Θέσεις πάνω στα προβλήματα της μαρξιστικής κριτικής

1 min read

του Ανατόλι Λουνατσάρσκι, Δημοσιεύθηκε στα 1928, Μαρξιστική Σκέψη τεύχος 31

Ι

Η λογοτεχνία μας περνάει μέσα από μία από τις καθοριστικές στιγμές της εξέλιξής

της. Μία νέα ζωή κτίζεται στη χώρα μας και η λογοτεχνία μαθαίνει όλο και περισσότερο

να αναστοχάζεται αυτή τη ζωή στις ακόμα ακαθόριστες και ασταθείς της μορφές· εμφα

νώς, επίσης, θα μπορέσει να περάσει σε ένα πρόβλημα ακόμα υψηλότερης τάξης – στην

πολιτική και πιο συγκεκριμένα, στην ηθική επιρροή πάνω στην ίδια τη διαδικασία της

οικοδόμησης.

Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας έχει πολύ μικρότερες αντιθέσεις μεταξύ μεμονω

μένων τάξεων από οποιαδήποτε άλλη, είναι ακόμα, παρόλα αυτά, αδύνατον να τη θε

ωρήσουμε τελείως αταξική. Εκτός του αναπόφευκτου της διαφοράς στις τάσεις μεταξύ

αγροτικής και προλεταριακής λογοτεχνίας, υπάρχουν στοιχεία στην χώρα που έχουν

διατηρήσει τις παλαιές τους στάσεις· στοιχεία τα οποία δεν έχουν ούτε συμφιλιωθεί με

τη δικτατορία του προλεταριάτου, τα οποία είναι ανίκανα να προσαρμοστούν ακόμα και

στις πιο βασικές τάσεις για το κτίσιμο του σοσιαλισμού από το προλεταριάτο.

Η διαμάχη μεταξύ του παλαιού και του νέου συνεχίζεται. Η επιρροή της Ευρώ

πης, του παρελθόντος, των υπολειμμάτων των παλιών κυρίαρχων τάξεων, της παλιάς

αστικής τάξης που σε ένα βαθμό ανθίζει κάτω από τη Νέα Οικονομική Πολιτική – όλα

αυτά καθίστανται αισθητά. Αποκαλύπτονται όχι μόνο στις επικρατούσες διαθέσεις με

μονωμένων ομάδων και ανθρώπων, αλλά επίσης σε συνδυασμούς κάθε είδους. Πρέπει

να θυμόμαστε ότι εκτός των άμεσων και σκόπιμα επιθετικών αστικών τάσεων, υπάρχει

ακόμα ένα άλλο στοιχείο που είναι ίσως πιο επικίνδυνο και που είναι σε κάθε περί

πτωση πιο δύσκολο να κατατροπωθεί – η μικροαστική στάση στην καθημερινή ζωή.

Αυτή έχει διεισδύσει μέσα στην καθημερινή στάση του ίδιου του προλεταριάτου, ακόμα

και πολλών κομμουνιστών. Αυτό εξηγεί γιατί η ταξική πάλη, στη μορφή της πάλης για

να κατασκευαστεί ένας νέος τρόπος ζωής που φέρει το αποτύπωμα των σοσιαλιστικών

προσδοκιών του προλεταριάτου, όχι μόνο δεν υποχωρεί, αλλά, διατηρώντας την προη

γούμενή της δύναμη, αναλαμβάνει ακόμα πιο διακριτικές και εμβριθείς μορφές. Είναι

αυτές οι περιστάσεις που κάνουν τα όπλα της τέχνης –ειδικά τη λογοτεχνία– εξαιρετικά

σημαντικά στον παρόντα χρόνο. Προκαλούν, ωστόσο, και εχθρικές λογοτεχνικές ανα

δύσεις να εμφανίζονται δίπλα στην προλεταριακή και συγγενική της λογοτεχνία, και

με αυτό εννοώ όχι μόνο τα συνειδητά και ειδικά εχθρικά στοιχεία, αλλά επίσης και τα

ασυνείδητα εχθρικά στοιχεία – εχθρικά στην παθητικότητά τους, την απαισιοδοξία τους,

τον ατομικισμό τους, τις προκαταλήψεις τους, τις διαστρεβλώσεις τους, κτλ.

ΙΙ

Με τον σημαντικό ρόλο που έχει να παίξει η λογοτεχνία υπό αυτές τις συνθήκες, η

μαρξιστική κριτική, επίσης, φέρει μία πολύ σημαντική ευθύνη. Μαζί με τη λογοτεχνία,

καλείται τώρα, δίχως αμφιβολία, να λάβει μέρος με ένταση και ενέργεια στη διαδικασία

μορφοποίησης του νέου ανθρώπου και του νέου τρόπου ζωής.

III

Η μαρξιστική κριτική διαφοροποιείται από όλους τους άλλους τύπους λογοτεχνι

κής κριτικής κυρίως από το γεγονός ότι δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνιολογικής φύ

σεως – στο πνεύμα, φυσικά, της επιστημονικής κοινωνιολογίας του Μαρξ και του Λένιν.

Μερικές φορές γίνεται μία διάκριση μεταξύ των καθηκόντων ενός κριτικού λογο

τεχνίας και αυτών ενός ιστορικού της λογοτεχνίας· αυτή η διάκριση δεν βασίζεται τόσο

πολύ σε μία ανάλυση του παρελθόντος και του παρόντος, όσο, για τον ιστορικό της

λογοτεχνίας, βασίζεται σε μία αντικειμενική ανάλυση των προελεύσεων του έργου, της

θέσης του στον κοινωνικό ιστό και της επιρροής του στην κοινωνική ζωή· ενώ για τον

κριτικό της λογοτεχνίας, βασίζεται σε μία αξιολόγηση του έργου από την οπτική γωνία

των καθαρά μορφικών ή κοινωνικών πλεονεκτημάτων και σφαλμάτων του.

Για τον μαρξιστή κριτικό αυτή η διάκριση χάνει σχεδόν όλη της την εγκυρότητα.

Παρά το γεγονός ότι η κριτική με την αυστηρή έννοια του όρου πρέπει από ανάγκη να

είναι μέρος του μαρξιστικού κριτικού έργου, η κοινωνιολογική ανάλυση πρέπει να είναι

ένα ακόμα πιο βασικό θεμελιώδες στοιχείο.

IV

Πώς φέρει ο μαρξιστής κριτικός εις πέρας την κοινωνιολογική του ανάλυση; Ο

μαρξισμός θεωρεί την κοινωνική ζωή ως ένα οργανικό όλον στο οποίο τα διαφορετικά

μέρη εξαρτώνται το ένα από το άλλο· και εδώ ο καθοριστικός ρόλος παίζεται από τις

πιο φυσικές και υλικές οικονομικές σχέσεις, πάνω από όλα, τις μορφές της εργασίας.

Σε μία γενική ανάλυση μίας εποχής, παραδείγματος χάριν, ο μαρξιστής κριτικός πρέπει

να πασχίσει να δώσει μία ολοκληρωμένη εικόνα του συνόλου της κοινωνικής εξέλιξης

εκείνης της εποχής. Όταν ένας μεμονωμένος συγγραφέας ή έργο είναι υπό συζήτηση,

δεν υπάρχει ουσιαστική ανάγκη για ανάλυση των βασικών οικονομικών συνθηκών, για

τί εδώ η πάντα έγκυρη αρχή, η οποία μπορεί να ονομαστεί αρχή του Πλεχάνοφ, τίθε

ται σε ισχύ με ιδιαίτερη δύναμη. Αναφέρει ότι μόνο σε εξαιρετικά ασήμαντο βαθμό

εξαρτώνται τα καλλιτεχνικά έργα άμεσα από τις μορφές παραγωγής σε μια δεδομένη

κοινωνία. Εξαρτώνται από αυτές μέσω τέτοιων ενδιάμεσων συνδέσμων όπως η ταξική

δομή της κοινωνίας και η ψυχολογία των τάξεων που έχει διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα

των ταξικών συμφερόντων. Ένα λογοτεχνικό έργο πάντα αντανακλά, είτε συνειδητά

είτε ασυνείδητα, την ψυχολογία της τάξης την οποία αντιπροσωπεύει ο συγγραφέας, ή

αλλιώς, όπως συχνά συμβαίνει, αντανακλά ένα μείγμα στοιχείων στα οποία αποκαλύ

πτεται η επιρροή διαφορετικών τάξεων στον συγγραφέα, και αυτό πρέπει να υπαχθεί σε

προσεκτική ανάλυση.

V

Σε κάθε έργο τέχνης η σύνδεση με την ψυχολογία αυτής ή της άλλης τάξης ή την

ψυχολογία μεγάλων ομάδων ευρύτερης κοινωνικής φύσης καθορίζεται κυρίως από το

περιεχόμενο. Η λογοτεχνία –η τέχνη της λέξης, η τέχνη που είναι κοντινότερη στη σκέ

ψη– διαφοροποιείται από άλλες μορφές τέχνης από τη μεγαλύτερη σημασία του πε

ριεχομένου εν συγκρίσει με τη μορφή. Είναι ιδιαίτερα εμφανές στη λογοτεχνία ότι το

καλλιτεχνικό περιεχόμενο –η ροή των σκέψεων και συναισθημάτων στη μορφή εικόνων

ή συνδεδεμένη με εικόνες– είναι το καθοριστικό στοιχείο του έργου ως όλου. Το περιε

χόμενο προσπαθεί από μόνο του να φτάσει σε μία συγκεκριμένη μορφή. Μπορούμε να

πούμε πως υπάρχει μόνο μία βέλτιστη μορφή που αντιστοιχεί σε ένα δεδομένο περιεχό

μενο. Ένας συγγραφέας είναι σε θέση, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, να βρει για τις

σκέψεις, τα γεγονότα και τα συναισθήματα που τον απασχολούν, αυτούς τους τρόπους

έκφρασης που τα αποκαλύπτουν με τη μεγαλύτερη καθαρότητα και που κάνουν την πιο

ισχυρή εντύπωση στους αναγνώστες για τους οποίους προορίζεται το έργο.

Ως εκ τούτου, ο μαρξιστής κριτικός παίρνει πρώτα από όλα ως αντικείμενο της ανά

λυσής του το περιεχόμενο του έργου, την κοινωνική ουσία την οποία αυτό ενσωματώνει.

Καθορίζει τη σύνδεσή του με αυτήν ή εκείνη την κοινωνική ομάδα και την επίδραση την

οποία μπορεί να έχει ο αντίκτυπος του έργου στην κοινωνική ζωή· και μετά στρέφεται

στη μορφή, πρωταρχικά από την άποψη της εξήγησης του τρόπου με τον οποίο η μορφή

εκπληρώνει τους σκοπούς της, δηλαδή, εξυπηρετεί στο να καταστήσει το έργο όσο το

δυνατόν πιο εκφραστικό και πειστικό.

VI

Είναι αδύνατον, παρόλα αυτά, να αγνοηθεί το εξειδικευμένο καθήκον της ανάλυ

σης των λογοτεχνικών μορφών, και ο μαρξιστής κριτικός δεν πρέπει να εθελοτυφλεί στο

σημείο αυτό. Η μορφή ενός δεδομένου έργου είναι στην πραγματικότητα καθορισμένη

όχι μόνο από το περιεχόμενο αλλά κι από άλλα στοιχεία. Η ψυχολογική διαδικασία σκέ

ψης και οι συζητήσεις, αυτό δηλαδή που μπορεί να αποκαλέσει κανείς το «στιλ» ζωής

μίας δεδομένης τάξης (ή ομάδων τάξεων που έχουν επηρεάσει το έργο), το γενικότερο

επίπεδο της υλικής κουλτούρας μίας δεδομένης κοινωνίας, η επιρροή των γειτόνων της,

η αδράνεια του παρελθόντος ή η προσπάθεια για ανανέωση, που εκδηλώνεται σε όλες

τις πλευρές της ζωής – όλα αυτά μπορούν να επηρεάσουν τη μορφή, μπορούν να λει

τουργήσουν ως δευτερεύοντες παράγοντες καθορίζοντάς την. Συχνά η μορφή συνδέε-

ται όχι μόνο με ένα μεμονωμένο έργο αλλά με μία ολόκληρη «σχολή», μία ολόκληρη

εποχή. Μπορεί να είναι ακόμα μία δύναμη που βλάπτει ή έρχεται σε αντίθεση με το

περιεχόμενο. Μερικές φορές μπορεί να διαζευχθεί από το περιεχόμενο και να αποκτήσει

μία απομονωμένη, αόριστη φύση. Αυτό συμβαίνει όταν λογοτεχνικά έργα εκφράζουν 

τις τάσεις των τάξεων που είναι κενές περιεχομένου, που φοβούνται την αληθινή ζωή

και που προσπαθούν να κρυφτούν με την πομπώδη, ή αντίθετα, επιπόλαιη και ασόβαρή

τους φύση. Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει να είναι αναγκαστικά μέρος της ανάλυσης του

μαρξιστή. Όπως μπορεί να δει ο αναγνώστης, αυτά τα μορφολογικά στοιχεία, που έρχο

νται σε αντίθεση με την άμεση φόρμουλα –σε κάθε αριστούργημα η μορφή καθορίζεται

καθολικά από το περιεχόμενο, και κάθε λογοτεχνικό έργο φιλοδοξεί να γίνει ένα αρι

στούργημα– δεν είναι με κανένα τρόπο διαζευγμένα από την κοινωνική ζωή. Κι αυτά,

με τη σειρά τους, πρέπει να ερμηνευτούν κοινωνικά.

VII

Ως τώρα έχουμε περιορίσει την προσοχή μας κυρίως στη σφαίρα της μαρξιστικής

κριτικής ως λειτουργίας της λόγιας ενασχόλησης με τη λογοτεχνία. Ο μαρξιστής κριτι

κός εμφανίζεται εδώ ως ένας επιστήμονας κοινωνιολόγος, που εφαρμόζει συγκεκριμένα

τις μεθόδους της μαρξιστικής ανάλυσης σε ένα ειδικό πεδίο – τη λογοτεχνία. Ο ιδρυτής

της μαρξιστικής κριτικής, ο Πλεχάνοφ, τόνισε σημαντικά ότι αυτός είναι ο πραγματικός

ρόλος που καλείται να παίξει ο μαρξιστής. Θεωρούσε ότι ο μαρξιστής διαφοροποιείται

από τον «διαφωτιστή» που αποδίδει στη λογοτεχνία συγκεκριμένους σκοπούς και συ

γκεκριμένες απαιτήσεις· ενώ ο «διαφωτιστής» την κρίνει από την σκοπιά συγκεκριμέ

νων ιδανικών, ο μαρξιστής διαφωτίζει τις φυσικές αιτίες της εμφάνισης αυτού ή εκείνου

του έργου.

Με το να αντιτάξει την αντικειμενική και επιστημονική μαρξιστική μέθοδο κριτι

κής στον παλιό υποκειμενισμό, στην ιδιότροπη προσέγγιση του εστέτ και του γκουρμέ,

ο Πλεχάνοφ ήταν, φυσικά, όχι μόνο σωστός, αλλά έκανε και πολλά για να βρει τα αλη

θινά μονοπάτια που θα έπρεπε να ακολουθήσει η μελλοντική μαρξιστική κριτική.

Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να θεωρηθεί, παρόλα αυτά, ότι είναι χαρακτηριστικό

του προλεταριάτου μόνο να καθορίσει και να αναλύσει εξωτερικά δεδομένα. Ο μαρ

ξισμός δεν είναι απλώς ένα κοινωνιολογικό δόγμα, αλλά ένα ενεργό πρόγραμμα οικο

δόμησης. Αυτή η οικοδόμηση είναι αδιανόητη χωρίς την αντικειμενική αξιολόγηση

των γεγονότων. Αν ο μαρξιστής δεν μπορεί να διαισθανθεί αντικειμενικά τους δεσμούς

μεταξύ των φαινομένων που τον πλαισιώνουν, τότε είναι τελειωμένος ως μαρξιστής.

Αλλά από έναν γνήσιο, ολόπλευρο μαρξιστή απαιτούμε ακόμα περισσότερα – μία συ

γκεκριμένη επιρροή στο περιβάλλον του. Ο μαρξιστής κριτικός δεν είναι κάποιου εί

δους λογοτεχνικός αστρονόμος που εξηγεί τους αναπόφευκτους νόμους της κίνησης

των λογοτεχνικών σωμάτων, από τα μεγάλα έως τα πολύ μικρά. Είναι κάτι περισσότερο

από αυτό: είναι αγωνιστής και είναι οικοδόμος. Υπό αυτή την έννοια, ο παράγοντας

της αξιολόγησης πρέπει να θεωρηθεί εξαιρετικά σημαντικός στη σύγχρονη μαρξιστική

κριτική.

VIII

Ποια πρέπει να είναι να κριτήρια πάνω στα οποία θα έπρεπε να βασιστεί η αξιολό

γηση ενός λογοτεχνικού έργου; Ας προσεγγίσουμε πρώτα από όλα αυτό το ερώτημα από

την οπτική γωνία του περιεχομένου. Εδώ, γενικά μιλώντας, όλα είναι ξεκάθαρα. Εδώ

το βασικό κριτήριο είναι το ίδιο με αυτό της αναδυόμενης προλεταριακής ηθικής: όλα

όσα βοηθούν την ανάπτυξη και τη νίκη του προλεταριάτου είναι καλά· όσα το βλάπτουν

είναι κακά.

Ο μαρξιστής κριτικός πρέπει να ψάξει να βρει μία θεμελιώδη κοινωνική τάση σε

ένα δεδομένο έργο· πρέπει να βρει πού κατευθύνεται, αν αυτή η διαδικασία είναι αυθαί

ρετη ή όχι. Και πρέπει να βασίσει την αξιολόγησή του σε αυτή τη θεμελιώδη, κοινωνική

και δυναμική ιδέα.

Ακόμα και στο πεδίο της αξιολόγησης του κοινωνικού περιεχομένου ενός έργου,

παρόλα αυτά, τίποτα δεν είναι τόσο απλό. Ο μαρξιστής κριτικός πρέπει να είναι πολύ

επιδέξιος και εξαιρετικά ευαίσθητος. Με αυτό εννοείται όχι μόνο συγκεκριμένα μαρξι

στική εκπαίδευση αλλά και συγκεκριμένο ταλέντο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να υπάρ

ξει κριτική. Στην περίπτωση ενός πραγματικά εξαιρετικού λογοτεχνικού έργου, υπάρ

χουν πάρα πολλές πτυχές να σταθμιστούν, και είναι πολύ δύσκολο σε αυτή την περίπτω

ση να χρησιμοποιήσουμε οποιοδήποτε είδος θερμομέτρου ή κλίμακας. Αυτό που είναι

αναγκαίο εδώ είναι αυτό που αποκαλούμε κοινωνική ευαισθησία, διαφορετικά τα λάθη

είναι αναπόφευκτα. Ο μαρξιστής κριτικός δεν πρέπει να εκτιμά μόνο έργα που είναι

αφιερωμένα στα προβλήματα της επικαιρότητας. Χωρίς να αρνείται την ειδική σημασία

των επίκαιρων προβλημάτων είναι απολύτως αδύνατον να αγνοήσει την απίστευτη ση

μασία των θεμάτων που φαίνονται σε πρώτη ματιά πολύ γενικά και μακρινά αλλά που,

πράγματι, σε πιο κοντινή ματιά ασκούν επιρροή στην κοινωνική ζωή.

Εδώ έχουμε το ίδιο φαινόμενο με την επιστήμη. Το να απαιτήσουμε η επιστήμη να

αφιερωθεί αποκλειστικά σε πρακτικά καθήκοντα είναι ένα σοβαρό λάθος. Είναι γνωστό

το γεγονός ότι τα πιο αφηρημένα των επιστημονικών προβλημάτων μπορούν, όταν λυ

θούν, κάποιες φορές να αποδειχθούν τα πιο καρποφόρα.

Και όμως, ακριβώς όταν ένας συγγραφέας ή ένας ποιητής στρέφεται προς τη λύση

των γενικών καθηκόντων, πασχίζοντας προς –εάν είναι προλετάριος συγγραφέας– μια

προλεταριακή επανεκτίμηση των θεμελιωδών θεμάτων του πολιτισμού, είναι που ένας

κριτικός μπορεί εύκολα να μπερδευτεί. Πρώτον, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχουμε ακό

μη αληθινά κριτήρια· δεύτερον, οι υποθέσεις μπορεί να έχουν αξία εδώ –οι πιο τολμη

ρές υποθέσεις– γιατί δεν ενδιαφερόμαστε για μια οριστική λύση στα προβλήματα αλλά

ενδιαφερόμαστε να θέσουμε τα προβλήματα και να τα αναλύσουμε. Σε κάποιο βαθμό,

ωστόσο, όλα αυτά αναφέρονται επίσης σε λογοτεχνικά έργα καθαρά τοπικού ενδιαφέρο

ντος. Ο συγγραφέας που παρουσιάζει στα έργα του σημεία του προγράμματός μας που

έχουν ήδη αναπτυχθεί πλήρως είναι κακός καλλιτέχνης. Ένας συγγραφέας είναι πολύ

τιμος όταν καλλιεργεί παρθένο έδαφος, όταν διαισθητικά ανοίγεται σε μια σφαίρα που

δύσκολα θα διεισδύσουν η λογική και οι στατιστικές. Το να κρίνουμε αν ο συγγραφέας

έχει δίκιο, αν έχει συνδυάσει σωστά την αλήθεια και τις βασικές φιλοδοξίες του κομ

μουνισμού, δεν είναι καθόλου εύκολο· εδώ, ίσως, η σωστή κρίση μπορεί να δουλευτεί

μόνο μέσω της σύγκρουσης απόψεων μεταξύ κριτικών και αναγνωστών. Όλα αυτά δεν

κάνουν το έργο του κριτικού λιγότερο σημαντικό ή απαραίτητο.

Ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας στην αξιολόγηση του κοινωνικού πε

ριεχομένου των λογοτεχνικών έργων είναι μια δεύτερη κρίση για ένα έργο, το οποίο,

σε πρώτη ανάλυση, φαινόταν να ανήκει σε μια σειρά φαινομένων ξένων και, μερικές

φορές, εχθρικών για εμάς. Είναι πράγματι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τη στάση

των αντιπάλων μας, να κάνουμε χρήση αυτοπτών μαρτυριών που προέρχονται από ένα

υπόβαθρο διαφορετικό από το δικό μας. Μπορούν συχνά να μας οδηγήσουν σε βαθιά

συμπεράσματα και, σε κάθε περίπτωση, να εμπλουτίσουν σε μεγάλο βαθμό το θησαυρό

της γνώσης μας πάνω στα φαινόμενα της ζωής. Ο μαρξιστής κριτικός, που δηλώνει ότι

αυτός ή εκείνος ο συγγραφέας ή έργο είναι, παραδείγματος χάριν, ένα καθαρά μικροα

στικό φαινόμενο, δεν πρέπει ποτέ να απορρίπτει αυτό το έργο ή τον συγγραφέα με μια

απλή χειρονομία. Πολλά οφέλη μπορούν συχνά να εξαχθούν από αυτό. Για αυτόν τον

λόγο, μια δεύτερη αξιολόγηση από την άποψη όχι της προέλευσης και της τάσης ενός

δεδομένου έργου, αλλά της πιθανής χρήσης του στην εποικοδομητική μας προσπάθεια,

είναι το άμεσο καθήκον ενός μαρξιστή κριτικού.

Θα ήθελα να το μετριάσω αυτό. Ξένα και επιθετικά φαινόμενα στη σφαίρα της λο

γοτεχνίας, ακόμα και αν είναι κάπως ωφέλιμα με την προαναφερθείσα έννοια, μπορούν

να είναι εξαιρετικά επιβλαβή και δηλητηριώδη και να είναι επικίνδυνες εκδηλώσεις της

αντεπαναστατικής προπαγάνδας. Είναι αυτονόητο ότι αυτός είναι ο λόγος για την εμφά

νιση όχι της μαρξιστικής κριτικής αλλά της μαρξιστικής λογοκρισίας.

IX

Το καθήκον του μαρξιστή κριτικού γίνεται, ίσως, ακόμα πιο περίπλοκο, όταν στρέ

φεται από την αξιολόγηση του περιεχομένου στην αξιολόγηση της μορφής.

Αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό καθήκον, και ο Πλεχάνοφ έδωσε έμφαση στη

σημασία του. Ποιο, λοιπόν, είναι το γενικό κριτήριο για την αξιολόγηση εδώ; Η μορφή

πρέπει να αντιστοιχεί στο περιεχόμενο με τη μεγαλύτερη δυνατή εγγύτητα, δίνοντάς

του τη μέγιστη εκφραστικότητα και διασφαλίζοντας τον ισχυρότερο δυνατό αντίκτυπο

στους αναγνώστες, για τους οποίους προορίζεται το έργο.

Πάνω από όλα, το πιο σημαντικό μορφικό κριτήριο, το οποίο επίσης υποστήριζε

ο Πλεχάνοφ, πρέπει να αναφερθεί εδώ: δηλαδή, το ότι η λογοτεχνία είναι η τέχνη των

εικόνων και κάθε εισβολή γυμνών εικόνων ή προπαγάνδας είναι πάντα επιζήμια στο

δεδομένο έργο. Είναι αυτονόητο ότι αυτό το κριτήριο του Πλεχάνοφ δεν είναι απόλυτο.

Υπάρχουν εξαίρετα έργα των, παραδείγματος χάριν, Σαλτικόφ-Στσεντρίν, Ουσπένσκι

και Φουρμάνοφ, που αστοχούν όσον αφορά αυτό το κριτήριο, και αυτό σημαίνει ότι

τα υβριδικά λογοτεχνικά έργα που συνδυάζουν τα καλά γράμματα με τη δημοσιογρα

φική σκέψη μπορούν να υπάρξουν αυτόνομα. Σε γενικές γραμμές, πρέπει κανείς να τα

αποφεύγει ωστόσο. Φυσικά, η δημοσιογραφική λογοτεχνία που είναι λαμπρή σε μορφή

είναι ένας εξαιρετικός τύπος προπαγάνδας και λογοτεχνία με την ευρύτερη έννοια της

λέξης, αλλά αντιθέτως, τα καλλιτεχνικά καλά γράμματα φορτωμένα με καθαρά δημοσι

ογραφικά στοιχεία θα αφήσουν τον αναγνώστη ψυχρό, ανεξαρτήτως του πόσο λαμπρό

είναι το επιχείρημα. Υπό αυτή την έννοια, ο κριτικός έχει κάθε δικαίωμα να μιλήσει

για την ανεπάρκεια της λογοτεχνικής πέψης του περιεχομένου από τον συγγραφέα αν

αυτό το περιεχόμενο, αντί να ρέει ελεύθερα στο έργο τέχνης σε εικόνες λαμπρού χυτού

μετάλλου, προεξέχει από αυτή την ροή σε μεγάλα, κρύα κομμάτια.

Το δεύτερο συγκεκριμένο κριτήριο, που προκύπτει από το γενικότερο προηγούμε

νο που αναφέρθηκε πριν, αφορά την πρωτοτυπία της μορφής. Σε τι πρέπει να έγκειται

αυτή η πρωτοτυπία; Ακριβώς σε αυτό: το μορφικό σώμα ενός δεδομένου έργου οφείλει

να συγχωνευτεί σε ένα αδιαίρετο όλον με την ιδέα του, με το περιεχόμενό του. Ένα

αυθεντικό έργο τέχνης πρέπει, βέβαια, να είναι καινούργιο σε περιεχόμενο. Αν το πε

ριεχόμενο δεν είναι καινούργιο, το έργο έχει μικρή αξία. Αυτό είναι προφανές. Ένας

καλλιτέχνης πρέπει να εκφράζει κάτι που δεν έχει εκφραστεί πριν. Η αναπαραγωγή δεν

είναι τέχνη (κάποιοι ζωγράφοι βρίσκουν δύσκολο να το καταλάβουν αυτό) αλλά μονάχα

τεχνική, αν και συχνά πολύ εκλεπτυσμένη. Από αυτή την οπτική γωνία, το καινούργιο

περιεχόμενο σε κάθε έργο απαιτεί καινούργια μορφή.

Με τι μπορούμε να αντιπαραβάλουμε αυτή την αυθεντική πρωτοτυπία της μορφής;

Κατ’ αρχάς, υπάρχει η στερεοτυπική μορφή που εμποδίζει το να ενσωματωθεί πραγμα

τικά μία καινούργια ιδέα στο έργο. Ένας συγγραφέας μπορεί να μαγευτεί από προηγού

μενα χρησιμοποιημένες μορφές, και, αν και το περιεχόμενό του είναι καινούργιο, έχει

διαχυθεί σε παλιά φλασκιά. Ελλείψεις αυτού του τύπου δεν μπορούν παρά να γίνουν

αντιληπτές. Κατά δεύτερον, η μορφή μπορεί να είναι απλώς αδύναμη, δηλαδή, με μία

καινούργια ενδιαφέρουσα πρόθεση, ο συγγραφέας μπορεί να μην κατέχει το λεξιλόγιο,

την κατασκευή της φράσης, ολόκληρης της ιστορίας, του κεφαλαίου, του μυθιστορή

ματος, του θεατρικού έργου, κτλ.· και με την έννοια του ρυθμού και άλλων μορφών

ποίησης. Όλα αυτά πρέπει να αναδειχθούν από τον μαρξιστή κριτικό. Ένας αυθεντικός

μαρξιστής κριτικός –ένας ολοκληρωμένος τύπος, ας πούμε, ενός τέτοιου κριτικού– πρέ

πει να είναι δάσκαλος, ειδικά του νεαρού συγγραφέα ή του αρχάριου.

Τελικά, η τρίτη σημαντική αμαρτία ενάντια στον προαναφερθέντα συγκεκριμένο

κανόνα για την πρωτοτυπία της μορφής, είναι η «υπερ-πρωτοτυπία» της μορφής, όπου

η κενότητα του περιεχομένου καλύπτεται από μορφικές εφευρέσεις και διακοσμητικά

στοιχεία. Συγγραφείς που έχουν προσβληθεί από τους φορμαλιστές, αυτούς τους τυ

πικούς αντιπροσώπους της αστικής κατάπτωσης, είναι γνωστό ότι προσπαθούν να δι

ακοσμούν και να διανθίζουν το ειλικρινές και σοβαρό περιεχόμενό τους με διάφορα

τεχνάσματα, καταστρέφοντας έτσι τη δουλειά τους.

Πρέπει επίσης κανείς να προσεγγίσει το τρίτο κριτήριο της μορφικής φύσης –την

καθολικότητα του έργου– με προσοχή. Ο Τολστόι μίλησε σοβαρά για αυτό. Εμείς που

ενδιαφερόμαστε υπερβολικά για τη δημιουργία μιας λογοτεχνίας που θα απευθύνεται

στις μάζες, και θα τις επικαλείται ως βασικές δημιουργούς της ζωής, ενδιαφερόμαστε

για αυτή την καθολικότητα. Όλες οι μορφές επιφυλακτικότητας, απομόνωσης, όλες οι

μορφές που προορίζονται για έναν στενό κύκλο ειδικευμένων εστέτ, κάθε καλλιτεχνική

σύμβαση και εκλέπτυνση πρέπει να απορριφθεί από τη μαρξιστική κριτική. Η μαρξιστι

κή κριτική όχι μόνο μπορεί, αλλά πρέπει και να υποδείξει τα εσωτερικά πλεονεκτήματα

τέτοιων έργων στο παρελθόν και στο παρόν, καταδικάζοντας ταυτόχρονα την οπτική

του καλλιτέχνη που προσπαθεί να αποκόψει τον εαυτό του από την πραγματικότητα με

τέτοιες μορφικές μεθόδους.

Αλλά, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το κριτήριο της καθολικότητας πρέπει να

αντιμετωπιστεί με μεγάλη φροντίδα. Στον Τύπο μας, στην προπαγανδιστική μας παρα

γωγή πάμε από τα πολύ περίπλοκα βιβλία, περιοδικά και δοκίμια, τα οποία απαιτούν ση

μαντική ευφυΐα από τον αναγνώστη, στο πιο στοιχειώδες δημοφιλές επίπεδο· παρομοί

ως, δεν μπορούμε να ρίξουμε όλη μας τη λογοτεχνία στο επίπεδο των ακόμα αμόρφωτων

μαζών χωρικών ή ακόμα και των εργατών. Αυτό θα ήταν ένα πολύ σημαντικό λάθος.

Λαμπρός είναι ο συγγραφέας που μπορεί να εκφράσει μία περίπλοκη και άξια

κοινωνική ιδέα με τέτοια δυνατή καλλιτεχνική απλότητα που να αγγίξει την καρδιά

εκατομμυρίων. Λαμπρός είναι επίσης ο συγγραφέας που μπορεί να αγγίξει τις καρδιές

αυτών των εκατομμυρίων με ένα συγκριτικά απλό, στοιχειώδες περιεχόμενο· και ο μαρ

ξιστής κριτικός πρέπει να εκτιμά υψηλά έναν τέτοιο συγγραφέα. Η ειδική προσοχή του

μαρξιστή κριτικού και η σοφή του βοήθεια χρειάζονται εδώ. Αλλά φυσικά δεν πρέπει

να αρνείται κανείς την αξία των έργων που δεν είναι αρκετά αντιληπτά σε κάθε εγ

γράμματο άτομο, που απευθύνονται στα υψηλότερα στρώματα του προλεταριάτου, στα

εκλεπτυσμένα μέλη του Κόμματος, στον αναγνώστη που έχει κατακτήσει ένα σημαντι

κό πολιτισμικό επίπεδο. Η ζωή παρουσιάζει πολλά φλέγοντα προβλήματα σε αυτό το

μέρος του πληθυσμού που παίζει έναν ιδιαιτέρως σημαντικό ρόλο στην κατασκευή του

σοσιαλισμού· και φυσικά αυτά τα προβλήματα δεν πρέπει να αφήνονται δίχως μία καλ

λιτεχνική απάντηση απλώς επειδή δεν έχουν αντιμετωπίσει ακόμα τις ευρύτερες μάζες

ή επειδή δεν μπορούν ακόμα να δουλευτούν σε καθολική μορφή. Πρέπει, παρόλα αυτά,

να σημειωθεί ότι έχουμε πάει πολύ μακριά στην αντίθετη κατεύθυνση, οι συγγραφείς

μας επικεντρώνουν την προσοχή τους σε ένα πιο εύκολο έργο – γράφοντας για έναν

μικρό κύκλο αναγνωστών κάθε φορά, όταν, επαναλαμβάνω, η λογοτεχνία για το καλό

των εργατών και των χωρικών, με τον όρο ότι είναι ταλαντούχα και επιτυχής λογοτεχνία,

πρέπει να εκτιμηθεί ιδιαίτερα.

Χ

Όπως έχει ήδη ειπωθεί, ο μαρξιστής κριτικός είναι επίσης σε σημαντικό βαθμό και

δάσκαλος. Είναι μάταιο να κάνει κανείς κριτική εκτός αν η κριτική παράγει κάποιο καλό,

κάποιου είδους πρόοδο. Και τι πρέπει να είναι αυτή η πρόοδος; Πρώτον, ο μαρξιστής

κριτικός πρέπει να είναι δάσκαλος σε σχέση με τον συγγραφέα. Είναι αρκετά πιθανό

ότι θυμωμένες φωνές θα εγερθούν όσον αφορά αυτό, λέγοντας ότι κανείς δεν έδωσε το

δικαίωμα στον κριτικό να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο του συγγραφέα, και τα λοιπά.

Όταν το ερώτημα έχει τεθεί σωστά, τέτοιες αντιρρήσεις καθίστανται εντελώς άκυρες.

Πρώτον, δεδομένου ότι ο μαρξιστής κριτικός πρέπει να είναι δάσκαλος του συγγραφέα,

συνεπάγεται ότι πρέπει να είναι ένας εξαιρετικά αποφασιστικός μαρξιστής, ένας  μορ

φωμένος άνθρωπος με άψογο γούστο. Θα ειπωθεί ότι δεν έχουμε τέτοιου είδους κριτι

κούς ή έχουμε μόνο λίγους. Στην πρώτη περίπτωση οι αντίπαλοί μας θα κάνουν λάθος·

στην δεύτερη θα είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Αλλά υπάρχει μόνο ένα συμπέρασμα

που πρέπει να εξαχθεί από αυτό: είναι απαραίτητο να μάθουμε. Δεν θα υπάρξει έλλειψη

καλής θέλησης και ταλέντου στη μεγάλη μας χώρα, αλλά πρέπει ακόμα να μάθουμε πολ

λά. Δεύτερον, φυσικά, ο κριτικός όχι μόνο διδάσκει τον συγγραφέα χωρίς να θεωρεί τον

εαυτό του ανώτερο, αλλά μαθαίνει επίσης πολλά από τον συγγραφέα. Ο καλύτερος κρι

τικός είναι αυτός που μπορεί να κοιτάξει τον συγγραφέα με θαυμασμό και ενθουσιασμό,

και ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, έχει καλή διάθεση προς αυτόν. Ο μαρξιστής κριτικός

μπορεί και πρέπει να είναι δάσκαλος του συγγραφέα με δύο τρόπους: πρώτον, πρέπει

να επισημάνει στους νέους συγγραφείς –και γενικά σε συγγραφείς που είναι σε θέση να

κάνουν μεγάλο αριθμό μορφικών λαθών– τα σφάλματα στο έργο τους. Κάποτε υπήρχε

η ευρεία αντίληψη ότι δεν χρειαζόμαστε κανέναν Μπελίνσκι, γιατί οι συγγραφείς μας

δεν χρειάζονται πλέον καθοδήγηση. Αυτό μπορεί να ίσχυε πριν από την επανάσταση,

αλλά καταντά απλά γελοίο μετά την επανάσταση, όταν οι μάζες γεννούν εκατοντάδες

και χιλιάδες νέους συγγραφείς. Μια σταθερή, καθοδηγητική κριτική, οι Μπελίνσκι κάθε

διαμετρήματος, συμπεριλαμβανομένου του συνειδητού τεχνίτη με καλή γνώση της λο

γοτεχνικής του τέχνης – όλα αυτά είναι απολύτως απαραίτητα.

Ο μαρξιστής κριτικός πρέπει, από την άλλη πλευρά, να είναι δάσκαλος του συγγρα

φέα με την κοινωνική έννοια. Όχι μόνο είναι ο μη-προλεταριακός συγγραφέας συχνά

απλώς ένα παιδί στις κοινωνικές του συμπεριφορές, διαπράττοντας τα πιο χοντροκομ

μένα λάθη ως αποτέλεσμα των πρωτόγονων ιδεών του σχετικά με τους νόμους της κοι

νωνικής ζωής και της αποτυχίας του να κατανοήσει τις βασικές αρχές της εποχής κ.λπ.,

αλλά αυτό συμβαίνει επίσης πολύ συχνά με έναν μαρξιστή, προλεταριακό συγγραφέα.

Αυτό λέγεται όχι ως προσβολή για τον συγγραφέα, αλλά εν μέρει σχεδόν ως έπαινός

του. Οι συγγραφείς είναι ευαίσθητα όντα, άμεσα δεκτικά σε όλες τις επιρροές της πραγ

ματικότητας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι συγγραφείς δεν διαθέτουν ούτε ιδιαίτε

ρο ταλέντο ούτε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αφηρημένη και επιστημονική σκέψη: για

αυτόν τον λόγο, φυσικά, μερικές φορές αρνούνται ανυπόμονα οποιαδήποτε προσφορά

βοήθειας από τον δημοσιολόγο-κριτικό. Αλλά αυτό μπορεί συχνά να εξηγηθεί με τον

τυποκρατικό τρόπο με τον οποίο προσφέρεται τέτοια βοήθεια. Όμως, στην πραγματικό

τητα, είναι ακριβώς ως αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ σημαντικών συγγραφέων

και προικισμένων λογοτεχνικών κριτικών, που η αληθινά μεγάλη λογοτεχνία προέκυπτε

πάντα και θα συνεχίσει να προκύπτει.

ΧΙ

Στην προσπάθεια να διδάξει τον συγγραφέα με χρήσιμο τρόπο, ο μαρξιστής κρι

τικός πρέπει επίσης να διδάξει τον αναγνώστη. Ναι, ο αναγνώστης πρέπει να μάθει να

διαβάζει. Ο κριτικός ως σχολιαστής, ως το άτομο που προειδοποιεί για δηλητήριο σε

αυτό που μπορεί να έχει γλυκιά γεύση, ως το άτομο που σπάει ένα σκληρό κέλυφος

για να αποκαλύψει το μαργαριτάρι που είναι μέσα, ως το άτομο που ανακαλύπτει τον

θησαυρό που είναι θαμμένος στις σκιές, ως το άτομο που βάζει τελείες σε όλα τα i, που

κάνει τη γενίκευση με βάση το καλλιτεχνικό υλικό – αυτός είναι ο οδηγός που είναι

απαραίτητος τώρα, σε μια εποχή που έχουν εμφανιστεί τόσοι πολλοί πολύτιμοι αλλά  

έως τώρα άπειροι αναγνώστες. Αυτή είναι η σχέση του με το παρελθόν της ρωσικής και

της παγκόσμιας λογοτεχνίας, και έτσι πρέπει να σχετίζεται με τη σύγχρονη λογοτεχνία.

Εμείς τονίζουμε για άλλη μια φορά, επομένως, τις ασυνήθιστες απαιτήσεις που θέτει η

εποχή στον μαρξιστή κριτικό. Δεν έχουμε καμία επιθυμία να εκφοβίσουμε κανέναν με

τις θέσεις μας. Ο μαρξιστής κριτικός μπορεί να ξεκινήσει μετριοπαθώς, μπορεί ακόμη

και να ξεκινήσει κάνοντας λάθη, αλλά πρέπει να θυμάται ότι θα πρέπει να ανέβει μια

μακριά, απότομη σκάλα πριν φτάσει στο πρώτο πλατύσκαλο, και ακόμη και τότε πρέπει

να κοιτάξει τον εαυτό του μόνο ως μαθητευόμενο. Είναι αδύνατο, ωστόσο, να μην βα

σιστούμε στο γιγαντιαίο ανερχόμενο κύμα της ευρείας κουλτούρας μας, στην πηγή της

ταλαντούχας λογοτεχνίας που ξεπροβάλλει παντού. Είναι αδύνατο να μην πιστέψουμε

ότι η παρούσα –όχι εντελώς ικανοποιητική– κατάσταση της μαρξιστικής κριτικής θα

βελτιωθεί πολύ σύντομα.

ΧΙΙ

Θα ήθελα, ως επακόλουθο, να θίξω δύο ακόμη ζητήματα. Πρώτον, οι μαρξιστές

κριτικοί συχνά κατηγορούνται για αυτό που σχεδόν ισοδυναμεί με κατασκόπευση. Είναι

πράγματι πολύ επικίνδυνο τώρα να πούμε για έναν συγγραφέα ότι φέρει «ασυνείδητες»

ή ακόμη και «ημι-συνειδητές», αντεπαναστατικές ιδέες. Και σε αυτές τις περιπτώσεις

όταν ένας συγγραφέας θεωρείται ξένο στοιχείο, προς τα δεξιά, ή όταν ένας από τους

συγγραφείς μας κατηγορείται για κάποια ή άλλη απόκλιση, τότε η όλη υπόθεση φαί

νεται κάπως ύποπτη. Είναι αλήθεια, οι άνθρωποι ρωτούν, δουλειά του κριτικού να πει

εάν αυτός ή ο άλλος συγγραφέας είναι πολιτικά ύποπτος, είναι πολιτικά σαθρός ή έχει

πολιτικές αποτυχίες; Πρέπει να απορρίψουμε σθεναρά τέτοιες διαμαρτυρίες. Ο κριτικός

που χρησιμοποιεί μια τέτοια μέθοδο για να διευθετήσει τους προσωπικούς του λογα

ριασμούς ή σκόπιμα να συκοφαντήσει κάποιον, είναι κακός και τέτοιοι κακοί, αργά ή

γρήγορα, πάντα έρχονται στο φως. Είναι ένας απρόσεκτος και ρηχός κριτικός που, χωρίς

να σκεφτεί ή να σταθμίσει το ζήτημα, εκτοξεύει τέτοιες κατηγορίες. Αλλά ο άνθρωπος

που διαστρεβλώνει την ίδια την ουσία της μαρξιστικής κριτικής επειδή φοβάται να δη

λώσει δυνατά τα αποτελέσματα της αντικειμενικής κοινωνικής ανάλυσής του, πρέπει να

χαρακτηριστεί ως απρόσεκτος και πολιτικά παθητικός.

Όχι ότι ο μαρξιστής κριτικός πρέπει να φωνάζει: «Να είστε προσεκτικοί!» Αυτό δεν

είναι έκκληση για κυβερνητικούς φορείς· είναι μια αντικειμενική εκτίμηση της αξίας

για την οικοδόμησή μας κάποιου ή άλλου έργου. Εναπόκειται στον ίδιο τον συγγραφέα

να βγάλει συμπεράσματα, να διορθώσει τη γραμμή του. Βρισκόμαστε στη σφαίρα ενός

αγώνα ιδεών. Κανένας συνειδητός και ειλικρινής κομμουνιστής δεν μπορεί να αρνηθεί

τη φύση του αγώνα στο ερώτημα της σημερινής λογοτεχνίας και της αξιολόγησής της.

ΧΙΙΙ

Και τέλος, αυτό το ερώτημα: Θα επιτραπεί η αιχμηρή και πικρόχολη πολεμική;

Γενικά μιλώντας, η αιχμηρή πολεμική είναι χρήσιμη στο ότι κρατά το ενδιαφέρον

του αναγνώστη. Πολεμικά άρθρα, ειδικά όταν και οι δύο πλευρές είναι λάθος, τα υπό-

λοιπα όντας ίσα, έχουν μεγαλύτερη επιρροή στο κοινό και είναι πιο εύκολα κατανοητά.

Επιπλέον, το πολεμικό πνεύμα του μαρξιστή κριτικού ως επαναστάτη τον οδηγεί να

εκφράσει τις σκέψεις του με αιχμηρό τρόπο, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να αναφερθεί

ότι η κάλυψη της αδυναμίας των επιχειρημάτων του με την πολεμική του ικανότητα

είναι μια από τις μεγαλύτερες αμαρτίες του κριτικού. Γενικά, όταν δεν υπάρχουν πολλά

επιχειρήματα, αλλά πλήθος διαφόρων καυστικών σχολίων, σύγκρισης, κοροϊδευτικών

ξεσπασμάτων και πονηρών ερωτήσεων, τότε η εντύπωση μπορεί να είναι χαρωπή αλλά

καθόλου σοβαρή. Η κριτική πρέπει να είναι εφαρμόσιμη στην ίδια την κριτική, διότι η

μαρξιστική κριτική είναι ταυτόχρονα επιστημονικό και, κατά κάποιον τρόπο, καλλιτε

χνικό έργο. Ο θυμός δεν είναι ο καλύτερος οδηγός στην κριτική και συχνά σημαίνει ότι

ο κριτικός έχει λάθος.

Ομολογουμένως, μερικές φορές ο δηκτικός σαρκασμός και οι εξάψαλμοι έχουν

σκιστεί από την καρδιά του κριτικού. Το περισσότερο ή λιγότερο οξυδερκές αυτί ενός

άλλου κριτικού, αναγνώστη και ιδιαίτερα συγγραφέα μπορεί πάντα να διακρίνει μεταξύ

του φυσικού θυμού και της απλής κακίας. Στην εποικοδομητική μας προσπάθεια πρέπει

να υπάρχει όσο το δυνατόν λιγότερη κακία. Δεν πρέπει να αναμειγνύεται με το ταξικό

μίσος. Το ταξικό μίσος χτυπά με πρόθεση, αλλά σαν ένα σύννεφο πάνω από τη γη είναι

υπεράνω της προσωπικής κακίας. Σε γενικές γραμμές, ο μαρξιστής κριτικός, χωρίς να

παραπέσει σε χαρούμενη επιείκεια, κάτι που θα ήταν πολύ λάθος από την πλευρά του,

πρέπει να είναι a priori καλοπροαίρετος. Η υπέρτατη χαρά του πρέπει να είναι το να βρει

το θετικό και να το αποκαλύπτει στον αναγνώστη σε όλο του το μεγαλείο. Η βοήθεια

πρέπει να είναι ένας άλλος από τους στόχους του –να μεταφέρει και να προειδοποιήσει–

και μόνο σπάνια πρέπει να επιχειρήσουμε να αναιρέσουμε τον αχρείο με το διαπερα

στικό βέλος του γέλιου ή της περιφρόνησης ή με συντριπτική κριτική, η οποία μπορεί

εύκολα να εξαλείψει οποιονδήποτε παραφουσκωμένο ασήμαντο.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours