απλά ένα εργαλείο, αλλά η βιωσιμότητα της οικονομίας, που δεν ήταν και δεν είναι εφικτή υπό μνημονιακό καθεστώς δουλοπαροικίας και πως θα ήταν προτιμότερο, εάν δεν μπορούσαμε να τα βρούμε με την ΕΕ, εφαρμόζοντας μεταβατικά ένα καθεστώς παράλληλου νομίσματος να βγαίναμε από το ευρώ.

Η θέση αυτή πάσχει από νομισματική μονομέρεια, γιατί η έξοδος από το ευρώ μιας μικρής, ανοιχτής και πολλαπλά εξαρτημένης οικονομίας, δεν προϋποθέτει μόνο ένα τεχνικό σχέδιο για νέο νόμισμα αλλά έναν ολόκληρο προγραμματισμό – για τις τράπεζες και την κίνηση κεφαλαίων, το εξωτερικό εμπόριο, τη διαχείριση του χρέους, τη βιομηχανία και πάνω απ’ όλα την προετοιμασία του λαού και του ίδιου του κόμματος που κυβερνά – για την κρίση την οποία θα υποστεί από το σοκ του αποχωρισμού και πιθανότατα του αποκλεισμού από τα ευρωπαϊκά κονδύλια στην πολύ πιθανή περίπτωση που η ΕΕ επιδείξει τιμωρητική στάση προς παραδειγματισμό. Ο κ. Βαρουφάκης, όλες αυτές τις προϋποθέσεις που τότε δεν υπήρχαν, τις παρακάμπτει και μιλά για το νόμισμα σαν να είναι η έξοδος από το ευρώ ένα απλό ζήτημα πολιτικής βούλησης και τεχνικής ικανότητας.

Θυμίζουμε πως το τρίλημμα του 2015 ήταν: (α) σύγκρουση με την ΕΕ κι έξοδος από το ευρώ για έναν εθνικά διαχειρίσιμο καπιταλισμό με βαρύτατες και μακροχρόνιες επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων λόγω της πολλαπλής εξάρτησης της χώρας από την ΕΕ και το διεθνές κεφάλαιο, (β) παραμονή στην ΕΕ και προσπάθεια συμβιβασμού σε μία καλύτερη μνημονιακή συμφωνία προσαρμογής, (γ) παραίτηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ κι εγκατάλειψη της ευθύνης έστω και μερικής εκτέλεσης της λαϊκής εντολής χωρίς τη δυνατότητα όμως να την ξαναδιεκδικήσει αφού το πρόγραμμά της είχε ήδη αποτύχει και δε διέθετε ή μπορούσε να επεξεργαστεί άλλο. Δύσκολες έως και αδύνατες καταστάσεις και οι τρεις για την Αριστερά, εξ ου κι ο όρος τρίλημμα.

Τελικά η κυβέρνηση επέλεξε τη δεύτερη λύση με τις γνωστές συνέπειες που επιδεινώθηκαν μετά το 2019 εξαιτίας εσφαλμένων πολιτικών επιλογών. Το θέμα είναι πως ούτε η σοσιαλιστική αλλαγή με παράλληλη έξοδο από το ευρώ υπήρχε ως επιλογή στο τραπέζι, γιατί ο κόσμος δεν ήταν προετοιμασμένος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, απουσίαζε ο υποκειμενικός παράγοντας που θα έδινε κατεύθυνση και οργάνωση, ενώ δεν υπήρχε προεπαναστατική κατάσταση ή και σχέδιο μετάβασης σε μία νέα κοινωνία.

Τούτων λεχθέντων, το 2015, η Αριστερά ανέλαβε την εξουσία προσπαθώντας να λύσει ένα δύσκολο πρόβλημα μέσα σε αυστηρό καπιταλιστικό πλαίσιο και ηττήθηκε στρατηγικά, γιατί δεν είχε καταρτισμένο εφικτό σχέδιο στην πολύ πιθανή περίπτωση που μία κοινά αποδεκτή συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της ΕΕ δεν θα ήταν εφικτή. Σήμερα όμως, το 2026, με τη Νέα Αριστερά να έχει ξεκάθαρο προγραμματικό λόγο και πολιτική κατεύθυνση, θεωρούμε πως μόνο προσχήματα εμποδίζουν την ενότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours