Ρόζα Λούξεμπουργκ, Ομιλίες στο Συνέδριο της Στουτγάρδης

1 min read

Η παρούσα ανάρτηση περιλαμβάνει δυο σημαντικές ομιλίες της Ρόζα Λούξεμπουργκ στο συνέδριο του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στη Στουτγάρδη το 1898. Σε μια εποχή που ο ρεφορμισμός και ο οπορτουνισμός έκαναν όλο και πιο ανοικτά την εμφάνισή τους, μια περίπου δεκαετία μετά το θάνατο του Ένγκελς, η Λούξεμπουργκ τους αντιπαραθέτει τις επαναστατικές θέσεις στα ζητήματα του κράτους και των εργατικών διεκδικήσεων. Απέναντι στον Μπερνστάιν υπογραμμίζει την καθοριστική σημασία του τελικού σοσιαλιστικού σκοπού ως μέτρου για την αξιολόγηση όλων των τακτικών επιλογών.

Ομιλία της 3ης Οκτώβρη 1898

Οι ομιλίες του Χάινε[1] και άλλων έδειξαν ότι ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο έχει καλυφθεί στο Κόμμα μας, δηλαδή αυτό της κατανόησης της σχέσης μεταξύ του τελικού μας στόχου και των καθημερινών μας αγώνων. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι το πρόγραμμά μας έχει ένα όμορφο απόσπασμα σχετικά με τον τελικό στόχο, το οποίο, ενώ σίγουρα δεν πρέπει να ξεχνιέται, δεν έχει άμεση σχέση με τους πρακτικούς μας αγώνες. Ίσως υπάρχουν κάποιοι σύντροφοι που πιστεύουν ότι οι εικασίες για τους τελικούς στόχους είναι πραγματικά ακαδημαϊκά ερωτήματα.

Απέναντί τους, υποστηρίζω ότι για εμάς, ως επαναστατικό προλεταριακό κόμμα, δεν υπάρχει πιο πρακτικό ερώτημα από αυτό του τελικού στόχου. Σκεφτείτε το: τι αποτελεί πραγματικά το σοσιαλιστικό χαρακτήρα ολόκληρου του κινήματός μας; Ο πραγματικά πρακτικός αγώνας χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: το συνδικαλιστικό αγώνα, τον αγώνα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και τον αγώνα για εκδημοκρατισμό του καπιταλιστικού κράτους. Είναι αυτές οι τρεις μορφές του αγώνα μας πραγματικά σοσιαλισμός; Καθόλου. Πάρτε πρώτα το συνδικαλιστικό κίνημα! Κοιτάξτε την Αγγλία: όχι μόνο δεν είναι σοσιαλιστικό εκεί, αλλά είναι από κάποιες απόψεις εμπόδιο στο σοσιαλισμό. Η κοινωνική μεταρρύθμιση τονίζεται επίσης από τους από καθέδρας σοσιαλιστές, εθνικούς σοσιαλιστές και παρόμοιους ανθρώπους[2]. Και ο εκδημοκρατισμός είναι κάτι ειδικά αστικό. Η αστική τάξη είχε ήδη γράψει τη δημοκρατία στο λάβαρό της πριν από εμάς.

Τότε τι είναι εκείνο στους καθημερινούς μας αγώνες που μας κάνει ένα σοσιαλιστικό κόμμα; Μπορεί να είναι μόνο η σχέση μεταξύ αυτών των τριών πρακτικών αγώνων προς τον τελικό στόχο. Είναι μόνο ο τελικός στόχος που αποτελεί το πνεύμα και το περιεχόμενο του σοσιαλιστικού αγώνα μας, που τον μετατρέπει σε ταξική πάλη. Και με τον τελικό στόχο πραγματικά, όπως είπε ο Χάινε, δεν πρέπει να εννοούμε αυτή ή εκείνη την εικόνα του μελλοντικού κράτους, αλλά την προϋπόθεση για κάθε μελλοντική κοινωνία, δηλαδή την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. [Φωνή: «Τότε συμφωνούμε!»] Αυτή η αντίληψη του καθήκοντός μας σχετίζεται στενά με την αντίληψή μας για την καπιταλιστική κοινωνία. Είναι το στέρεο έδαφος που στηρίζει την άποψή μας ότι η καπιταλιστική κοινωνία παγιδεύεται σε αδιάλυτες αντιφάσεις που θα απαιτήσουν τελικά μια έκρηξη, μια κατάρρευση, οπότε και θα παίξουμε το ρόλο του τραπεζίτη-δικηγόρου που εκκαθαρίζει μια πτωχευμένη εταιρεία.

Αλλά αν υιοθετήσουμε τη θέση ότι μπορούμε να φέρουμε σε πλήρη εκπλήρωση τα συμφέροντα του προλεταριάτου, τότε είναι αδύνατο να κάνουμε δηλώσεις όπως αυτές που έκανε πρόσφατα ο Χάινε ότι μπορεί επίσης να κάνουμε παραχωρήσεις στο ζήτημα του μιλιταρισμού· είναι αδύνατο να κάνουμε δηλώσεις όπως εκείνες του Κόνραντ Σμιτ[3] στο κεντρικό όργανο περί σοσιαλιστικής πλειοψηφίας στο αστικό κοινοβούλιο, αδύνατο να λέμε, όπως έχει πει ο Μπερνστάιν[4], ότι μόλις έρθουμε στο τιμόνι, δεν θα είμαστε σε θέση να καταργήσουμε τον καπιταλισμό. Όταν το διάβασα αυτό, είπα στον εαυτό μου: τι τύχη που οι Γάλλοι σοσιαλιστές εργάτες δεν ήταν τόσο λαμπροί το 1871, γιατί τότε θα έλεγαν: «Παιδιά, ας πάμε για ύπνο, η ώρα μας δεν έχει ακόμη σημάνει, η παραγωγή δεν είναι ακόμη αρκετά συγκεντρωμένη για να διατηρήσουμε τον έλεγχο του πλοίου». Αλλά τότε, αντί για ένα μεγάλο δράμα, αντί για έναν ηρωικό αγώνα, θα είχαμε δει ένα διαφορετικό σενάριο, γιατί τότε οι εργάτες δεν θα συμπεριφέρονταν σαν ήρωες, αλλά απλά σαν γριές. Νομίζω ότι τα επιχειρήματα σχετικά με το αν, μόλις έρθουμε στην εξουσία, θα είμαστε ικανοί να κάνουμε την παραγωγική διαδικασία ένα κοινωνικό όλο και αν τα πράγματα είναι ήδη ώριμα γι’ αυτό, είναι ένα ακαδημαϊκό ζήτημα. Για εμάς δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει ερώτημα αν πρέπει να παλέψουμε για να αρπάξουμε την πολιτική εξουσία. Ένα σοσιαλιστικό κόμμα πρέπει πάντα να έχει μια απάντηση κατάλληλη για την κατάσταση· δεν μπορεί ποτέ να υποχωρήσει από το καθήκον του. Επομένως, οι απόψεις μας σχετικά με τον τελικό μας στόχο πρέπει να αποσαφηνιστούν πλήρως. Και θα τις εκπληρώσουμε, παρά τη θύελλα, τον άνεμο και τον καιρό [χειροκροτήματα].

Ομιλία της 4ης Οκτώβρη 1898

Ο Φόλμαρ[5] με έχει κατηγορήσει πικρά ότι προσπαθούσα να νουθετήσω παλαιότερους βετεράνους όταν είμαι ακόμα μια νεαρή νεοσύλλεκτη στο κίνημα. Αυτή δεν είναι η περίπτωση. Θα ήταν περιττό, αφού είμαι πεπεισμένη ότι οι βετεράνοι στέκονται σταθερά στο ίδιο έδαφος με εμένα. Δεν πρόκειται καθόλου για ένα ζήτημα κηρύγματος σε οποιονδήποτε, αλλά για έκφραση μιας συγκεκριμένης τακτικής με σαφήνεια και χωρίς διφορούμενα. Ξέρω ότι πρέπει ακόμα να κερδίσω τις επωμίδες μου στο γερμανικό κίνημα. αλλά θέλω να το κάνω στην αριστερή πτέρυγα, όπου οι άνθρωποι αγωνίζονται ενάντια στον εχθρό και όχι στη δεξιά πτέρυγα, όπου οι άνθρωποι αναζητούν συμβιβασμούς με τον εχθρό [αντιρρήσεις].

Αλλά όταν ο Φόλμαρ αντιπαραθέτει τις δηλώσεις μου των γεγονότων με το επιχείρημα «Εσένα, νεοσύλλεκτη, θα μπορούσα να είμαι ο παππούς σου», αυτό μου αποδεικνύει ότι τα λογικά του επιχειρήματα μπάζουν [γέλια]. Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια της παρουσίασής του έκανε μια σειρά από δηλώσεις, οι οποίες, προερχόμενες από έναν βετεράνο, είναι τουλάχιστον μπερδεμένες.

Στο σαρκαστικό παράθεμα του Φόλμαρ από τον Μαρξ για τους εργατικούς νόμους, αντιπαραθέτω ένα άλλο απόσπασμα του Μαρξ, ότι η εισαγωγή των εργατικών νόμων στην Αγγλία σήμαινε στην πράξη τη σωτηρία της αστικής κοινωνίας. Επιπλέον, ο Φόλμαρ ισχυρίστηκε ότι ήταν ψευδές να μην αντιμετωπίζεται το συνδικαλιστικό κίνημα ως σοσιαλιστικό και υπέδειξε τα [αγγλικά] συνδικάτα. Και ο Φόλμαρ δεν γνωρίζει τίποτα για τη διαφορά μεταξύ του παλιού και του νέου συνδικαλισμού[6]; Δεν γνωρίζει ο Φόλμαρ ότι οι παλιοί συνδικαλιστές στέκονταν ολότελα στην αστική άποψη; Δεν γνωρίζει ότι δεν ήταν άλλος από τον Ένγκελς που εξέφρασε την ελπίδα ότι το σοσιαλιστικό κίνημα θα μπορούσε τώρα να προχωρήσει στην Αγγλία επειδή η Αγγλία είχε χάσει την υπεροχή της στην παγκόσμια αγορά και ότι συνεπώς το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να πάρει ένα νέο δρόμο; Ο Φόλμαρ ξεσήκωσε το φάντασμα του μπλανκισμού. Δεν γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ μπλανκισμού και σοσιαλδημοκρατίας; Δεν ξέρει ότι για τους μπλανκιστές είναι μια χούφτα απεσταλμένοι που θα αναλάβουν την εξουσία στο όνομα της εργατικής τάξης, ενώ για τους σοσιαλδημοκράτες είναι η ίδια η εργατική τάξη; Αυτή είναι μια διαφορά που κανείς δεν πρέπει να ξεχνά όταν είναι βετεράνος του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος.

Τρίτον, υπαινίχθηκε ότι ποθώ τα βίαια μέσα. Δεν έχω δώσει κανένα πρόσχημα για μια τέτοια κατηγορία, ούτε στις δηλώσεις μου ούτε στα άρθρα μου για τον Μπερνστάιν στη Leipziger Volkzeitung[7]. Έχω ακριβώς την αντίθετη θέση. Λέω ότι το μόνο βίαιο μέσο που θα μας φέρει τη νίκη είναι η σοσιαλιστική διαφώτιση της εργατικής τάξης μέσα από τον καθημερινό αγώνα.

Δεν θα μπορούσε κανείς να βρει υψηλότερο κομπλιμέντο για τις δηλώσεις μου από το να πει ότι είναι εντελώς αυτονόητες. Είναι σίγουρα αυτονόητες για κάθε σοσιαλδημοκράτη. αλλά δεν είναι αυτονόητες για όλους εδώ στη συνέλευση [επιφωνήματα: «ωωω!»]· για παράδειγμα, όχι για τον σύντροφο Χάινε με την πολιτική του της αποζημίωσης. Πώς σχετίζεται αυτό με την κατάληψη της εξουσίας; Σε τι συνίσταται μια πολιτική αποζημίωσης; Απαιτούμε την ενίσχυση των δικαιωμάτων του λαού, των δημοκρατικών ελευθεριών: το καπιταλιστικό κράτος απαιτεί την ενίσχυση των δικών του δυνάμεων και των κανονιών του. Ακόμη και με δεδομένη την πιο συμφέρουσα περίπτωση, ότι μια τέτοια συμφωνία συνάπτεται τιμητικά και τηρείται και από τις δύο πλευρές: αυτό που παίρνουμε είναι μόνο ένα κομμάτι χαρτί. Ο Μπέρνε έχει ήδη πει: «Δεν θα συμβούλευα κανέναν να βάλει υποθήκη εγγυημένη από ένα γερμανικό σύνταγμα· γιατί όλα τα γερμανικά συντάγματα είναι ισάριθμα έπιπλα». Οι συνταγματικές ελευθερίες, για να έχουν μόνιμη αξία, πρέπει να κερδίζονται με αγώνα και όχι με συμφωνίες. Αλλά αυτό που θα έπαιρνε το καπιταλιστικό κράτος εξασφαλίζοντας μια συμφωνία μαζί μας έχει μια σταθερή, βάναυση πραγματικότητα. Τα κανόνια και οι στρατιώτες που εξουσιοδοτούμε θα μετατοπίσουν την αντικειμενική υλική ισορροπία δυνάμεων εναντίον μας. Δεν ήταν άλλος από τον Λασάλ που είπε: «Το πραγματικό σύνταγμα κάθε χώρας δεν αποτελείται από το γραπτό σύνταγμα, αλλά από την πραγματική ισορροπία δυνάμεων»[8]. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας πολιτικής αποζημίωσης είναι ότι συμφωνούμε σε σχέσεις που φαίνονται ευνοϊκές στο χαρτί, αλλά οι οποίες στην αντικειμενική πραγματικότητα ευνοούν τους αντιπάλους μας· ότι ουσιαστικά αποδυναμώνουμε τη δική μας θέση και ενισχύουμε εκείνη των αντιπάλων μας. Ρωτώ αν μπορεί κάποιος να πει ότι όποιος προτείνει κάτι τέτοιο προσπαθεί σοβαρά να πάρει την πολιτική εξουσία; Νομίζω ότι ο θυμός με τον οποίο ο σύντροφος Φέντριχ[9] τόνισε την προφάνεια αυτής της τάσης απευθυνόταν λανθασμένα σε μένα· βασικά απευθύνεται στον Χάινε. Ήταν μόνο μια έκφραση της έντονης αντίφασης που δημιούργησε ο Χάινε μεταξύ της θέσης του και των προλεταριακών πεποιθήσεων του κόμματός μας, όταν τόλμησε να μιλήσει για πολιτική παραχωρήσεων προς το καπιταλιστικό κράτος.

Μετά, πάρτε τη δήλωση του Κόνραντ Σμιτ, ότι η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής μπορεί να ξεπεραστεί μέσω συνδικαλιστικών αγώνων και τα παρόμοια. Αν κάτι στο πρόγραμμά μας δίνει γένεση στην ανάγκη για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, είναι η πεποίθηση ότι κανένα φαρμακευτικό βότανο δεν μπορεί να αναπτυχθεί στη βρωμιά της καπιταλιστικής κοινωνίας που να μπορεί να βοηθήσει στη θεραπεία της καπιταλιστικής αναρχίας. Η αναρχία –τα φοβερά δεινά της εργατικής τάξης, η ανασφάλεια της ύπαρξης των ανθρώπων, η εκμετάλλευση, η απόσταση μεταξύ πλουσίων και φτωχών– αυξάνεται κάθε μέρα. Μπορεί κανείς να πει ότι κάποιος που θέλει να λύσει αυτά τα προβλήματα με καπιταλιστικά μέσα βλέπει την ανάγκη για κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη; Ακόμα και εδώ, ο θυμός του Φέντριχ και του Φόλμαρ δεν απευθύνεται σε εμένα, αλλά στον Κόνραντ Σμιτ.

Και έπειτα η γνωστή δήλωση [του Μπερνστάιν] στο Neue Zeit: «Ο τελικός στόχος, όποιος και αν είναι, δεν είναι τίποτα για μένα: το κίνημα είναι το παν!» Όποιος το λέει αυτό δεν υποστηρίζει την ανάγκη κατάληψης της πολιτικής εξουσίας. Βλέπετε ότι ορισμένοι σύντροφοι στο κόμμα δεν υποστηρίζουν τον τελικό στόχο του κινήματός μας και ότι είναι απαραίτητο να εκφράσουμε αυτό το γεγονός με σαφήνεια. Αν ποτέ ήταν απαραίτητο, τώρα είναι η ώρα. Τα χτυπήματα της αντίδρασης μας χτυπούν σαν χαλάζι. Αυτή η συζήτηση πρέπει να απαντήσει στην τελευταία ομιλία του Κάιζερ[10]. Όπως ο Ρωμαίος Κάτων, πρέπει να πούμε πιο έντονα και καθαρά: «Επιπλέον, είμαι της άποψης ότι αυτό το κράτος πρέπει να καταστραφεί». Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας παραμένει ο τελικός στόχος και αυτός ο τελικός στόχος παραμένει η ψυχή του αγώνα. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει την παρακμιακή θέση των φιλοσόφων: «Ο τελικός στόχος δεν είναι τίποτα για μένα, το κίνημα είναι το παν». Όχι, αντίθετα, χωρίς να συσχετίσω το κίνημα με τον τελικό στόχο, το κίνημα ως αυτοσκοπός δεν είναι τίποτα για μένα, ο τελικός στόχος είναι το παν για μας» [χειροκροτήματα].


[1] Βόλφγκανγκ Χάινε (1861-1944): Γερμανός δικαστής, δεξιός σοσιαλδημοκράτης πολιτικός, βουλευτής, υπουργός δικαιοσύνης και εσωτερικών της Πρωσίας στα 1919-20.

[2] Οι από καθέδρας σοσιαλιστές ήταν φιλελεύθεροι αστοί καθηγητές στα γερμανικά πανεπιστήμια στα τέλη του 19ου αιώνα, οπαδοί των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Η Εθνική Κοινωνική Ένωση ιδρυμένη από τον Friedrich Naumann το 1896, υποστήριζε τον ιμπεριαλισμό και προσπαθούσε να αποθαρρύνει την εργατική τάξη από τον πολιτικό αγώνα, υποστηρίζοντας δημαγωγικά έναν «χριστιανο-εθνικό σοσιαλισμό».

[3] Κόνραντ Σμιτ (1863-1932): Γερμανός οικονομολόγος και φιλόσοφος, συγγραφέας, αρχικά επηρεάστηκε από τον Ένγκελς, αργότερα εκπρόσωπος του ρεβιζιονισμού.

[4] Έντουαρντ Μπερνστάιν (1850-1932): Γερμανός σοσιαλδημοκράτης, συγγραφέας και εκδότης, μετά το θάνατο του Ένγκελς ο κύριος εκπρόσωπος του ρεβιζιονισμού στο SPD.

[5] Γκέοργκ Φόλμαρ (1850-1922): δεξιός σοσιαλδημοκράτης, δημοσιογράφος και βουλευτής, από τους χειρότερους οπορτουνιστές στο SPD, σοβινιστής στα χρόνια του παγκοσμίου πολέμου.

[6] Οι παλιοί συνδικαλιστές στην Αγγλία ακολουθούσαν, από τη δεκαετία του 1850, μια πολιτική υποταγής του κινήματος στους φιλελεύθερους. Τα νέα συνδικάτα, υπό τους Τομ Μαν, Τζον Μπερνς, κ.ά., προώθησαν την ανεξάρτητη συνδικαλιστική οργάνωση των εργατών, καθοδηγώντας μεγάλες απεργίες, όπως η διάσημη απεργία των λιμενεργατών στα 1889.

[7] Αναφορά στο πρώτο μέρος του Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;, βασικής μπροσούρας της Λούξεμπουργκ, το οποίο εμφανίστηκε στη Leipziger Volkzeitung από τις 21 ως τις 28 Σεπτέμβρη 1898.

[8] Αναφορά στο Ferd. Lassalles Reden und Schriften. Neue Gesammt-Ausgabe, 1. Bd., Berlin 1892, σελ. 497.

[9] Ο Άντον Φέντριχ (1868-1949) ήταν Γερμανός δημοσιολόγος, συγγραφέας και πολιτικός του SPD. Βουλευτής στο Μπάντεν, αργότερα αποσύρθηκε από την πολιτική και αφιερώθηκε στη φιλοσοφία και την τέχνη, πριν γίνει σοβινιστής κατά και μετά τον παγκόσμιο πόλεμο.

[10] Σε ομιλία του στο Oeynhausen στις 6 Σεπτέμβρη 1898, ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο II ανακοίνωσε νέους εξαιρετικούς νόμους κατά της εργατικής τάξης, σύμφωνα με τους οποίους η οργάνωση και η εφαρμογή των απεργιών θα τιμωρούνταν με αυστηρές ποινές.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours