Γκέοργκ Λούκατς – Διάλογος στη στροφή της εποχής

1 min read

Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο Γκέοργκ Λούκατς αναπτύσσει τις θέσεις του για τα κύρια προβλήματα του μαρξισμού, όπως τα αντιλαμβανόταν προς το τέλος της ζωής του. Η συνέντευξη δόθηκε στον Ούγγρο καθολικό συγγραφέα, δημοσιογράφο και εκδότη του περιοδικού «Βιγκίλια» το 1970.

Διάλογος στη στροφή της εποχής

Συνέντευξη του Γκέοργκ Λούκατς στον Μπέλα Χέγκυϊ

Ήταν ο Γκέοργκ Λούκατς που ξεκίνησε την ιδέα του διαλόγου. Σε μια διάλεξη που έδωσε το καλοκαίρι του 1956, επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι «κάποιοι εξέχοντες θεολόγοι δεν επιθυμούν να αγνοήσουν το μαρξισμό ως παραλλαγή του χυδαίου υλισμού για καιρό, αλλά αισθάνονται την ανάγκη για μια σοβαρή συζήτηση επικεντρωμένη στα προβλήματά του. Η “συμφιλιωτική στάση” του καθολικισμού προσφέρει μια ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή, να ξεκινήσουμε έναν διάλογο ή μια διαμάχη που φαινόταν αδιανόητη πριν από πέντε ή δέκα χρόνια».

Ο Λούκατς όχι μόνο εργάστηκε για το διάλογο, αλλά και ο ίδιος συμμετείχε ενεργά σε αυτόν. Ήταν ανοιχτός σε συζήτηση για όλες τις πλευρές. Αν και δεν κουράστηκε ποτέ να υποστηρίζει τις θέσεις του, πάντα σεβόταν τις απόψεις των άλλων μερών, ειδικά όταν αυτές οι πεποιθήσεις βασίζονταν σε μια ζωντανή πίστη και ένα διανοητικό προσανατολισμό και δεν περιείχαν μια κατάφωρη αντίφαση μεταξύ πίστης και δράσης.

Σήμερα, στα 85, είναι ο πιο διάσημος άνθρωπος στην Ουγγαρία. Για τον καθένα –μαρξιστή και μη μαρξιστή, πιστό ή μη πιστό– είναι συναρπαστικό να ακούει τις απόψεις του.

Στην αρχή της συνομιλίας μας μου θυμίζει: «Δεν δίνω συνεντεύξεις, αλλά μπορείτε να κρατήσετε σημειώσεις».

Αργότερα μαλακώνει τη στάση του: «Δεν με πειράζει αν δημοσιεύσετε τα πάντα, αρκεί να μην έχουν τη μορφή συνέντευξης. Τον περασμένο μήνα, πολλοί δημοσιογράφοι ήρθαν να με δουν ώστε είχα αρκετούς από αυτούς. Σε τελική ανάλυση, δεν είμαι σταρ του κινηματογράφου, ούτε είμαι ο Νίξον που έχει στερεότυπες απαντήσεις για όλες τις ερωτήσεις, δηλαδή ένα “αυτόματο”. Είμαι συγγραφέας, λύστε αυτό το πρόβλημα…»

Ο φιλόσοφος και ο πολιτικός

Είναι σπάνιο για ένα πρόσωπο να είναι ταυτόχρονα θεωρητικός και πολιτικός. Σύμφωνα με την άποψη του Μαρξ, η ιδεολογία είναι απαραίτητη, πρώτο, για να συνειδητοποιηθούν οι κοινωνικές συγκρούσεις και, δεύτερο, για να υπηρετεί στον αγώνα για τη λύση τους. Με μικρές επιφυλάξεις, το ίδιο ισχύει και για την πολιτική. Ωστόσο, οι κοινωνικές συγκρούσεις προκύπτουν σε διαφορετικά επίπεδα και φτάνουν σε διαφορετικές αναλογίες. Κατά συνέπεια, δεν είναι απλό ο Λένιν, ο πολιτικός, να αναθέτει στον εαυτό του το καθήκον της επίλυσης συγκεκριμένων αντιφάσεων. Για να το επιτύχει, προσπαθούσε να επιλέγει (από την αλυσίδα των γεγονότων) τον κρίσιμο κρίκο, πιάνοντας τον οποίο θα ήταν ο κύριος ολόκληρης της αλυσίδας.

Από την άλλη πλευρά, το έργο ενός στοχαστή ή ενός φιλόσοφου δεν είναι να ασχολείται με προβλήματα που σχετίζονται κανονικά με τη σφαίρα της πολιτικής, αλλά με την επίλυση των μεγάλων θεωρητικών προβλημάτων μιας εποχής. Αναμφίβολα, προσφέρει έτσι μια μεγάλη υπηρεσία στους πολιτικούς, χωρίς να τους καθιστά δυνατό απαραίτητα να αξιοποιήσουν αμέσως αυτές τις επεξεργασίες σε ιδέες που ισχύουν για την τακτική τους. Οι μεγάλοι θεωρητικοί του μαρξισμού έδιναν προτεραιότητα στην επιστήμη και τη θεωρία· η τακτική και η στρατηγική ήταν το αποτέλεσμα της μαρξιστικής ανάλυσης. Ο Στάλιν δεν ήταν ικανός να εκπληρώσει αυτό το διπλό ρόλο του μαρξιστή θεωρητικού και του ηγέτη της εργατικής τάξης. Ο σταλινισμός κατέστρεψε τη μαρξιστική θεωρία: σφυρηλάτησε τακτική και στρατηγική σύμφωνα με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, κάνοντας έτσι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να γίνει φορώντας θεωρητικά άμφια.

Δεν είμαι πολιτικός και είμαι επίσης σίγουρος ότι δεν είμαι ένας νέος Μαρξ: Ο Μαρξ διαβάζει την πραγματικότητα, εγώ διαβάζω τον Μαρξ. Ας μην συγχέουμε τα επίπεδα… Ίσως το εργατικό κίνημα να δώσει γένεση σε έναν νέο Μαρξ, αλλά ούτε ο Ένγκελς ούτε ο Λένιν μπορούν να συγκριθούν με τον Μαρξ αναφορικά με τον πλούτο της σκέψης του. Αλλά τολμώ να πω ότι κατάλαβα τον Μαρξ με πληρότητα. Ο ρόλος μου μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: να χαρτογραφήσω την κατεύθυνση της θεωρητικής εργασίας για όσους ακολουθήσουν μετά από μένα. Αν πετύχω να ανακαλύψω τη σωστή μέθοδο, τότε μπορώ να πω ότι έζησα καλά, ότι άξιζε να ζήσω. Το αν είχα δίκιο ή όχι θα είναι γνωστό μόνο είκοσι χρόνια μετά το θάνατό μου. Δεν υπάρχουν στοχαστές που να έχουν κρίνει σωστά όλα τα ζητήματα και τις καταστάσεις. Ο Μαρξ είναι ο μόνος που είχε δίκιο σε πολλές περιπτώσεις…

Η πνευματική εξέλιξη του Μαρξ είναι αδιάκοπη. Δεν μπορώ να κάνω την ίδια δήλωση για τη δική μου. Πρέπει να παραδεχτώ, χωρίς να προσπαθήσω να εξωραΐσω την ιστορία, ότι έφτασα στο μαρξισμό σχετικά αργά, στην ηλικία των 35 ετών, αν και για πρώτη φορά ενδιαφέρθηκα για τον Μαρξ στα χρόνια μου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Τα ιδανικά μου επηρέασαν βαθιά τη ζωή μου. Έχει σημασία, ειδικά σε μια συγκεκριμένη ηλικία, ποιους επιλέγουμε ως μοντέλα. Η αποφασιστική επιρροή που άσκησε ο Όντι[1] στη ζωή μου κορυφώθηκε στον αδιάκοπο αγώνα ενάντια στην κατάσταση των πραγμάτων στην Ουγγαρία και, μέσω αυτού, ενάντια σε όλα όσα επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Είχα ζήσει μια τέτοια αντίληψη της ζωής για πολύ καιρό στη νιότη μου, χωρίς να μπορώ να αρθρώσω τα συναισθήματά μου. Για πολύ καιρό, παρά τις πολλές εκ νέου αναγνώσεις, δεν μπόρεσα να εκτιμήσω το βαθμό στον οποίο αυτό είναι σαφές στον Μαρξ, οπότε δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω την κριτική του για το καντιανό και το χεγκελιανό φιλοσοφικό σύστημα. Αυτό που δεν κατάλαβα στον Μαρξ έγινε προφανές σε μένα στη στάση του Όντι, του ποιητή.

Από την πρώτη συνάντηση με τον Όντι, δεν μπορούσα να απελευθερωθώ από την ανησυχία του· με κατέτρεχε και έμενε στην επιφάνεια όλης μου τη σκέψης, αν και για πολύ καιρό δεν μπόρεσα να το ανυψώσω αυτό στο επίπεδο της συνείδησης με τρόπο που να ταιριάζει στη σημασία του. Διαχωριζόμουν από τον 20ό αιώνα και τη Δύση λόγω της αποστροφής μου στον Δυτικό πολιτισμό. Ήμουν πεπεισμένος ότι η μετάφραση Δυτικών συγγραφέων στα ουγγρικά δεν θα βοηθούσε την Ουγγαρία. Όταν ήμουν, για πρώτη φορά, πρόθυμος να παραδεχτώ στην κοσμοθεώρησή μου ότι η εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου είναι ο κύριος παράγοντας για την πραγματοποίηση μιας κοινωνικής μεταρρύθμισης, ενσωμάτωσα τους μεγάλους Ρώσους επαναστάτες συγγραφείς Ντοστογιέφσκι και Τολστόι σε αυτή την κοσμοθεώρηση. Αυτό συνέπεσε με την πεποίθησή μου ότι από μεθοδολογική άποψη, η ηθική στηρίζεται στη φιλοσοφία της ιστορίας. Η ιδέα έγινε η ιδεολογική βάση της συμμετοχής μου στον κόσμο και προέκυψε από την εμπειρία μου του Όντι. Δεν αμφισβητώ ότι, εκείνη την εποχή, η θρησκευτική ιδεολογία είχε εξίσου ισχυρή επιρροή για μένα, ειδικά το μεσαιωνικό μεταρρυθμιστικό κίνημα.

Το γεγονός ότι έμαθα για τον Ζορζ Σορέλ και τους συνδικαλιστές μέσω του Έρβιν Σάμπο[2] βοήθησε στη διαμόρφωση της επιρροής Χέγκελ-Όντι-Ντοστογιέφσκι σε μια κοσμοθεώρηση που ένιωθα, τότε, να είναι επαναστατική. Αυτή η επαναστατική αντίληψη χωρίς επανάσταση έγινε η ιδεολογική βάση της φιλίας μου με τον Μπέλα Μπαλάζ[3], του οποίου το διαμέρισμα ήταν ο τόπος συνάντησης των φίλων που, στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ίδρυσαν την Ελεύθερη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών. Τόσο στη Δύση όσο και στην πατρίδα, η σημασία αυτής της σχολής υπερεκτιμήθηκε, γιατί δεν μπορούσα να βρω εκεί απαντήσεις στα νέα ερωτήματα που είχαν προκύψει, δηλαδή «Πού πάμε; Ποια είναι η λύση;». Με τα μέλη της –Κάρολι Μανχάιμ, Άρνολντ Χάουζερ, Κάρολι Τολνάι[4]– τα πήγαινα καλά, παρά τις ιδεολογικές διαφορές. Η ρομαντική μου κριτική στον καπιταλισμό περιήλθε σε κρίση. Αν και στη γενική αντίληψή μου για τον κόσμο ήδη μετακινούμουν από τον Χέγκελ στον Μαρξ, αυτή η αλλαγή ήταν αντιληπτή μόνο στη δυσχερή συνύπαρξη του χεγκελιανού δόγματος, λαμβάνοντας υπόψη την προσπάθεια για έναν εσωτερικό μετασχηματισμό και επαναστατικό μαρξιστικό προσανατολισμό.

Πρέπει να επισημάνω ότι ο ιδεαλισμός μου δεν εκδηλώθηκε ποτέ με πιο παθιασμένη αδιαλλαξία από ό,τι κατά τη μεταβατική περίοδο, όταν προσπαθούσα συνειδητά να τον ξεπεράσω. Βήμα προς βήμα πλησίασα το σημείο όπου κατάφερα να ξεπεράσω το δυϊσμό του υλισμού και του ιδεαλισμού στη σκέψη μου και να προχωρήσω σε μια υλιστική-μαρξιστική κοσμοθεώρηση. Μόνο κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη Μόσχα, που ακολούθησε τη μετανάστευσή μου στη Βιέννη το 1919, ήμουν σε θέση να επιλύσω τα ζητήματα της προηγούμενης θεώρησης.

Θεωρητικά προβλήματα

Παρατηρούμε την αρχή μιας πραγματικής μαρξιστικής αναγέννησης. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι ο μαρξισμός παρέχει τη μόνη βιώσιμη λύση στην τρέχουσα παγκόσμια κρίση. Αν θέλουμε να εγγυηθούμε την αυθεντία του σε όλους τους τομείς, τότε πρέπει να προσπαθήσουμε να τον μετατρέψουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει σεβαστός από όλους. Η μέθοδος του μαρξισμού είναι η σωστή μέθοδος για την επίλυση των προβλημάτων του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού χωρίς να καταφεύγουμε στη βία. Αλλά πάνω απ’ όλα πρέπει να φτάσουμε σε μια δική μας κατανόηση για την ουσία του μαρξισμού και επίσης για τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συμβεί από τον καιρό του Μαρξ. Η προϋπόθεση γι’ αυτή την κατανόηση είναι η συνέχιση του έργου του Μαρξ σε κάθε πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας, ξεκινώντας από το σημείο όπου ο Μαρξ την άφησε το 1883, και αναλύοντας προσεκτικά τα γεγονότα στην εποχή μας στο πνεύμα του Μαρξ. Κατά τα τελευταία ογδόντα χρόνια, έχουν πραγματοποιηθεί πολλές αλλαγές στους τομείς των φυσικών επιστημών, της τεχνολογίας, της παραγωγής, της οικονομίας και ακόμη και στη δομή του καπιταλισμού, οι οποίες δεν ήταν προβλέψιμες την εποχή του Μαρξ. Οι σύγχρονοι μαρξιστές δεν έχουν, για παράδειγμα, δώσει ακόμη μια ικανοποιητική επιστημονική εξήγηση για να εξηγήσουν την αλλαγή των κυκλικών κρίσεων του καπιταλισμού, αν και μεταλλαγές συμβαίνουν στον καπιταλισμό όπως αλλού. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι σήμερα που, ανοίγοντας την εφημερίδα, αναμένουν να διαβάσουν για την τελική κατάρρευση του καπιταλισμού στην Αμερική και την προσδοκία για την άνοδο του σοσιαλισμού.

Μια εξίσου λανθασμένη άποψη υποστηρίζει ότι η κατάσταση έχει αλλάξει τόσο πολύ που ο καπιταλισμός δεν θα μπορεί πλέον να ονομάζεται καπιταλισμός για πολύ. Σε γενικές γραμμές, οι μαρξικοί νόμοι ισχύουν για τον καπιταλισμό, αλλά απαιτούν προσαρμογές. Είναι επίσης ζωτικής σημασίας για το σοσιαλισμό να βλέπουμε τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου του καπιταλισμού με όλα τα χαρακτηριστικά του, από τη μαρξιστική άποψη. Αλλά πρέπει να είμαστε ενήμεροι ότι χωρίς την κατάλληλη ανάλυση της οικονομικής διαδικασίας, οποιαδήποτε αξιολόγηση είναι μόνο λαϊκή σοφία. Βλέπω στην τακτική, που είναι ένα είδος οπορτουνισμού, το εμπόδιο για την εκ νέου ανάληψη της θεωρητικής εργασίας. Αντί να αξιοποιούμε την ευφυΐα στη βελτίωση και κριτική της πρακτικής, την υποβάλλουμε στις στιγμιαίες ανάγκες. Ο οπορτουνισμός μας εκδηλώνεται επίσης με άλλο τρόπο: ακόμη και τώρα, 120 χρόνια μετά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο –και 50 χρόνια μετά την ίδρυση του πρώτου μαρξιστικού κράτους– δεν έχουμε δημοσιεύσει ακόμη τα πλήρη έργα του Μαρξ. Αρκετά χειρόγραφα γραμμένα από τον Μαρξ –μεταξύ των οποίων οι σημειώσεις που ετοίμασε για το Κεφάλαιο– καλύπτονται με σκόνη σε απρόσιτα αρχεία. Αυτό δεν έχει καμία δικαιολογία.

Η σοσιαλιστική κοινωνία αντιμετωπίζει τώρα το καθήκον να καθιερώσει μια ποιοτικά νέα δημοκρατία, μέχρι σήμερα άγνωστη. Απορρίπτω την υιοθέτηση της αστικής δημοκρατίας στη σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό δεν θα λύσει προβλήματα. Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα για το πώς θα είναι αυτή η δημοκρατία, αλλά σας υπενθυμίζω τις πρώτες μέρες της σοσιαλιστικής επανάστασης, των σοβιέτ των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών. Μιλώ για αυτό αφηρημένα. Θα επιχειρήσουμε μια θεωρητική επεξεργασία αυτής της δημοκρατίας, προσαρμόζοντάς τη στις ανάγκες της εποχής μας, έτσι ώστε αυτή η δημοκρατία να μπορεί να προκύψει σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας μας. Πάντα έχω αντιταχθεί στη γραφειοκρατία και στη χειραγώγηση τόσο στην τέχνη όσο και στην πολιτική. Είμαι πεπεισμένος ότι η επίτευξη μιας «μικρής» δημοκρατίας λύνει τα προβλήματα της καθημερινής μας ζωής και, με τη σειρά της, οδηγεί στην κατάργηση της γραφειοκρατίας. Η μελέτη του μαρξισμού θα ανοίξει το δρόμο για την οργάνωση μιας τέτοιας δημοκρατίας.

Η ίδια πρακτική τονίζει τον επείγοντα χαρακτήρα της ανάπτυξης μιας μαρξιστικής ηθικής. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι η οικονομική πρόοδος είναι παντοδύναμη, ότι η αφθονία των υλικών αγαθών και η συνεχής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου θα λύσουν όλα τα προβλήματα και θα παράγουν αυτόματα τον κομμουνισμό. Οι άνθρωποι δημιουργούν τη δική τους ιστορία, αλλά όχι υπό τις συνθήκες που έχουν επιλέξει. Η ηθική με την έννοια μιας αυτόνομης επιστήμης, όπως συλλαμβάνεται από την αστική φιλοσοφία, δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος προσαρμόζεται στο περιβάλλον του και το καθήκον της ηθικής είναι να διευκρινίσει την ιστορία, την ουσία και την αξιολόγηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ένα θεμελιώδες φιλοσοφικό καθήκον. Η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη ορισμένων κατηγοριών είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Η οικοδόμηση ενός κατηγοριακού συστήματος που είναι ικανό να παρέχει έναν απολογισμό για την πραγματικότητα αυτού που θεωρούμε πραγματικό είναι απαραίτητη για το μαρξισμό, αν πρόκειται να καταπολεμήσει επιτυχώς την παρέκκλιση που προκύπτει από τα δικά του υλιστικά χαρακτηριστικά και αν πρόκειται να εντείνει τις κριτικές του των υπαρξιστικών και νεοθετικιστικών θέσεων. Πρέπει να επεξεργαστούμε μια μαρξιστική οντολογία έτσι ώστε να περιέχει την ενότητα του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού. Αυτό το εγχείρημα πρέπει να διεξάγεται βάσει μιας έννοιας που είναι ιστορική (στη φύση) –χωρίς να πέφτει στο λάθος του σχετικισμού– και συστηματική, χωρίς να προδίδει την ιστορία. Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτό το έργο, οι μαρξιστές δεν θα είναι εξοπλισμένοι για να πολεμήσουν, για παράδειγμα, τις ανορθολογικές τάσεις α λα Μαρκούζε ή τις νεοθετικιστικές τάσεις, και θα είναι ιδιαίτερα ανίκανοι να πολεμήσουν τις ψευδο-ορθολογικές αντιλήψεις του στρουκτουραλισμού.

Αυτό που είναι ανθρώπινο

Αποφεύγω αυτόν τον όρο γιατί ο καθένας εννοεί κάτι διαφορετικό από τον άλλο. Ο όρος «ανθρώπινος» έχει γίνει μια φρασεολογία της μόδας. Ο Μαρξ έθεσε την ουσία αυτού του όρου στις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ: κάθε άνθρωπος θα ζούσε μια ζωή κατάλληλη για το είδος, μια ζωή που επιτρέπει την πλήρη ανάπτυξη της ατομικότητας. Το αν η δραστηριότητα κάποιου τον κάνει ανθρώπινο ή απάνθρωπο εξαρτάται από τις ανάγκες που επιθυμεί να ικανοποιήσει. Η φιλοδοξία για ικανοποίηση μη πραγματικών αναγκών –ατομική ιδιοκτησία, διαφθορά– καθιστά κάποιον απάνθρωπο. Αντιθέτως, η ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών μάς κάνει σταδιακά πιο ανθρώπινους. Η πιο βασική ανάγκη του ανθρώπου είναι να είναι άνθρωπος όσο το δυνατό περισσότερο και να αναπτύσσει τη δική του ανθρωπινότητα και εκείνη των αγαπημένων του.

Αυτός είναι ο δρόμος για την ανάπτυξη των ανθρώπινων αναγκών και έτσι συνειδητοποιούμε το σύνολο της ουσίας μας. Στο παρελθόν, οι μεγάλοι μεταρρυθμιστές του πολιτισμού μας ήταν κυρίως ιδεαλιστές ιεραπόστολοι ή ιδεαλιστές ανθρωπιστές. Ας εξετάσουμε μόνο τους Σαβοναρόλα, Ρουσώ, Ροβεσπιέρο και Τολστόι. Αυτοί οι μεταρρυθμιστές άρχιζαν να διαμορφώνουν την ανθρώπινη ζωή από τα «πάνω»: η ψυχή, η ηθική και ο μετασχηματισμός της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου προορίζονταν ως εργαλεία που θα μεταμόρφωναν και, επομένως, θα ανανέωναν πλήρως τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής της ανθρωπότητας.

Ο σοσιαλιστικός ανθρωπισμός αγκαλιάζει τη ζωή κάθε ευφυούς ανθρώπου και όχι μόνο μιας τάξης. Σκοπεύει να μεταμορφώσει τη ζωή μέσω της ελευθερίας που αποκτάται στη συνεχή δραστηριότητα. Σύμφωνα με τον Μαρξ, εξελισσόμαστε από το φυσικό ον στο ανθρώπινο πρόσωπο: από ένα σχετικά ανώτερο ζώο σε ανθρώπινο είδος, στην ανθρωπότητα μέσω του εσωτερικού και εξωτερικού μετασχηματισμού της κοινωνικής πραγματικότητας. Ορίζει το Βασίλειο της Ελευθερίας ως «την ανθρώπινη προσπάθεια που είναι αυτοσκοπός», το οποίο είναι αρκετά πλούσιο ώστε το άτομο και η κοινωνία να το αναγνωρίσουν ως αυτοσκοπό.

Αλλά η απαίτηση για να απελευθερωθεί ο κοινωνικός δρόμος για την πραγματοποίηση της ανθρώπινης δραστηριότητας ως αυτοσκοπό, είναι ότι η εργασία πρέπει να περάσει εντελώς υπό την κυριαρχία της ανθρωπότητας, έτσι ώστε η εργασία να μην είναι «απλά το μέσο για την επιβίωση», αλλά η πρωταρχική ανάγκη. Η ανθρωπότητα πρέπει να υπερβεί τον περιορισμό της δικής της αναπαραγωγής. Ο Μαρξ εξετάζει όλες τις συνέπειες της ιστορικής ανάπτυξης και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πραγματική ιστορία μπορεί να ξεκινήσει μόνο με τον κομμουνισμό ως την υψηλότερη μορφή του σοσιαλισμού. Ο κομμουνισμός για τον Μαρξ δεν είναι ένα ουτοπικό όραμα για τη μελλοντική πραγματικότητα· αντιθέτως, είναι η αρχή του ξεδιπλώματος των πραγματικά ανθρώπινων δυνάμεων που δημιουργήθηκαν και βελτιώθηκαν περαιτέρω με παράδοξο τρόπο ως το πιο σημαντικό μέσο για την ανθρώπινη εξέλιξη.

Πιστεύω στην πρόοδο, ακόμα κι αν δεν συνεπάγεται πλήρη βελτίωση. Η άνιση φύση της προόδου δεν αποκλείει, παρά τις αρνητικές της πτυχές, τις θετικές πλευρές. Ο δρόμος για την κατανόηση της πραγματικότητας είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι θέλετε να φανταστείτε· στην πραγματικότητα, δεν έχει τέλος. Μπορεί κανείς να φροντίσει τον εαυτό του, χρησιμοποιώντας τις δικές του ευκαιρίες· έχει ένα σκοπό. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει ατυχίες. Κάθε άνθρωπος κάνει τη δική του ιστορία.

Σύγχρονη λογοτεχνία

Η λογοτεχνία σήμερα είναι υπερβολικά πρακτική. Θα μπορούσα επίσης να πω ότι κινείται σε επίπεδα μπεστ-σέλερ. Δεν βλέπω μεγαλοφυΐες όπως ο Τόμας Μαν ή ο Γκαίτε. Οι δημοφιλείς συγγραφείς –Τζόις, Γκριν– είναι καλοί συγγραφείς αλλά απέχουν πολύ από το να είναι μεγάλοι. Από τη λογοτεχνία μας λείπει ακριβώς αυτό που την έκανε υπέροχη στις πρώτες μέρες, για παράδειγμα, η φιλολογία του Διαφωτισμού από τον Βολταίρο στον Ντιντερό και τον Ρουσώ. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις: μέρη των θεατρικών έργων του Χόχχουτ[5], το έργο του Η Αντιγόνη του Βερολίνου, το Μπιλιάρδο στις 9.30 του Μπελ[6] ή Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας του Ντίρενματ[7]. Αλλά εδώ πρέπει επίσης να γίνει μια διάκριση. Δεν νομίζω ότι οποιαδήποτε άλλη δουλειά του Ντίρενματ είναι κοντά στο Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας. Αν και η λογοτεχνία μας δεν βλέπει την αποστολή της με τον τρόπο που είχε οριστεί από τον Όμηρο και τις ελληνικές τραγωδίες, φαντάζεται ότι δημιουργεί κάτι νέο: σε αυτό απογοητεύει τον εαυτό της. Σκεφτείτε το σαν η λογοτεχνία να έχει αποποιηθεί τις πραγματικές της δυνατότητες, οι οποίες προφανώς δεν είναι άμεσες δυνατότητες. Θέλω να πω ότι δεν ήταν απαραίτητο για τους αναγνώστες του Ντιντερό να καταστρέψουν τη Βαστίλη· αλλά είμαι πεπεισμένος ότι χωρίς τον Ρουσώ και τον Ντιντερό, η νέα ιδεολογία, η οποία οδήγησε στην καταστροφή της Βαστίλης, δεν θα είχε γεννηθεί. Ωστόσο, δεν είναι μόνο η λογοτεχνία που παραμελεί το ρόλο της ως μετασχηματιστή της κοινωνίας· η επιστήμη και η φιλοσοφία κάνουν το ίδιο.

Δεν θεωρώ αποφασιστική τη δέσμευση των συγγραφέων. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήθελα να την περιφρονήσω. Αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι υπήρχαν σπουδαίοι συγγραφείς όπως ο Λέσινγκ και ο Χάινε κ.λπ. που αρνήθηκαν να πάρουν πολιτική θέση ή να ανήκουν σε ένα κόμμα. Ταυτόχρονα, το ποίημα του Χάινε Γερμανία είναι μια πολύ πιο ριζοσπαστική καταδίκη της Γερμανίας από ό,τι οποιοσδήποτε πολιτικός της εποχής θα μπορούσε να είχε διατυπώσει. Κατά συνέπεια, είμαι πεπεισμένος ότι όσο πιο αληθινά η μεγάλη ποίηση και η μεγάλη λογοτεχνία αναπαριστούν τον άνθρωπο και όσο πιο διεισδυτική είναι η ανάλυσή τους των προβλημάτων που αφορούν τον άνθρωπο, τόσο πιο αποφασιστικός είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν στην ιδεολογική προετοιμασία του μετασχηματισμού και της ανάπτυξης της κοινωνίας.

Η λογοτεχνία δεν μπορεί, επομένως, να εγκαταλείψει το ρόλο της στην προσφορά προοπτικών στην ανθρωπότητα. Φυσικά, αυτό δεν είναι νέο. Αυτό το βρίσκουμε ήδη στην Ιφιγένεια και σε ορισμένο βαθμό στην Ιλιάδα, όταν ο Πρίαμος πηγαίνει στον Αχιλλέα για να ζητήσει το σώμα του Έκτορα, μια πράξη εντελώς αντίθετη με τους κανόνες της εποχής.

Τώρα, ο αγώνας ενάντια στην αποξένωση είναι, αντίθετα, ένας αγώνας για τη διατήρηση και ανάπτυξη των ανθρώπινων αξιών και αυτός ο αγώνας διεξάγεται κάτω από τις πιο ευνοϊκές οικονομικές και τις πιο ιδιαίτερα δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες. Αυτό είναι το σημείο όπου η λογοτεχνία μπορεί να παράσχει στήριξη περισσότερο από ποτέ.

Η κρίση της θρησκείας – μαρξισμός και θρησκεία

Ο θάνατος του κράτους είναι πολύ μακριά· το ίδιο και της θρησκείας. Τώρα, υπάρχουν εκατομμύρια πιστών και οι μαρξιστές δεν μπορούν να αγνοήσουν αυτό το γεγονός. Είναι αλήθεια ότι η θρησκεία, στην εποχή μας, υφίσταται μια άνευ προηγουμένου κρίση, επειδή η εφαρμογή των εντολών της στην καθημερινή ζωή έχει γίνει προβληματική. Κανείς δεν ξέρει πόσο βαθιά είναι αυτή η κρίση ή πόσο θα διαρκέσει. Αλλά ένα πράγμα είναι βέβαιο: δεν είναι ακόμη η απόλυτη ή τελική κρίση της θρησκείας. Είμαι ένας ριζικός άθεος και είμαι πεπεισμένος ότι η ιστορία θα επιβεβαιώσει τη γνώμη μου. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η θρησκεία έχει μια βαθιά επιρροή σε έναν αριθμό μαρξιστών. Μερικοί, όπως ο Μπλοχ, ο Γκαροντί και ο Ερνστ Φίσερ, παίζουν ανοιχτά ένα ρόλο με τη θρησκεία και θα ήθελαν να συμβιβαστούν με αυτή. Αποδοκιμάζω μια τέτοια στάση επειδή κρύβει τη διάκριση μεταξύ των δύο αντιλήψεων της ζωής και εξαπατά τους ανθρώπους.

Ταυτόχρονα, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας είχαν έναν αντίκτυπο σε μεγάλο αριθμό πιστών· τα μεγάλα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας έχουν αφήσει το στίγμα τους, γιατί η θρησκεία δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο, ούτε αφηρημένη ιδεολογία που σχεδιάστηκε από την έδρα του από έναν απομονωμένο καθηγητή: είναι μάλλον ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο. Η θρησκεία βασίζεται σε εκατομμύρια πιστούς που συμμετέχουν στην κοινωνικο-ιστορική ζωή και που επηρεάζονται συνεχώς λίγο ως πολύ από τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Τα κοσμοϊστορικά γεγονότα έχουν επίσης αντίκτυπο στις μάζες των Καθολικών. Αυτή η επιρροή είναι ορατή στη στάση εκείνων που προσπαθούν να ξεπεράσουν τις διαφορές ανάμεσα στα καθολικά δόγματα και τις συνθήκες ζωής των εργατών, των αγροτών και των διανοουμένων, και που προσπαθούν να επιλύσουν αυτό τον ανταγωνισμό με την επανερμηνεία της θρησκείας.

Σήμερα, λόγω της κρίσης της θρησκείας που πλήττει την πλειοψηφία των πιστών, έχουν γίνει πιο ευαίσθητοι στο μαρξισμό και δεν θα υποτιμούσα αυτή τη συνεργασία στον κοινωνικοπολιτικό τομέα. Αυτό που αμφιβάλλω είναι αν ένας Τόμας Μίντσερ ή ένας Σαβοναρόλα μπορούν να υπάρξουν σήμερα. Στην εποχή του Λούθηρου, μετά τη Μεταρρύθμιση, η συνείδηση των μαζών καθορίστηκε από τη θρησκεία για τελευταία φορά. Το 16ο αιώνα, ο καθολικισμός πέρασε μια σοβαρή κρίση λόγω της Μεταρρύθμισης. Ο καθολικισμός, βασιζόμενος στη φεουδαρχική ιδεολογία, έμοιαζε να έχει χάσει τον αγώνα ενάντια στις προτεσταντικές εκκλησίες, που προέκυψαν από το έδαφος του πρώιμου καπιταλισμού. Η κοινωνική σημασία της Αντι-Μεταρρύθμισης ήταν ότι βοήθησε την Καθολική Εκκλησία να αποβάλει τη φεουδαρχία, αναζήτησε την υποστήριξή της με άλλα μέσα και, στη συνέχεια, καθιέρωσε μια στενή σχέση με τον πρώιμο καπιταλισμό και το σύγχρονο πολιτικό του σύστημα – τη μοναρχία. Ο καθολικισμός επέζησε από την κρίση του 16ου και 17ου αιώνα και κατάφερε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη μελλοντική ανάπτυξή του.

Ας θυμηθούμε μόνο τα προτερήματα του Μπαρτ[8], τα οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ μεγάλα. Στη διάρκεια του καθεστώτος του Χίτλερ αντιτάχθηκε στο φασισμό και, ως αποτέλεσμα της αντίστασής του, οι πιστοί χριστιανοί απομακρύνθηκαν από εκείνους που υπηρετούσαν τον Χίτλερ. Αλλά δεν είμαι σίγουρος αν η πρωτοβουλία του Μπαρτ θα μπορούσε να ονομαστεί επαναστατικό κίνημα. Λόγω της θρησκευτικής πτυχής της ζωής και της χριστιανικής αξιολόγησής της που σταδιακά χάνουν έδαφος, δεν πιστεύω στην καθοριστική επιρροή του χριστιανισμού. Ωστόσο, αυτή η κρίση δεν με εμποδίζει να αναγνωρίσω την ανθρώπινη αξία ορισμένων ανθρώπων όπως η Σιμόν Βέιλ. Η μοίρα της είναι χαρακτηριστική αυτού του τύπου των προσωπικοτήτων. Οι κοινωνικές συνθήκες δημιουργούν περιστασιακά προβλήματα που μπορούν να βρουν μια μεμονωμένη λύση οποτεδήποτε. Αν και ήταν σε επαφή με άλλα κοινωνικά κινήματα, η Σιμόν Βέιλ ακολούθησε μια συγκεκριμένη πορεία. Αλλά η ίδια δεν μπορούσε να ονομαστεί «κίνημα» και ποτέ δεν θα γίνει ένα. Σε χώρες όπου ξεκινά ένα κίνημα, και αυτό περιορίζεται στο πεδίο της θεολογίας –για παράδειγμα, στη Γαλλία υπό την επιρροή του Τεγιάρ ντε Σαρντέν[9]– υπάρχει αντίκτυπος στην κοινωνική και πολιτική εξέλιξη μόνο στο βαθμό που αφαιρεί το εμπόδιο, το οποίο εμποδίζει τους πιστούς να μπουν σε οποιοδήποτε προοδευτικό κίνημα. Από αυτή την άποψη, ο ρόλος [αυτών των θρησκευτικών ηγετών] είναι σίγουρα θετικός.

Πέρυσι μια μετάφραση ενός από τα άρθρα μου εμφανίστηκε στο Világosság (Διαφώτιση). Υπογράμμιζε την αντίθεση μεταξύ μαρξισμού και θρησκείας σε κάθε ζήτημα. Υποστήριξα ότι όλες οι φιλοσοφικές προσπάθειες που επιδιώκουν να μεσολαβήσουν μεταξύ μαρξισμού και χριστιανισμού είναι θεωρητικά αβάσιμες. Ο μαρξισμός προχωρά στην εξάλειψη κάθε υπερβατικότητας. Η προσπάθεια του Τεγιάρ ντε Σαρντέν να συμφιλιώσει τις δύο κοσμοθεωρήσεις είναι μια αποτυχία. Δεν μπορώ να φανταστώ να φτάναμε στο σημείο όπου θα μπορούσαμε να βρούμε μια σύνθεση μεταξύ Θωμά Ακινάτη και Μαρξ. Δεν αμφισβητώ τα επιτεύγματα του Σαρντέν στην παλαιοντολογία· ωστόσο, διερευνώντας μια ανύπαρκτη φυσική και δείχνοντας μια εξέλιξη δυνάμεων που κορυφώθηκαν με τον Χριστό, εξαπατήθηκε πλήρως.

Αυτή η μέθοδος μου θυμίζει ένα εβραϊκό ανέκδοτο σχετικά με το σκόρδο και τη σοκολάτα που ήταν στη μόδα στη Βουδαπέστη τη δεκαετία του 1920. Από μόνα τους, η σοκολάτα και το σκόρδο είναι ευχάριστα. Μα μαζί; Ο Τεγιάρ είναι ένα τυπικό παράδειγμα σοκολάτας και σκόρδου. Ο σκεπτικισμός μου δεν είναι η έκφραση της αδιαφορίας μου προς την παρούσα εποχή. Συνεχίζουμε να παρατηρούμε μια ολόκληρη σειρά θρησκευτικών παραδόσεων που έχουν χάσει τη σημασία τους και για τους πιστούς και έτσι, τόσο οι πιστοί όσο και οι μη πιστοί, έχουν την ίδια στάση απέναντι σε αυτές τις παραδόσεις. Ωστόσο, δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε την κοινωνική τους σημασία.

Είμαι απολύτως υπέρ του διαλόγου, ακόμη και σήμερα, αλλά χωρίς να υπερεκτιμώ τη σημασία του. Αν, αυτή τη στιγμή, ξεκινούσε μια συζήτηση με αριστερούς καθολικούς, χωρίς προηγούμενη σκέψη και προετοιμασία, δεν θα πετυχαίναμε κανένα αποτέλεσμα. Ο διάλογος μπορεί να είναι επιτυχής μόνο σε πρακτικό αλλά όχι σε θεωρητικό επίπεδο. Δεν γονατίζει κανείς μπροστά σε ένα είδωλο. Η Δύση τον χρησιμοποιεί ως υλικό προπαγάνδας. Ο διάλογος μπορεί περιστασιακά να είναι ένα μέσο για τα άτομα να καταλήξουν σε συμφωνία, αλλά δεν μπορεί να είναι συλλογικός σκοπός, όπως θα ήθελαν οι δυτικοί ιδεολόγοι. Είναι πολύ σημαντικό να συνεχιστεί ο διάλογος με τους χριστιανούς, αλλά, για να είναι χρήσιμος, πρέπει να κρατηθεί μακριά από τη δημαγωγία και πρέπει να είναι θεωρητικά θεμελιωμένος. Σε όλη την ιστορία, η σχέση της Εκκλησίας με την κοινωνία καταδεικνύει μια σειρά συμβιβασμών. Για αιώνες η Εκκλησία προσαρμόστηκε επίσης στη φεουδαρχία (Θωμάς Ακινάτης)· αργότερα έζησε σε ειρήνη με τον καπιταλισμό. Σήμερα ένα modus vivendi είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της Εκκλησίας – δηλαδή, η Εκκλησία πρέπει να συμφιλιωθεί με το σοσιαλισμό και να προσαρμοστεί στο νέο σύστημα.

Υπάρχουν πολλά σημάδια που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Ντούτσκε, ο Γερμανός ηγέτης των φοιτητών, λαμβάνει υποστήριξη από διάφορους θεο- λόγους. Το διαζύγιο δεν επιτρέπεται στην Ιταλία, αλλά ακόμη και ορισμένοι ηγέτες της Εκκλησίας το βλέπουν αυτό ως χωρίς νόημα τον 20ό αιώνα και είναι της γνώμης ότι η Εκκλησία πρέπει να παραδοθεί στο γεγονός ότι η διάλυση του γάμου πρέπει να γίνει αποδεκτή στη σύγχρονη κοινωνία. Όλα αυτά τα γεγονότα αντικατοπτρίζουν την προσαρμογή της Εκκλησίας στη σύγχρονη κοινωνία. Αν, με την πάροδο του χρόνου, η Εκκλησία υποστηρίξει τη μαρξιστική θέση σε ορισμένα θέματα, δεν καταλαβαίνω γιατί οι μαρξιστές δεν μπορούν να υποστηρίξουν τη μεταβαλλόμενη Εκκλησία. Στην πράξη, αυτό σημαίνει για μένα ότι θα ασχολούμαι ενεργά με ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα: αν ήμουν Ολλανδός, θα πολεμούσα ενάντια στην αγαμία, αν ήμουν Ιταλός, θα τασσόμουν τώρα υπέρ ενός νόμου που διέπει τη θρησκεία κ.λπ., και θα το υποστήριζα παντού· δημιουργία ενός κοινού μέτωπου μεταξύ των μαρξιστών και της χριστιανικής αριστεράς.

Το σημείο εκκίνησης του διαλόγου –ή μια ιδεολογία για μια μεταβατική περίοδο– συνίσταται στην κατανόηση ότι υπάρχουν κοινοί στόχοι που όλοι επιδιώκουμε εξίσου και, γι’ αυτό το λόγο, η συζήτηση των κοινωνικών προβλημάτων είναι προς το συμφέρον όλων. Η μαρξιστική θέση πρέπει να είναι ξεκάθαρη και αντικειμενική. Η ανθρωπότητα κυμαίνεται μεταξύ δύο άκρων: αυτό σημαίνει είτε υποταγή στο σταλινισμό και με αυτό δογματισμό, είτε την ανεύθυνη αποδοχή της δυτικής κριτικής. Ο μαρξισμός δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Υστερόγραφο

Μπ. Χ.: Η ζωή είναι η σκηνή της δραστηριότητας τόσο για το μαρξισμό όσο και για το χριστιανισμό. Ωστόσο, ο θάνατος φαίνεται να τερματίζει οριστικά αυτή την προσωρινή συνεργασία και ανθρώπινες μορφές αμοιβαίας βοήθειας. Ο υλισμός περιορίζει όλες τις δραστηριότητες εδώ στη γη και δεν ανοίγει καμία πόρτα στον άνθρωπο προς το άπειρο. Η θρησκεία, όταν υπόσχεται τη συνέχιση της γήινης ύπαρξης, τοποθετεί τον άνθρωπο πάνω από τον κόσμο και ξυπνά μέσα μας την ελπίδα μιας ύπαρξης πέρα από τον κόσμο.

Γκ. Λ.: Ο θάνατος για μένα είναι ένα απλώς βιολογικό γεγονός, χαρακτηριστικό όλων των ζωντανών οργανισμών· όποιος γεννιέται, αντιμετωπίζει τη φθορά, έχει αρχή και τέλος στην ανταλλαγή δυνάμεων της φύσης. Αλλά στην περίπτωση του ανθρώπου, ακόμη και ο θάνατος σημαίνει κάτι περισσότερο [από τη φθορά]. Δεδομένου ότι είμαστε κοινωνικά όντα, θέλαμε επίσης να αποδώσουμε μια ειδική τάξη στο θάνατο, μια ειδική σημασία. Ακόμη και οι αρχαίοι προσπάθησαν να μετατρέψουν το θάνατο σε κοινωνικό γεγονός. Για παράδειγμα, οι Στωικοί πίστευαν ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος έτυχε σε περιστάσεις ανάξιες της αξίας του ως ανθρώπου είχε το δικαίωμα να αυτοκτονήσει. Γι’ αυτό ο θάνατος έχει αποκτήσει κοινωνική σημασία και έχει γίνει κοινωνικός παράγοντας. Ο Σωκράτης, ο Σαβονόρολα, η Ζαν ντ’ Αρκ πέθαναν από κοινωνικό θάνατο, όχι μόνο από βιολογικό. Ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο, αν και οι φίλοι του είχαν προετοιμάσει τη διαφυγή του. Αποδέχθηκε τη θανατική ποινή που του επιβλήθηκε, γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούσε να παραμείνει αυτό που ήταν. Ο Σαβοναρόλα δεν αρνήθηκε τη διδασκαλία του, επειδή δεν ήθελε να έρθει σε αντίφαση με τον εαυτό του· αντίθετα, συμφώνησε να καεί στον πάσσαλο.

Η Ζαν ντ’ Αρκ είχε επίσης τη δυνατότητα να προδώσει την αποστολή της. Θα μπορούσε να είχε παραδεχτεί ότι τα οράματά της ήταν απάτες. Αλλά πώς θα μπορούσε να συμφιλιώσει μια τέτοια πράξη με τη συνείδησή της; Οι μάρτυρες και οι άγιοι της Εκκλησίας έζησαν και ενήργησαν με τον ίδιο τρόπο. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο κρατήθηκαν σε τέτοια εκτίμηση για αιώνες και είχαν επιρροή στις μάζες. Εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να ενεργήσω διαφορετικά όταν κρυβόμουν από τη Λευκή Τρομοκρατία[10] μετά την πτώση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Το σπίτι, στη σοφίτα του οποίου ήταν η κρυψώνα μου, ερευνήθηκε αρκετές φορές. Κάθε φορά έκανα στον εαυτό μου την ερώτηση: «Τι θα συμβεί αν με βρουν;» Είχα ορκιστεί πίστη στο Εργατικό Συμβούλιο του 1919 και ήμουν υπεύθυνος γι’ αυτό. Ως αποτέλεσμα, αν χρειαζόταν, θα αντιμετώπιζα το θάνατο. Δεν εγκατέλειψα την πίστη μου. Δεν αρνήθηκα τις πράξεις μου. Για μένα, αυτή η στάση αποτελεί την ουσία της ηθικής. Η κρίση της ανθρωπινότητάς μας: να είμαστε συνεπείς στις πράξεις μας· αν είναι απαραίτητο, να αντιμετωπίζουμε το θάνατο γι’ αυτές. Δεν είναι αλήθεια ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή· έχουμε πάντα και παντού. Είναι αλήθεια ότι αυτή η στάση δεν είναι εύκολο να διατηρηθεί. Αν είμαστε αποφασισμένοι να είμαστε συνεπείς ως το τέλος στην αποφασιστική στιγμή της ζωής μας, ο θάνατος μετατρέπεται σε μια αιώνια αξία. Ο βιολογικός θάνατος υψώνεται σε άλλο επίπεδο: αποκτά κοινωνικο-ηθική σημασία. Σωζόμαστε –σε όποια κοσμοθεώρηση και αν πιστεύουμε– από τον κοινωνικο-ηθικό θάνατο. Αυτό το επιτυγχάνουμε όταν μπορούμε να αφήσουμε αυτή τη ζωή με την παρηγορητική ιδέα ότι δεν έχουμε ζήσει μάταια, ότι παραμείναμε πιστοί στον εαυτό μας, στις πεποιθήσεις μας και ότι ήμασταν χρήσιμοι στους άλλους όσο ήταν στη δύναμή μας να είμαστε.

***

Μπ. Χ.: Όταν ο Μαρξ ρωτήθηκε για την ανθρώπινη ομολογία πίστης του, απάντησε: «Τίποτα ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Πώς θα απαντούσατε;

Γκ. Λ.: Θα έλεγα αυτό που έγραψα στο σημειωματάριο του Χάινριχ Μπελ, αναφέροντας τον Πέερ Γκιντ που ανακάλυψε μια βαθιά αλήθεια – τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και φαντάσματος: «… Κάτω από το γαλάζιο του ουρανού ο άνθρωπος είπε: “Άνθρωπε, γίνε ο εαυτός σου!” Αλλά μεταξύ μας αυτό λέγεται διαφορετικά:

“Ελφ, να είσαι πάντα αυτάρκες στον εαυτό σου!”»


[1] Έντρε Όντι (1877-1919): Ούγγρος ποιητής και δημοσιογράφος, από πολλούς θεωρούμενος ο κορυφαίος της Ουγγαρίας, διερεύνησε στην ποίησή του βασικά ζητήματα της εποχής από προοδευτική σκοπιά.

[2] Έρβιν Σάμπο (1877-1918): Ούγγρος κοινωνικός επιστήμονας και ακτιβιστής, αναρχοσυνδικαλιστής, ηγέτης του ουγγρικού αντιπολεμικού κινήματος στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

[3] Μπέλα Μπαλάζ (1884-1949): Εβραϊκής καταγωγής Ούγγρος συγγραφέας, κριτικός κινηματογράφου, αισθητικός και ποιητής.

[4] Κάρολι (Καρλ) Μανχάιμ (1893-1947): ηγετικός Γερμανός κοινωνιολόγος. Άρνολντ Χάουζερ (1892-1978): Ουγγρογερμανός ιστορικός της τέχνης και κοινωνιολόγος. Κάρολι Τολνάι (1899-1981): Ούγγροςιστορικός της τέχνης.

[5] Ρολφ Χόχχουτ (1931-2020): Γερμανός συγγραφέας και δραματουργός.

[6] Χάινριχ Μπελ (1917-1985): αντιπολεμικός Γερμανός συγγραφέας, κριτικός της χειραγώγησης.

[7] Φρίντριχ Ντίρενματ (1921-1990): προοδευτικός Ελβετός συγγραφέας και δραματουργός.

[8] Καρλ Μπαρτ (1886-1968): Ελβετός ριζοσπαστικός θεολόγος, αρνήθηκε να υπογράψει τον όρκο πίστης στον Χίτλερ το 1935.

[9] Πιερ Τεγιάρ ντε Σαρντέν (1881-1955): Γάλλος ιδεαλιστής φιλόσοφος, καθολικός ιησουίτης ιερέας, παλαιοντολόγος και ανθρωπολόγος.

[10] Αναφορά στην περίοδο μετά την κατάρρευση της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας και την επιβολή της αιματηρής δικτατορίας του Χόρτι το 1919.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours