Σχέσεις διανομής και σχέσεις παραγωγής

1 min read

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το Κεφάλαιο 51 στον τόμο ΙΙΙ του «Κεφαλαίου» του Μαρξ. Περιλαμβάνεται στη συλλογή, «Καρλ Μαρξ. Για τον καπιταλισμό», μετάφραση-επιμέλεια-εισαγωγικό δοκίμιο Χρήστος Κεφαλής, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2024, σελ. 320-326.

Σε αυτό το μέρος ο Μαρξ εξετάζει τη στενή διασύνδεση των σχέσεων διανομής με τις σχέσεις παραγωγής. Παρότι στη διανομή παρεμβαίνουν παράγοντες όπως η ταξική πάλη και οι παραδόσεις μιας χώρας, αυτοί επηρεάζουν τις σχέσεις διανομής μόνο σε στενά όρια. Στον καπιταλισμό η διανομή προσαρμόζεται τελικά στις απαιτήσεις των σχέσεων παραγωγής, που είναι η μεγιστοποίηση της υπεραξίας.

Το επιχείρημα του Μαρξ καταρρίπτει την άποψη ότι είναι δυνατό πάνω στη βάση του καπιταλισμού να υπάρξει μια «δίκαιη διανομή» του κοινωνικού πλούτου. Παραμένει επίκαιρο απέναντι στις υποσχέσεις ρεφορμιστών και φιλελεύθερων για κοινωνική μεταρρύθμιση του καπιταλισμού, που συνεχίζονται αμείωτες ως τις μέρες μας.

Σχέσεις διανομής και σχέσεις παραγωγής

Καρλ Μαρξ

Η νέα αξία που προστίθεται από την ετήσια προστιθέμενη εργασία –και επομένως επίσης εκείνο το τμήμα του ετήσιου προϊόντος στο οποίο αντιπροσωπεύεται αυτή η αξία και το οποίο μπορεί να αντληθεί από τη συνολική παραγωγή και να διαχωριστεί από αυτήν– χωρίζεται έτσι σε τρία μέρη, τα οποία προϋποθέτουν τρεις διαφορετικές μορφές εσόδων, σε μορφές που εκφράζουν ένα μέρος αυτής της αξίας ως να ανήκει ή να περιέρχεται στο μερίδιο του ιδιοκτήτη της εργατικής δύναμης, ένα άλλο μέρος στον ιδιοκτήτη του κεφαλαίου και ένα τρίτο μέρος στον ιδιοκτήτη της γης. Αυτές, λοιπόν, είναι σχέσεις, ή μορφές διανομής, γιατί εκφράζουν τις σχέσεις κάτω από τις οποίες η πρόσφατα παραγμένη συνολική αξία κατανέμεται μεταξύ των κατόχων των διαφόρων συντελεστών της παραγωγής.

Σην κοινή αντιληψη αυτές οι σχέσεις διανομής εμφανίζονται ως φυσικές σχέσεις, ως σχέσεις που απορρέουν άμεσα από τη φύση όλης της κοινωνικής παραγωγής, από τους νόμους της ανθρώπινης παραγωγής γενικά. Πράγματι, δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι οι προκαπιταλιστικές κοινωνίες αποκαλύπτουν άλλους τρόπους διανομής, αλλά οι τελευταίοι ερμηνεύονται ως μη ανεπτυγμένοι, μη τελειοποιημένοι και μεταμφιεσμένοι, που δεν έχουν αναχθεί στην πιο καθαρή τους έκφραση και την υψηλότερη μορφή τους και διαφορετικής απόχρωσης τρόποι των φυσικών σχέσεων διανομής.

Η μόνη σωστή πτυχή αυτής της αντίληψης είναι: Υποθέτοντας ότι υπάρχει κάποια μορφή κοινωνικής παραγωγής (π.χ., πρωτόγονες ινδικές κοινότητες ή ο πιο βαθιά ανεπτυγμένος κομμουνισμός των Περουβιανών), μπορεί πάντα να γίνει διάκριση ανάμεσα σε εκείνο το τμήμα της εργασίας του οποίου το προϊόν καταναλώνεται άμεσα ατομικά από τους παραγωγούς και τις οικογένειές τους και –πέρα από το μέρος που καταναλώνεται παραγωγικά– εκείνο το μέρος της εργασίας που είναι πάντα πρόσθετη εργασία, του οποίου το προϊόν εξυπηρετεί συνεχώς την ικανοποίηση των γενικών κοινωνικών αναγκών ανεξάρτητα από το πώς μπορεί να μοιράζεται αυτό το πρόσθετο προϊόν, και ανεξάρτητα από το ποιος μπορεί να λειτουργεί ως εκπρόσωπος αυτών των κοινωνικών αναγκών. Έτσι, η ταυτότητα των διαφόρων τρόπων διανομής ισοδυναμεί απλά με αυτό: είναι πανομοιότυποι αν αφαιρέσουμε τις διαφορές και τις συγκεκριμένες μορφές τους και λάβουμε υπόψη μόνο την ενότητά τους σε διάκριση από την ανομοιότητά τους.

Ένας πιο προηγμένος, πιο κριτικός νους, ωστόσο, παραδέχεται τον ιστορικά ανεπτυγμένο χαρακτήρα των σχέσεων διανομής1, αλλά εντούτοις προσκολλάται ακόμη πιο επίμονα στον αμετάβλητο χαρακτήρα των ίδιων των σχέσεων παραγωγής, που απορρέουν από την ανθρώπινη φύση και επομένως ανεξάρτητα από κάθε ιστορική εξέλιξη.

Από την άλλη πλευρά, η επιστημονική ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής καταδεικνύει το αντίθετο, ότι είναι ένας τρόπος παραγωγής ειδικού είδους, με συγκεκριμένα ιστορικά χαρακτηριστικά· ότι, όπως κάθε άλλος συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής, προϋποθέτει ως ιστορικό όρο ένα δεδομένο επίπεδο των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των μορφών ανάπτυξής τους: ένας όρος που είναι ο ίδιος το ιστορικό αποτέλεσμα και προϊόν μιας προηγούμενης διαδικασίας και από τον οποίο ο νέος τρόπος παραγωγής προχωρά ως δεδομένη βάση· ότι οι σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε αυτό το συγκεκριμένο, ιστορικά καθορισμένο τρόπο παραγωγής –σχέσεις τις οποίες συνάπτουν τα ανθρώπινα όντα κατά τη διαδικασία της κοινωνικής ζωής, στη δημιουργία της κοινωνικής τους ζωής– έχουν ένα συγκεκριμένο, ιστορικό και παροδικό χαρακτήρα· και, τέλος, ότι οι σχέσεις διανομής που ουσιαστικά συμπίπτουν με αυτές τις σχέσεις παραγωγής είναι η αντίθετη πλευρά τους, έτσι ώστε και οι δύο να έχουν τον ίδιο ιστορικά μεταβατικό χαρακτήρα.

Στη μελέτη των σχέσεων διανομής, το αρχικό σημείο εκκίνησης είναι το υποτιθέμενο γεγονός ότι το ετήσιο προϊόν επιμερίζεται μεταξύ των μισθών, του κέρδους και της προσόδου. Αλλά αν εκφράζεται έτσι, είναι μια λάθος δήλωση. Το προϊόν κατανέμεται από τη μια πλευρά στο κεφάλαιο και από την άλλη σε εισόδημα. Ένα από αυτά τα εισοδήματα, ο μισθός, δεν παίρνει ποτέ ο ίδιος τη μορφή εισοδήματος, εισοδήματος του εργάτη, παρά μόνο αφού πρώτα αντιμετωπίσει αυτόν τον εργάτη με τη μορφή κεφαλαίου. Η αντιπαράθεση των παραγόμενων συνθηκών εργασίας και των προϊόντων της εργασίας γενικά, ως κεφαλαίου, με τους άμεσους παραγωγούς συνεπάγεται εξαρχής έναν καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα των υλικών όρων της εργασίας σε σχέση με τους εργάτες και επομένως μια καθορισμένη σχέση στην οποία εισέρχονται με τους κατόχους των μέσων παραγωγής και μεταξύ τους στη διάρκεια της ίδιας της παραγωγής. Ο μετασχηματισμός αυτών των όρων εργασίας σε κεφάλαιο συνεπάγεται με τη σειρά του την απαλλοτρίωση των άμεσων παραγωγών από τη γη, και επομένως μια ορισμένη μορφή γαιοκτησίας.

Εάν ένα μέρος του προϊόντος δεν μετατρεπόταν σε κεφάλαιο, το άλλο δεν θα έπαιρνε τις μορφές του μισθού, του κέρδους και της προσόδου.

Από την άλλη πλευρά, αν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτει αυτή την καθορισμένη κοινωνική μορφή των συνθηκών παραγωγής, την αναπαράγει εξίσου συνεχώς. Παράγει όχι μόνο τα υλικά προϊόντα, αλλά αναπαράγει συνεχώς τις σχέσεις παραγωγής στις οποίες παράγονται τα πρώτα, και επομένως και τις αντίστοιχες σχέσεις διανομής.

Μπορεί να ειπωθεί, φυσικά, ότι το ίδιο το κεφάλαιο (και η γαιοκτησία που περιλαμβάνει ως αντίθεσή του) προϋποθέτει ήδη μια διανομή: την απαλλοτρίωση του εργάτη από τους όρους της εργασίας, τη συγκέντρωση αυτών των όρων στα χέρια μιας μειοψηφίας ατόμων, την αποκλειστική ιδιοκτησία της γης από άλλα άτομα, εν συντομία, όλες τις σχέσεις που έχουν περιγραφεί στο μέρος που ασχολείται με την πρωταρχική συσσώρευση (Bιβλίο I, Kεφ. XXIV). Αλλά αυτή η κατανομή διαφέρει τελείως από ό,τι νοείται ως σχέσεις διανομής όταν οι τελευταίες προικίζονται με έναν ιστορικό χαρακτήρα σε αντίθεση με τις σχέσεις παραγωγής. Αυτό που υπονοείται έτσι είναι οι διάφοροι τίτλοι του τμήματος του προϊόντος που πηγαίνει στην ατομική κατανάλωση. Οι προαναφερθείσες σχέσεις διανομής, αντίθετα, αποτελούν τη βάση ειδικών κοινωνικών λειτουργιών που επιτελούνται μέσα στις σχέσεις παραγωγής από ορισμένους εκπροσώπους τους, σε αντίθεση με τους άμεσους παραγωγούς. Διαποτίζουν τις ίδιες τις συνθήκες παραγωγής και τους εκπροσώπους τους με μια συγκεκριμένη κοινωνική ποιότητα. Καθορίζουν ολόκληρο το χαρακτήρα και ολόκληρη την κίνηση της παραγωγής.

Η καπιταλιστική παραγωγή διακρίνεται εξαρχής από δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα.

Πρώτο. Παράγει τα προϊόντα της ως εμπορεύματα. Το γεγονός ότι παράγει εμπορεύματα δεν τη διαφοροποιεί από άλλους τρόπους παραγωγής, αλλά μάλλον το γεγονός ότι το να είναι ένα εμπόρευμα είναι το κυρίαρχο και καθοριστικό χαρακτηριστικό των προϊόντων της. Αυτό σημαίνει, πρώτα και κύρια, ότι ο ίδιος ο εργάτης εμφανίζεται απλά ως πωλητής εμπορευμάτων, και επομένως ως ελεύθερος μισθωτός εργάτης, έτσι ώστε η εργασία να εμφανίζεται γενικά ως μισθωτή εργασία. Λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουν ήδη ειπωθεί, είναι περιττό να αποδειχθεί εκ νέου ότι η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας καθορίζει ολόκληρο το χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής. Οι κύριοι παράγοντες αυτού του ίδιου του τρόπου παραγωγής, ο καπιταλιστής και ο μισθωτός εργάτης, είναι ως τέτοιοι απλά ενσαρκώσεις, προσωποποιήσεις του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας· καθορισμένων κοινωνικών χαρακτηριστικών που σφραγίζονται στα άτομα από τη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής· τα προϊόντα αυτών των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Ο χαρακτήρας 1) του προϊόντος ως εμπόρευμα, και 2) του εμπορεύματος ως προϊόντος του κεφαλαίου, συνεπάγεται ήδη όλες τις σχέσεις κυκλοφορίας, δηλαδή μια καθορισμένη κοινωνική διαδικασία από την οποία πρέπει να περάσουν τα προϊόντα και στην οποία προσλαμβάνουν συγκεκριμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά· υπονοεί επίσης καθορισμένες σχέσεις των παραγόντων της παραγωγής, με τις οποίες καθορίζεται η επέκταση της αξίας του προϊόντος τους και η επαναμετατροπή του, είτε σε μέσα διαβίωσης είτε σε μέσα παραγωγής. Αλλά ακόμη και εκτός αυτού, ολόκληρος ο προσδιορισμός της αξίας και η ρύθμιση της συνολικής παραγωγής από την αξία προκύπτει από τα παραπάνω δύο χαρακτηριστικά του προϊόντος ως εμπόρευμα ή του εμπορεύματος ως καπιταλιστικά παραγόμενου εμπορεύματος. Σε αυτή την εντελώς συγκεκριμένη μορφή της αξίας, η εργασία υφίσταται αφενός αποκλειστικά ως κοινωνική εργασία· από την άλλη, η διανομή αυτής της κοινωνικής εργασίας και η αμοιβαία συμπλήρωση και ανταλλαγή των προϊόντων της, η υπόταξη και η εισαγωγή στον κοινωνικό μηχανισμό, αφήνονται στα τυχαία και αμοιβαία ακυρωτικά κίνητρα των μεμονωμένων καπιταλιστών. Δεδομένου ότι αυτοί οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον μόνο ως ιδιοκτήτες εμπορευμάτων, και ο καθένας επιδιώκει να πουλήσει το εμπόρευμά του όσο πιο ακριβά γίνεται (φαινομενικά ακόμη και καθοδηγούμενος στη ρύθμιση της ίδιας της παραγωγής αποκλειστικά από τη δική του ελεύθερη βούληση), ο εσωτερικός νόμος επιβάλλεται μόνο μέσω του ανταγωνισμού τους, την αμοιβαία πίεση του ενός στον άλλο, μέσω του οποίου οι αποκλίσεις ακυρώνονται αμοιβαία. Μόνο ως εσωτερικός νόμος, απέναντι στους ατομικούς παράγοντες, ως τυφλός νόμος της φύσης, ο νόμος της αξίας ασκεί την επιρροή του εδώ και διατηρεί την κοινωνική ισορροπία της παραγωγής μέσα στις τυχαίες διακυμάνσεις της.

Επιπλέον, ήδη υπονοούμενη στο εμπόρευμα, και ακόμη περισσότερο στο εμπόρευμα ως προϊόν του κεφαλαίου, είναι η υλικοποίηση των κοινωνικών χαρακτηριστικών της παραγωγής και η προσωποποίηση των υλικών θεμελίων της παραγωγής, που χαρακτηρίζουν ολόκληρο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Το δεύτερο διακριτικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η παραγωγή υπεραξίας ως άμεσος στόχος και καθοριστικό κίνητρο της παραγωγής. Το κεφάλαιο παράγει ουσιαστικά κεφάλαιο, και το κάνει μόνο στο βαθμό που παράγει υπεραξία. Είδαμε στη συζήτησή μας για τη σχετική υπεραξία, και περαιτέρω κατά την εξέταση της μετατροπής της υπεραξίας σε κέρδος, πώς θεμελιώνεται εδώ ένας τρόπος παραγωγής που είναι χαρακτηριστικός της καπιταλιστικής περιόδου – μια ειδική μορφή ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, αλλά αντιμετωπίζοντας τον εργάτη ως δυνάμεις του κεφαλαίου που κατέστησαν ανεξάρτητες, και συνεπώς στέκονται σε ευθεία αντίθεση με την ανάπτυξη του ίδιου του εργάτη. Η παραγωγή για αξία και υπεραξία συνεπάγεται, όπως έχει φανεί στην πορεία της ανάλυσής μας, τη διαρκώς λειτουργική τάση μείωσης του χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, δηλαδή της αξίας του, κάτω από τον πραγματικό κοινωνικό μέσο όρο. Η πίεση για μείωση της τιμής κόστους στο ελάχιστο γίνεται ο ισχυρότερος μοχλός για την αύξηση της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία, ωστόσο, εμφανίζεται εδώ μόνο ως μια συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου.

Η εξουσία που αναλαμβάνει ο καπιταλιστής ως η προσωποποίηση του κεφαλαίου στην άμεση διαδικασία παραγωγής, η κοινωνική λειτουργία που επιτελεί υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή και κυβερνήτη της παραγωγής, είναι ουσιαστικά διαφορετική από την εξουσία που ασκείται στη βάση της παραγωγής μέσω δούλων, δουλοπάροικων κ.λπ.

Ενώ, στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής, η μάζα των άμεσων παραγωγών έρχεται αντιμέτωπη με τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής τους με τη μορφή μιας αυστηρά ρυθμιστικής εξουσίας και ενός κοινωνικού μηχανισμού της εργασιακής διαδικασίας οργανωμένου σε μια πλήρη ιεραρχία – αυτή η εξουσία φτάνει στους φορείς της, ωστόσο, μόνο ως η προσωποποίηση των συνθηκών εργασίας σε αντίθεση με την εργασία, και όχι ως πολιτικοί ή θεοκρατικοί άρχοντες όπως στους προηγούμενους τρόπους παραγωγής. Μεταξύ των φορέων αυτής της εξουσίας, των ίδιων των καπιταλιστών, που αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο μόνο ως ιδιοκτήτες εμπορευμάτων, επικρατεί πλήρης αναρχία μέσα στην οποία οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις της παραγωγής επιβεβαιώνονται μόνο ως ένας συντριπτικός φυσικός νόμος σε σχέση με την ατομική ελεύθερη βούληση.

Μόνο επειδή η εργασία προϋπάρχει με τη μορφή της μισθωτής εργασίας και τα μέσα παραγωγής με τη μορφή κεφαλαίου –δηλαδή, αποκλειστικά λόγω αυτής της συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής αυτών των βασικών παραγόντων της παραγωγής– εμφανίζεται ένα μέρος της αξίας (προϊόντος) ως υπεραξία και αυτή η υπεραξία ως κέρδος (πρόσοδος), ως κέρδος του καπιταλιστή, ως πρόσθετος διαθέσιμος πλούτος που του ανήκει. Αλλά μόνο επειδή αυτή η υπεραξία εμφανίζεται έτσι ως κέρδος του, τα πρόσθετα μέσα παραγωγής, που προορίζονται για την επέκταση της αναπαραγωγής, και που αποτελούν μέρος αυτού του κέρδους, παρουσιάζονται ως νέο πρόσθετο κεφάλαιο και η επέκταση της διαδικασίας της αναπαραγωγής γενικά ως διαδικασία καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Αν και η μορφή της εργασίας ως μισθωτής εργασίας είναι καθοριστική για τη μορφή ολόκληρης της διαδικασίας και τον ίδιο το συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, δεν είναι η μισθωτή εργασία που καθορίζει την αξία. Στον καθορισμό της αξίας, είναι ένα ζήτημα του κοινωνικού χρόνου εργασίας γενικά, της ποσότητας εργασίας που έχει γενικά η κοινωνία στη διάθεσή της και της οποίας η σχετική απορρόφηση από τα διάφορα προϊόντα καθορίζει, σαν να λέμε, την αντίστοιχη κοινωνική τους σημασία. Η καθορισμένη μορφή στην οποία ο κοινωνικός χρόνος εργασίας επικρατεί ως καθοριστικός στον καθορισμό της αξίας των εμπορευμάτων συνδέεται φυσικά με τη μορφή της εργασίας ως μισθωτής εργασίας και με την αντίστοιχη μορφή των μέσων παραγωγής ως κεφαλαίου, στο βαθμό που μόνο σε αυτή τη βάση η εμπορευματική παραγωγή γίνεται η γενική μορφή παραγωγής.

Ας εξετάσουμε επιπλέον τις ίδιες τις λεγόμενες σχέσεις διανομής. Ο μισθός προϋποθέτει τη μισθωτή εργασία και το κέρδος – το κεφάλαιο. Αυτές οι συγκεκριμένες μορφές διανομής προϋποθέτουν επομένως καθορισμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά των συνθηκών της παραγωγής και καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις των παραγόντων της παραγωγής. Οι συγκεκριμένες σχέσεις διανομής είναι επομένως απλά η έκφραση των συγκεκριμένων ιστορικών σχέσεων παραγωγής.

Και τώρα ας εξετάσουμε το κέρδος. Αυτή η συγκεκριμένη μορφή υπεραξίας είναι η προϋπόθεση για το γεγονός ότι η νέα δημιουργία μέσων παραγωγής γίνεται με τη μορφή της καπιταλιστικής παραγωγής. Πρόκειται έτσι για μια σχέση που κυριαρχεί την αναπαραγωγή, αν και στον ατομικό καπιταλιστή φαίνεται σαν να μπορούσε στην πραγματικότητα να καταναλώσει ολόκληρο το κέρδος του ως εισόδημα. Ωστόσο, συναντά έτσι εμπόδια ακόμη και υπό τη μορφή των ασφαλίσεων και εφεδρικών κεφαλαίων, των νόμων του ανταγωνισμού κ.λπ., που τον εμποδίζουν και του αποδεικνύουν στην πράξη ότι το κέρδος δεν είναι μια απλή κατηγορία της διανομής του ατομικά καταναλώσιμου προϊόντος. Η όλη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής ρυθμίζεται επιπλέον από τις τιμές των προϊόντων. Αλλά οι ρυθμιστικές τιμές παραγωγής ρυθμίζονται με τη σειρά τους από την εξίσωση του ποσοστού του κέρδους και την αντίστοιχη κατανομή του κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών σφαιρών παραγωγής. Το κέρδος, λοιπόν, εμφανίζεται εδώ ως ο κύριος παράγοντας, όχι της διανομής των προϊόντων, αλλά της ίδιας της παραγωγής τους, ως παράγοντας στη διανομή των κεφαλαίων και της ίδιας της εργασίας μεταξύ των διαφόρων σφαιρών της παραγωγής. Η κατανομή του κέρδους σε κέρδος της επιχείρησης και τόκους εμφανίζεται ως διανομή του ίδιου εισοδήματος. Προκύπτει όμως, καταρχάς, από την ανάπτυξη του κεφαλαίου ως αυτοεπεκτεινόμενης αξίας, ενός δημιουργού υπεραξίας, δηλαδή από αυτή τη συγκεκριμένη κοινωνική μορφή της κυρίαρχης διαδικασίας παραγωγής. Εξελίσσει την πίστη και τα πιστωτικά ιδρύματα από τον εαυτό του και συνεπώς τη μορφή της παραγωγής. Ως τόκος κ.λπ., οι φαινομενικές μορφές διανομής μπαίνουν στην τιμή ως καθοριστικά στοιχεία της παραγωγής.

Η γαιοπρόσοδος μπορεί να φαίνεται να είναι μια απλή μορφή της διανομής, επειδή η γαιοκτησία αυτή καθαυτή δεν εκτελεί καμία, ή τουλάχιστον καμία κανονική, λειτουργία στην ίδια τη διαδικασία παραγωγής. Αλλά η περίσταση ότι 1) η γαιοπρόσοδος περιορίζεται στο πλεόνασμα πάνω από το μέσο κέρδος, και ότι 2) ο γαιοκτήμονας περιορίζεται από διαχειριστή και κύριο της διαδικασίας παραγωγής και ολόκληρης της διαδικασίας της κοινωνικής ζωής στη θέση του απλού εκμισθωτή γης, τοκογλύφου στη γη και απλού εισπράκτορα προσόδου, είναι ένα ειδικό ιστορικό αποτέλεσμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το γεγονός ότι η γη έλαβε τη μορφή της γαιοκτησίας αποτελεί ιστορική προϋπόθεση για αυτό. Το γεγονός ότι η γαιοκτησία λαμβάνει μορφές που επιτρέπουν τον καπιταλιστικό τρόπο λειτουργίας στη γεωργία είναι προϊόν του ειδικού χαρακτήρα αυτού του τρόπου παραγωγής. Το εισόδημα του γαιοκτήμονα μπορεί να ονομαστεί γαιοπρόσοδος, ακόμη και σε άλλες μορφές κοινωνίας. Διαφέρει όμως ουσιωδώς από την γαιοπρόσοδο όπως εμφανίζεται σε αυτό τον τρόπο παραγωγής.

Οι λεγόμενες σχέσεις διανομής, λοιπόν, αντιστοιχούν και προκύπτουν από ιστορικά καθορισμένες συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές της διαδικασίας παραγωγής και τις αμοιβαίες σχέσεις που συνάπτουν οι άνθρωποι στη διαδικασία αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής. Ο ιστορικός χαρακτήρας αυτών των σχέσεων διανομής είναι ο ιστορικός χαρακτήρας των σχέσεων παραγωγής, των οποίων εκφράζουν μόνο μια πτυχή. Η καπιταλιστική διανομή διαφέρει από εκείνες τις μορφές διανομής που προκύπτουν από άλλους τρόπους παραγωγής και κάθε μορφή διανομής εξαφανίζεται με τη συγκεκριμένη μορφή παραγωγής από την οποία προέρχεται και στην οποία αντιστοιχεί.

Η άποψη που θεωρεί μόνο τις σχέσεις διανομής ως ιστορικές, αλλά όχι τις σχέσεις παραγωγής, είναι, αφενός, αποκλειστικά η άποψη της αρχικής, αλλά ακόμα περιορισμένης, κριτικής της αστικής πολιτικής οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, στηρίζεται στη σύγχυση και την ταύτιση της διαδικασίας της κοινωνικής παραγωγής με την απλή διαδικασία της εργασίας, όπως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ακόμη και από έναν αφύσικα απομονωμένο άνθρωπο χωρίς καμία κοινωνική βοήθεια. Στο βαθμό που η εργασιακή διαδικασία είναι αποκλειστικά μια διαδικασία μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης, τα απλά στοιχεία της παραμένουν κοινά σε όλες τις κοινωνικές μορφές ανάπτυξης. Αλλά κάθε συγκεκριμένη ιστορική μορφή αυτής της διαδικασίας αναπτύσσει περαιτέρω τα υλικά θεμέλια και τις κοινωνικές μορφές της. Κάθε φορά που έχει επιτευχθεί ένα ορισμένο στάδιο ωριμότητας, η συγκεκριμένη ιστορική μορφή απορρίπτεται και ανοίγει το δρόμο για μια ανώτερη. Η στιγμή της άφιξης μιας τέτοιας κρίσης αποκαλύπτεται από το βάθος και το εύρος που επιτυγχάνουν οι αντιφάσεις και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των σχέσεων διανομής, και συνεπώς της συγκεκριμένης ιστορικής μορφής των αντίστοιχών τους σχέσεων παραγωγής, αφενός, και των παραγωγικών δυνάμεων, των παραγωγικών δυνατοτήτων και της ανάπτυξης των φορέων τους, αφετέρου. Ακολουθεί μια σύγκρουση μεταξύ της υλικής ανάπτυξης της παραγωγής και της κοινωνικής της μορφής.

Σημειώσεις

1. Τζ. Σ. Μιλ, Some Unsettled Questions in Political Economy, London, 1844.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours