Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή «Λένιν. Η διάνοια της επανάστασης», Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2017, σελ. 211-229. Σε αυτό συζητούνται οι πάντα επίκαιρες θέσεις του Λένιν για το εθνικό ζήτημα και την τοποθέτησή του ιδιαίτερα στην ιμπεριαλιστική εποχή.
του Χρήστου Κεφαλή
Η καταπίεση των εθνοτήτων είχε πάρει τεράστια έκταση στην τσαρική Ρωσία, κερδίζοντάς της το προσωνύμιο της «φυλακής των λαών». Ο πανσλαβισμός έγινε από το 19ο αιώνα επίσημη ιδεολογία του τσαρισμού. Η χρήση της ντόπιας γλώσσας στην εκπαίδευση και τη διοίκηση ήταν απαγορευμένη στην Πολωνία και τη Λιθουανία, ενώ ο εκρωσισμός προωθούνταν σε πολλές περιοχές της αυτοκρατορίας, από την Ουκρανία και τη Μολδαβία ως τα Ουράλια και τη Σιβηρία. Τα αντιεβραϊκά πογκρόμ είχαν νομιμοποιηθεί με τα διατάγματα του Αλέξανδρου του ΙΙΙ στα 1883, ως ένα πρόσφορο μέσο για να εκτρέπεται η δυσαρέσκεια των μαζών. Οι καταπιεστικές πρακτικές του τσαρισμού πυροδοτούσαν, βέβαια, δυσαρέσκεια και εθνικά κινήματα μεταξύ των καταπιεζόμενων λαών. Όλα αυτά έφερναν το εθνικό ζήτημα στο προσκήνιο, κάνοντάς το ένα από τα κεντρικά ενδιαφέροντα του Λένιν.
Ο Λένιν ανέπτυξε τις απόψεις του για το εθνικό ζήτημα σε κείμενα γραμμένα σε διάφορες περιόδους, κυρίως όμως σε μια σειρά πολεμικά άρθρα και μπροσούρες των χρόνων 1913-16: Κριτικά Σημειώματα για το Εθνικό Ζήτημα, Για το Δικαίωμα Αυτοδιάθεσης των Εθνών, Η Σοσιαλιστική Επανάσταση και το Δικαίωμα Αυτοδιάθεσης των Εθνών, Τα Αποτελέσματα της Συζήτησης για την Αυτοδιάθεση, Σχετικά με τη Γελοιογραφία του Μαρξισμού και τον «Ιμπεριαλιστικό Οικονομισμό», κ.ά. Σε αυτά ο Λένιν ανέλυσε την ιδιαίτερη τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος στην ιμπεριαλιστική εποχή αλλά και στην πορεία της μετάβασης στο σοσιαλισμό, θέμα που τον απασχόλησε ιδιαίτερα στο τέλος της ζωής του, όταν συγκροτούνταν η ΕΣΣΔ.
Φυσικά, ο Λένιν δεν ήταν ο πρώτος μαρξιστής που ασχολήθηκε με το θέμα. Οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν ήδη παρουσιάσει κάποιες πρώτες επεξεργασίες, κυρίως σε συνάρτηση με τα εθνικά κινήματα στις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848 και με το ιρλανδικό ζήτημα. Αν και η πιο διάσημη φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου δήλωνε ότι «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα», η μαχητική αυτή διακήρυξη δεν καθόριζε μονοσήμαντα τη θέση τους. Οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώριζαν ότι ο σχηματισμός των εθνών και των εθνικών κρατών ήταν ένα προοδευτικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στα 1848 υποστήριξαν επίμονα την εθνική αυτοδιάθεση των επαναστατικών λαών, Πολωνών, Ούγγρων και Ιταλών, των οποίων οι εθνικοί αγώνες λειτουργούσαν ως αντίβαρο στον τσαρισμό, προπύργιο τότε της ευρωπαϊκής αντίδρασης. Αντίθετα, αντιτάχθηκαν στους αγώνες των σλαβικών λαών, κυρίως επειδή στην τότε κατάσταση τα εθνικά τους κινήματα βοηθούσαν τον τσαρισμό να επεκτείνει την επιρροή του στην Ευρωπαϊκή Τουρκία.
Με αφορμή την εθνική καταπίεση των Ιρλανδών από τους Άγγλους, ο Μαρξ έκανε την καίρια διάκριση μεταξύ καταπιεστικών και καταπιεζόμενων εθνών, τονίζοντας ότι οι εργάτες του καταπιεστικού έθνους δεν μπορούν να αγωνιστούν για την απελευθέρωσή τους αν δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης για το καταπιεζόμενο έθνος, το έθνος που καταπιέζει η αστική τάξη της χώρας τους. Η αντίθετη στάση μιας μερίδας Άγγλων εργατών ήταν δείγμα της ιδεολογικής εξάρτησής τους από τη βρετανική αστική τάξη.
Η μαρξιστική θεωρία για το εθνικό ζήτημα αναπτύχθηκε παραπέρα, σε ένα επόμενο στάδιο, από τους Κάουτσκι και Μπάουερ, οι οποίοι εξέτασαν πιο συστηματικά τη διαδικασία διαμόρφωσης των εθνών και των εθνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Βέβαια, οι Κάουτσκι και Μπάουερ διατύπωσαν δυο αντίθετους ορισμούς του έθνους.
Ο Κάουτσκι, σε μια σειρά κείμενά του, υποστήριξε ότι ο σχηματισμός των εθνών και των εθνικών κρατών είναι χαρακτηριστικό του ανερχόμενου καπιταλισμού. Διατύπωσε αυτό το σημείο ήδη στο άρθρο του «Η σύγχρονη εθνικότητα» το 1887, καθώς και στην μπροσούρα του «Εθνικότητα και διεθνικότητα» το 1908. «Το εθνικό κράτος», επιχειρηματολόγησε, «είναι η μορφή του κράτους που ανταποκρίνεται περισσότερο στις σύγχρονες συνθήκες, είναι η μορφή με την οποία μπορεί να εκπληρώσει πιο εύκολα τα καθήκοντά του [ως κράτος]», δηλαδή τη διασφάλιση της πλατιάς και ανεμπόδιστης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αυτή η μορφή απαιτούσε τη συνένωση σε μια ενιαία επικράτεια ενός ομοιογενούς γλωσσικά πληθυσμού και, ακόμη και αν δεν είχε επιτευχθεί πλήρως, αντιπροσώπευε τον τύπο κρατικής οργάνωσης προς τον οποίο κατέτειναν τα ευρωπαϊκά αστικά κράτη.
Στον αντίποδα, ο Μπάουερ τόνισε το ρόλο που διαδραμάτισαν στην εθνογένεση τα κοινά ήθη, έθιμα και παραδόσεις, δηλαδή οι πολιτιστικοί δεσμοί που ενώνουν έναν πληθυσμό. Στο βασικό του έργο Το Ζήτημα των Εθνοτήτων και η Σοσιαλδημοκρατία (1907) επιχειρηματολόγησε ότι το έθνος ορίζεται από την «κοινότητα του πεπρωμένου», η αίσθηση της οποίας δημιουργείται μόνο στην καπιταλιστική εποχή: ενώ στη φεουδαρχία η εθνική συνείδηση και η κουλτούρα περιορίζονταν σε ένα στενό στρώμα ευγενών, η άνοδος των εργαζόμενων τάξεων στη χαραυγή του καπιταλισμού έκανε δυνατή τη διάδοσή της σε ευρέα στρώματα του πληθυσμού, δημιουργώντας μια κοινή εθνική συνείδηση. Σε αυτό το φως, η εθνική συνείδηση δεν ήταν το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως επόταν από τη θεωρία του Κάουτσκι, αλλά μάλλον προηγούνταν αυτής, προϋπήρχε σε μια στοιχειακή μορφή την οποία ήταν έργο της καπιταλιστικής ανάπτυξης να καθολικεύσει. Ιδιαίτερα η υποδούλωση πολλών λαών της Ευρώπης στις μεσαιωνικές αυτοκρατορίες είχε επισπεύσει την εθνική τους αφύπνιση, αφού η ανατροπή του ξενικού ζυγού αποτελούσε όρο για την ελεύθερη οικονομική τους ζωή.
Οι απόψεις των Μαρξ και Ένγκελς αλλά και των Κάουτσκι και Μπάουερ για το έθνος διαμορφώθηκαν στην περίοδο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ωστόσο, ο σχηματισμός των μονοπωλίων από τη δεκαετία του 1890 και το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, τροποποίησε την τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος.
Ένα κοινό σημείο των ως τότε επεξεργασιών των μαρξιστών ήταν ότι ο σχηματισμός των εθνών-κρατών αποτελεί ένα προοδευτικό φαινόμενο, γιατί δημιουργεί τους αναγκαίους όρους για την ελεύθερη ανάπτυξη του καπιταλισμού, και παραπέρα της ταξικής πάλης, στο εσωτερικό κάθε έθνους. Ως αποτέλεσμα, η Β΄ Διεθνής στο Συνέδριο του Λονδίνου το 1896, αλλά και η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατία στο 2ο Συνέδριό της το 1903, υιοθέτησαν το αίτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών ως ένα δημοκρατικό αίτημα που πρέπει να υποστηρίζουν οι σοσιαλιστές, αφού η εθνική ελευθερία βοηθά τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου. Ο ιμπεριαλισμός, ωστόσο, μετατρέποντας τις καθυστερημένες χώρες σε αποικίες και αντικείμενο εκμετάλλευσης των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, εμπόδιζε αυτή τη διαδικασία του σχηματισμού των εθνών-κρατών, που βασικά είχε ολοκληρωθεί στη Δυτική Ευρώπη ως το 1870, να ξετυλιχτεί ομαλά στις υπόλοιπες ηπείρους.
Ο Μπάουερ και ο Κάουτσκι, ενώ συνέχισαν να υποστηρίζουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, έμειναν προσκολλημένοι στους παλιούς, ομαλούς τύπους της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά το 19ο αιώνα και απέτυχαν να εκτιμήσουν τις περιπλοκές που έφερνε το νέο, ιμπεριαλιστικό στάδιο. Ο Λένιν ήταν εκείνος που, αναλύοντας τη νέα κατάσταση, θα τη συνδέσει με τη γενικότερη στροφή της αστικής τάξης στην αντίδραση, και θα συμπεράνει ότι το προλεταριάτο, όπως πρέπει στη νέα εποχή να τεθεί επικεφαλής του αγώνα για τη δημοκρατία, οφείλει να υποστηρίζει και τους αγώνες των λαών για εθνική αυτοδιάθεση. Το σημαντικό σημείο του Λένιν ήταν ότι ο αγώνας για την εθνική ελευθερία πρέπει να διεξάγεται στην εποχή του ιμπεριαλισμού όχι ρεφορμιστικά, όπως στον ειρηνικό καπιταλισμό, αλλά επαναστατικά, σπάζοντας την αστική νομιμότητα. Τα εθνικά κινήματα των καταπιεζόμενων λαών έχουν προοδευτικό χαρακτήρα και οι αντιιμπεριαλιστικοί, απελευθερωτικοί αγώνες τους θα είναι ένας από τους παράγοντες που θα επισπεύσουν και θα βοηθήσουν τη σοσιαλιστική ανατροπή.
Στις αναλύσεις του για το εθνικό ζήτημα ο Λένιν στηρίχθηκε στις προηγούμενες επεξεργασίες των Μαρξ και Ένγκελς, ιδιαίτερα στις θέσεις του Μαρξ για το ιρλανδικό ζήτημα. Στη διαμάχη ανάμεσα στον Κάουτσκι και τον Μπάουερ συντάχτηκε βασικά με τον Κάουτσκι, υπογραμμίζοντας και αυτός την καθοριστική σημασία του οικονομικού παράγοντα. Αυτό δεν τον εμπόδισε να αναγνωρίσει τη συνεισφορά του Μπάουερ στην προώθηση της μαρξιστικής θεωρίας για το εθνικό ζήτημα· υπέδειξε ο ίδιος τη μεγάλη αξία του βασικού του έργου. Αλλά η βαθύτερη και σωστή του αντίληψη για τα ειδικά γνωρίσματα της εποχής του ιμπεριαλισμού επέτρεψε στον Λένιν να εμπλουτίσει και εδώ το μαρξισμό με πολλά νέα στοιχεία.
Ο Λένιν υπογράμμισε από νωρίς, όπως οι Μαρξ και Ένγκελς, το διεθνιστικό χαρακτήρα του προλεταριακού κινήματος. Απέναντι στην εβραϊκή Μπουντ και άλλες ομάδες στη Ρωσική Σοσιαλδημοκρατία, που πρότειναν την οργάνωση των εργατών σε χωριστά εθνικά κόμματα, τόνισε, ήδη στα 1903, ότι οι εργάτες της Ρωσίας έπρεπε να συνενωθούν σε ένα ενιαίο πανρωσικό εργατικό κόμμα που θα έδινε προτεραιότητα στην ταξική και όχι στην εθνική αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα όμως αναγνώρισε τη σημασία των αναπτυσσόμενων εθνικών κινημάτων, στη Ρωσία όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Κατά την επανάσταση του 1905, ενώ έδινε την πρώτη θέση στο αγροτικό ζήτημα, αναφερόταν στις εθνικές παρτιζάνικες εξεγέρσεις που προκαλούσαν η καταπίεση και τα πογκρόμ του τσαρισμού, καλώντας σε υποστήριξή τους από την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία[1]. Στα επόμενα χρόνια, ο Λένιν εκτίμησε τον προοδευτικό ρόλο της περσικής επανάστασης, αλλά και των βαλκανικών πολέμων, που στρέφονταν ενάντια στα ισχυρά στην Ανατολική Ευρώπη υπολείμματα της εθνικής καταπίεσης και του μεσαιωνισμού.
Η επίμονη ενασχόληση του Λένιν με το εθνικό ζήτημα μετά το 1912 δεν ήταν τυχαία. Η ίδια η προσέγγιση και η έλευση του ιμπεριαλιστικού πολέμου το έθετε επί τάπητος τουλάχιστον κατά δυο τρόπους. Κατά πρώτο λόγο, ο πόλεμος όξυνε στο έπακρο την καταπίεση των αποικιών, αλλά και μικρών χωρών όπως η Σερβία, που γίνονταν έρμαιο των ιμπεριαλιστικών επιβουλών, ενώ η προϊούσα εξάντληση των εμπόλεμων δυνάμεων έβαζε στην ημερήσια διάταξη τις αποικιακές εξεγέρσεις. Κατά δεύτερο, και αυτό ήταν μια παραπέρα πλευρά, έπρεπε να υπερνικηθεί η συγκάλυψη των ιμπεριαλιστικών σκοπών του πολέμου και το πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας στο σοβινισμό με το σύνθημα της υπεράσπισης της πατρίδας.
Ο Λένιν θα αναπτύξει τις ιδέες του ασκώντας πολεμική σε δυο μέτωπα. Από τη μια απέναντι σε εκείνους τους μαρξιστές που είχαν κατρακυλήσει στο ρεφορμισμό, όπως ο Κάουτσκι, και μετέτρεπαν την αυτοδιάθεση σε μια γενικολογία. Και από την άλλη απέναντι στις υπεραριστερές αντιλήψεις της Λούξεμπουργκ και ορισμένων Μπολσεβίκων (Μπουχάριν, Ράντεκ, Πιατακόφ, κ.ά.) που αρνούνταν την αυτοδιάθεση ως ανέφικτη στην ιμπεριαλιστική εποχή ή την απέρριπταν ως ταυτόσημη με το σοβινισμό, τη θέση για την υπεράσπιση της πατρίδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Τους αντιτάσσει με συνέπεια την υποστήριξη από τους σοσιαλιστές των καταπιεστικών εθνών του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των καταπιεσμένων εθνών, φτάνοντας ως το δικαίωμα απόσχισης, καθώς και τη χωρίς όρους υποστήριξη των εθνικών εξεγέρσεων και πολέμων αυτών των λαών, ως τη μόνη συνεπή με τον προλεταριακό διεθνισμό και δημοκρατισμό θέση.
«Το κέντρο βάρους της διεθνιστικής διαπαιδαγώγησης των εργατών στις χώρες που καταπιέζουν», λέει ο Λένιν, «θα πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκεται στην προπαγάνδιση και την υπεράσπιση από μέρους αυτών των εργατών της ελευθερίας αποχωρισμού των καταπιεζόμενων χωρών. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει διεθνισμός… Αυτό είναι μια κατηγορηματική απαίτηση, έστω και αν η περίπτωση ενός τέτοιου αποχωρισμού ήταν δυνατή και “πραγματοποιήσιμη” πριν από το σοσιαλισμό μονάχα σε μια από 1000 περιπτώσεις… Αν δεν θέλουμε να προδώσουμε το σοσιαλισμό, πρέπει να υποστηρίζουμε κάθε εξέγερση ενάντια στον κύριο εχθρό μας, την αστική τάξη των μεγάλων κρατών, αν η εξέγερση αυτή δεν είναι εξέγερση της αντιδραστικής τάξης… Ακριβώς “στην εποχή του ιμπεριαλισμού”… το προλεταριάτο θα υποστηρίξει με ιδιαίτερη ενεργητικότητα σήμερα την εξέγερση των προσαρτημένων περιοχών»[2].
Ταυτόχρονα, ο Λένιν υπογραμμίζει ότι η αυτοδιάθεση των εθνών είναι ένα δημοκρατικό αίτημα. Ως τέτοιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του αγώνα για τη δημοκρατία και ο αγώνας αυτός συνεισφέρει στον αγώνα για το σοσιαλισμό αλλά πρέπει και να υποτάσσεται σε αυτόν. Αυτή η σχέση, επίσης, έχει δυο όψεις. Από τη μια, το προλεταριάτο πρέπει να πρωταγωνιστεί σε όλα τα δημοκρατικά κινήματα, και συνεπώς και στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, να τα ενισχύει και να συμμετέχει δραστήρια σε αυτά. Ο Λένιν, σε συμφωνία με τις γενικές θέσεις του για την ηγεμονία, στέκεται ιδιαίτερα εδώ στο διαπαιδαγωγικό ρόλο του αγώνα για τη δημοκρατία, μέρος του οποίου αποτελεί και ο αγώνας για την εθνική ελευθερία:
«Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός δεν είναι δυνατό να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο “ιδανικούς”, αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή, το προλεταριάτο όμως που δεν διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή… Θα ήταν βασικό λάθος να νομιστεί ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία μπορεί να αποσπάσει το προλεταριάτο από τη σοσιαλιστική επανάσταση ή να τη φέρει σε δεύτερη μοίρα, να την επισκιάσει κτλ. Αντίθετα, όπως δεν είναι δυνατό να υπάρξει νικηφόρος σοσιαλισμός που δεν πραγματοποιεί την πλήρη δημοκρατία, έτσι δεν μπορεί να προετοιμαστεί για τη νίκη ενάντια στην αστική τάξη το προλεταριάτο που δεν διεξάγει ολόπλευρο, συνεπή και επαναστατικό αγώνα για τη δημοκρατία»[3].
Από την άλλη, ο αγώνας για την εθνική αυτοδιάθεση, όπως και για κάθε άλλο δημοκρατικό δικαίωμα, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, αλλά πρέπει να συνδέεται με τις γενικότερες απαιτήσεις της σοσιαλιστικής πάλης του προλεταριάτου. Αν από την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης δημιουργούνταν κίνδυνος τοπικού ή ευρύτερου πολέμου, ή αν σε κάποια στιγμή ερχόταν σε αντίθεση με τον αγώνα για το σοσιαλισμό, αυτό, σύμφωνα με τον Λένιν, θα ήταν αρκετός λόγος για να αντιταχθούν οι σοσιαλιστές στη διεκδίκηση της αυτοδιάθεσης από το καταπιεζόμενο έθνος στη δοσμένη στιγμή. Ένα τέτοιο παράδειγμα στον πόλεμο του 1914-18 ήταν η αυτοδιάθεση της Πολωνίας, την οποία θεωρούσε ένα αντιδραστικό αίτημα όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος, γιατί η προβολή του θα έριχνε αυτόματα το εθνικό κίνημα των Πολωνών σε εξάρτηση από το αντίπαλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο εκείνου που κατείχε την Πολωνία. Ωστόσο, ο Λένιν σπεύδει να προσθέσει ότι οι Πολωνοί σοσιαλιστές δεν έπρεπε να παραιτηθούν από το αίτημα της αυτοδιάθεσης και ότι μετά τον πόλεμο η αλλαγή του συσχετισμού ισχύος μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να έκανε ρεαλιστική την ανακήρυξη της πολωνικής ανεξαρτησίας, όπως πράγματι έγινε.
Οι ιδέες του Λένιν για το εθνικό ζήτημα περιλαμβάνουν ένα ακόμη καίριο σημείο. Όχι μόνο ένα δίκαιο καθαυτό εθνικό κίνημα μπορεί κάποτε να μετατραπεί σε αντιδραστικό (όπως των σλαβικών λαών στα 1848 και της Πολωνίας στον παγκόσμιο πόλεμο), αλλά μπορεί να υπάρξουν ακόμη και αντιδραστικά αντιιμπεριαλιστικά κινήματα. Στις καθυστερημένες χώρες και τις αποικίες τέτοια είναι τα προαστικά εθνικά κινήματα, που εκφράζουν συμφέροντα και βλέψεις των φεουδαρχικών τάξεων, της απολυταρχίας, των μεσαιωνικών ιερατείων, κοκ. «Είναι ανάγκη», γράφει ο Λένιν, «να καταπολεμηθεί ο πανισλαμισμός και τα παρόμοια ρεύματα, που θέλουν να συνδυάσουν το απελευθερωτικό κίνημα ενάντια στον ευρωπαϊκό και στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό με την εδραίωση της θέσης των χάνων, των τσιφλικάδων, των μουλάδων, κτλ»[4]. Σε ένα σημείωμά του προς την Επιτροπή για το Εθνικό και Αποικιακό Ζήτημα στο 2ο Συνέδριο της Κομιντέρν προσθέτει: «Χρησιμοποίηση του μεσαιωνικού απομονωτισμού; Πολύ επικίνδυνο πράγμα· όχι μαρξιστικός τρόπος. Πρέπει να διακρίνουμε τα σύγχρονα εθνικά κινήματα και τα “κινήματα” (λεγόμενα κινήματα) με μεσαιωνικό χαρακτήρα»[5].
Ο Λένιν επιμένει στο ίδιο σημείο και σε μια προγενέστερη πολεμική του στον Πιατακόφ, ο οποίος δεν έκανε αυτή τη διάκριση, με αποτέλεσμα, ενώ γενικά αντιτασσόταν στην υποστήριξη της εθνικής αυτοδιάθεσης, να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο της υποστήριξης αντιδραστικών εθνικών κινημάτων. «Ούτε ένας μαρξιστής», υπογραμμίζει ο Λένιν, «δεν θα ξεχάσει ότι ο καπιταλισμός είναι προοδευτικός σε σχέση με τη φεουδαρχία και ο ιμπεριαλισμός σε σχέση με τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό. Συνεπώς, δεν έχουμε το δικαίωμα να υποστηρίζουμε κάθε αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Τον αγώνα των αντιδραστικών τάξεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό εμείς δεν θα τον υποστηρίξουμε, τις εξεγέρσεις των αντιδραστικών τάξεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό δεν θα τις υποστηρίξουμε»[6].
Αυτές οι θέσεις του Λένιν παραμένουν αναφορικές σε σχέση με τις μετέπειτα εξελίξεις ως τις μέρες μας. Πραγματικά, στον τελευταίο αιώνα είχαμε πολλές περιπτώσεις ριζοσπαστικών εθνικών κινημάτων, που υπονόμευσαν τις θέσεις του ιμπεριαλισμού συνεισφέροντας στον αγώνα για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Είχαμε όμως και εθνικά κινήματα που είτε ήταν αντιδραστικά, είτε κυριαρχήθηκαν στην πορεία από την αντιδραστική πτέρυγά τους. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν την Ιρανική Επανάσταση, την οποία, ενώ ήταν μια μεγάλη δημοκρατική και αντιιμπεριαλιστική επανάσταση, σφετερίστηκαν τελικά οι μουλάδες, και τα πανισλαμιστικά κινήματα των ημερών μας, τον εθνικισμό των καθεστώτων τύπου Σαντάμ Χουσεΐν και Άσαντ και των φονταμενταλιστών τύπου Isis. Η θέση του Λένιν για καταπολέμηση αυτών των κινημάτων δεν σημαίνει ότι πρέπει γενικά να αντιτίθεται κανείς στις εθνικές και αντιιμπεριαλιστικές βλέψεις των λαών όπου εμφανίζονται τέτοια ρεύματα· σημαίνει μάλλον ότι οι κομμουνιστές πρέπει να διεξάγουν έναν επίμονο αγώνα για να εμποδίσουν αυτά τα ρεύματα να αποκτήσουν επιρροή μέσα σε υπό διαμόρφωση εθνικά κινήματα και να πολεμούν συγκεκριμένα εθνικά κινήματα όταν έχουν περιέλθει στην επιρροή τους. Η γενική αντίληψη του Λένιν για την ηγεμονία του προλεταριάτου στη δημοκρατική επανάσταση ισχύει έτσι και για το εθνικό κίνημα, ως ένα αναπόσπαστο μέρος της.
Ο Λένιν θα καταδικάσει το σύνθημα της «υπεράσπισης της παρτίδας» στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι γιατί το σύνθημα αυτό είναι λαθεμένο ή αντιδραστικό γενικά, αλλά γιατί διαστρέβλωνε το χαρακτήρα του δοσμένου πολέμου, που ήταν ιμπεριαλιστικός πόλεμος των μεγάλων δυνάμεων για την καταλήστευση των αποικιών. Ασκώντας πολεμική στους Πιατακόφ και Ράντεκ, που αποκήρυσσαν την υπεράσπιση της πατρίδας σε κάθε πόλεμο, τονίζει ότι σε άλλες συνθήκες, όπως ο εθνικός πόλεμος μιας αποικίας ενάντια σε μια μεγάλη δύναμη, ή ακόμη και σε εξαιρέσεις στον ίδιο αυτό πόλεμο, όπως η περίπτωση της Σερβίας, που δέχτηκε επίθεση χωρίς να έχει ιμπεριαλιστικές βλέψεις, η υπεράσπιση της πατρίδας και ο πατριωτισμός μπορεί να παίζουν θετικό ρόλο και πρέπει να υποστηρίζονται από τους σοσιαλιστές:
«Στον τωρινό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που γεννήθηκε από το σύνολο των συνθηκών της ιμπεριαλιστικής εποχής, δηλαδή δεν εμφανίστηκε τυχαία, δεν είναι εξαίρεση, δεν είναι παρέκκλιση από το γενικό και το τυπικό, τα λόγια για την υπεράσπιση της πατρίδας αποτελούν εξαπάτηση του λαού, γιατί ο πόλεμος αυτός δεν είναι εθνικός. Σε ένα πραγματικά εθνικό πόλεμο οι λέξεις “υπεράσπιση της πατρίδας” δεν είναι διόλου απάτη και εμείς δεν είμαστε διόλου ενάντια σε αυτή την υπεράσπιση. Τέτοιοι (πραγματικά εθνικοί) πόλεμοι έγιναν κυρίως στα 1789-1871… Ο πόλεμος από μέρους των καταπιεζόμενων (λ.χ., των αποικιακών λαών) ενάντια στις ιμπεριαλιστικές, δηλαδή στις καταπιεστικές δυνάμεις είναι πραγματικά εθνικός πόλεμος. Αυτός είναι δυνατός και τώρα. Η “υπεράσπιση της πατρίδας” από μέρους της εθνικά καταπιεζόμενης χώρας ενάντια στην εθνικά καταπιέζουσα δεν είναι απάτη, και οι σοσιαλιστές δεν είναι διόλου ενάντια στην “υπεράσπιση της πατρίδας” σε ένα τέτοιο πόλεμο»[7].
Η διάκριση ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό και τον εθνικό πόλεμο, υπογραμμίζει παραπέρα ο Λένιν, πρέπει να γίνεται όχι με τυπικά κριτήρια, όπως το ποιος ξεκίνησε τον πόλεμο ή αν η μια πλευρά κατέχει σε μια δοσμένη στιγμή εδάφη της άλλης, αλλά μελετώντας την κατάσταση και το χαρακτήρα της κάθε χώρας, τις επιδιώξεις της στον πόλεμο, κοκ, με αφετηρία το ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής.
Στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης, πέρα από την πολεμική του στην οπορτουνιστική θέση του Κάουτσκι στη διάρκεια του πολέμου, που χαρακτήριζε το αίτημα για την ελευθερία απόσχισης «υπερβολικό», ο Λένιν θα κριτικάρει δυο ακόμη αντίθετες αλλά εξίσου λαθεμένες κατευθύνσεις που είχαν εμφανιστεί στη Β΄ Διεθνή.
Η μια είναι η θεωρία της εθνικής-πολιτιστικής αυτονομίας του Ότο Μπάουερ. Ο Μπάουερ υποστήριζε τη χωριστή οργάνωση των εθνοτήτων της Αυστροουγγαρίας στα θέματα του πολιτισμού, με κάθε μια να έχει το δικό της εκπαιδευτικό σύστημα, χρησιμοποιώντας τη δική της γλώσσα, κοκ. Η βάση μιας τέτοιας οργάνωσης, κατά τον ίδιο, θα ήταν εξωεδαφική, δηλαδή όλα τα μέλη μιας εθνικότητας θα είχαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν, ανεξάρτητα αν κατοικούσαν σε περιοχές όπου ήταν πλειοψηφική ή μειοψηφική. Ο Μπάουερ υποσχόταν έτσι μια αμφίβολη πολιτιστική ελευθερία στα πλαίσια μιας αντιδραστικής κρατικής δομής όπως το κράτος των Αψβούργων, στον «εκσυγχρονισμό» αντί τη διάλυση του οποίου απέβλεπε το εθνικό πρόγραμμά του.
Ο Λένιν αντιτείνει στον Μπάουερ ότι ο εκπαιδευτικός χωρισμός εφαρμόστηκε στις ΗΠΑ ανάμεσα στους λευκούς και τους μαύρους με τους νόμους Τζιμ Κρόου και οδήγησε σε μεγάλωμα του χάσματος μεταξύ τους και ενίσχυση των διακρίσεων σε βάρος των μαύρων. Η μαρξιστική πολιτική έπρεπε να συνίσταται, αντίθετα, στο να έχει κάθε χώρα ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα και στα πλαίσιά του να υπάρχει πλήρης ισοτιμία μεταξύ των διαφορετικών εθνικών ομάδων της. Εδώ φέρνει ως παράδειγμα πραγματικού εθνικού δημοκρατισμού την Ελβετία, όπου και οι τρεις ομιλούμενες γλώσσες, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά, ήταν επίσημα αναγνωρισμένες. Οι νόμοι του κράτους δημοσιεύονταν και στις τρεις γλώσσες και δεν υπήρχαν κανενός είδους διακρίσεις ανάμεσα στις εθνότητές της[8].
Επιπλέον, σύμφωνα με τον Λένιν, η υποστήριξη της εθνικής-πολιτιστικής αυτονομίας σήμαινε να υποστηρίζονται και τα αντιδραστικά στοιχεία του πολιτισμού της καταπιεζόμενης εθνότητας, που και αυτή θα είναι ταξικά διαφοροποιημένη. Γι’ αυτό η θέση των επαναστατών, πρέπει να διατυπώνεται αρνητικά, «ενάντια στην εθνική καταπίεση και τα προνόμια του ισχυρού έθνους», και όχι θετικά, «υπέρ της εθνικής-πολιτιστικής αυτονομίας» ή της «εθνικής κουλτούρας». Η θετική θέση του προλεταριάτου πρέπει να είναι διεθνιστική, συνοψιζόμενη στο σύνθημα της συνένωσης των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών στοιχείων όλων των πολιτισμών.
Ο Λένιν κάνει εδώ τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ των «δυο πολιτισμών» που υπάρχουν σε κάθε έθνος, του κυρίαρχου αστικοφιλελεύθερου ή/και κληρικαλιστικού πολιτισμού, και των στοιχείων του δημοκρατικού και εργατικού πολιτισμού:
«Σε κάθε εθνικό πολιτισμό υπάρχουν, έστω και μη ανεπτυγμένα, στοιχεία δημοκρατικού και σοσιαλιστικού πολιτισμού, γιατί σε κάθε έθνος υπάρχει η εργαζόμενη και εκμεταλλευόμενη μάζα, της οποίας οι συνθήκες ζωής γεννούν αναπόφευκτα τη δημοκρατική και τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Σε κάθε έθνος όμως υπάρχει και αστικός πολιτισμός… και μάλιστα όχι σαν απλά “στοιχεία” πολιτισμού, αλλά σαν κυρίαρχος πολιτισμός. Γι’ αυτό ο “εθνικός πολιτισμός” γενικά είναι πολιτισμός των τσιφλικάδων, των παπάδων, της αστικής τάξης… Διατυπώνοντας το σύνθημα του “διεθνικού πολιτισμού της δημοκρατίας και του παγκόσμιου εργατικού κινήματος”, παίρνουμε από τον κάθε εθνικό πολιτισμό μόνο τα δημοκρατικά και σοσιαλιστικά του στοιχεία»[9].
Σε αυτές τις συνθήκες το σύνθημα της «εθνικής κουλτούρας» σημαίνει υποστήριξη του αστικού πολιτισμού, που όντας κυρίαρχος παρουσιάζεται ως η «εθνική κουλτούρα», ενώ η πολιτιστική αυτονομία είναι μια μικροαστική ουτοπία εξουδετέρωσης των εθνικών διακρίσεων χωρίς μια δημοκρατική κεντρική οργάνωση του κράτους. Αυτή η πολεμική του Λένιν παραμένει επίκαιρη απέναντι στα σύγχρονα σχήματα της πολυπολιτισμικότητας, ουσιαστικά μια παραλλαγή της θεωρίας του Μπάουερ.
Η άλλη άποψη που κριτικάρισε ο Λένιν είναι η θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ ότι η εθνική αυτοδιάθεση έχει καταστεί αδύνατη στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Αυτή η άποψη ήταν ο αντίποδας εκείνης του Μπάουερ: ενώ ο Μπάουερ υποσχόταν πλήρη αυτοδιάθεση στις συνθήκες του αντιδραστικού καπιταλισμού και παρουσίαζε ως τέτοια μεταρρυθμίσεις που θα ενίσχυαν την επιρροή της αστικής τάξης, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, πηγαίνοντας στο αντίθετο άκρο, έλεγε ότι καμιά αυτοδιάθεση δεν είναι δυνατή υπό αυτές τις συνθήκες, γιατί ο ιμπεριαλισμός καταργεί την ανεξαρτησία των εθνών.
Η Λούξεμπουργκ ανέπτυξε αυτή τη θέση στην μπροσούρα της «Το εθνικό ζήτημα» (1909), όπου ζητούσε να καταργηθεί το άρθρο 9 του προγράμματος του ΡΣΔΕΚ που αναγνώριζε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για τις καταπιεζόμενες εθνότητες της τσαρικής Ρωσίας. Υποστήριζε ότι η υπεράσπιση αυτού του δικαιώματος ήταν μια παραχώρηση στον αστικό εθνικισμό του 19ου αιώνα και ότι η άσκηση της αυτοδιάθεσης στην εποχή του ιμπεριαλισμού δεν ήταν εφικτή ούτε προοδευτική. Στην πράξη επρόκειτο για ένα «μεταφυσικό κλισέ του τύπου των “δικαιωμάτων του ανθρώπου” και των “δικαιωμάτων του πολίτη”… Επιπρόσθετα, η οικονομία και η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων… μετατρέπουν τα πολιτικά ανεξάρτητα, τυπικά ισότιμα, μικρά ευρωπαϊκά κράτη σε μουγγούς στην ευρωπαϊκή σκηνή και πολύ συχνά σε αποδιοπομπαίους τράγους. Μπορεί κανείς να μιλά με οποιαδήποτε σοβαρότητα για την “αυτοδιάθεση” λαών που είναι τυπικά ανεξάρτητοι, όπως οι Μαυροβούνιοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Έλληνες… των οποίων η ίδια η ανεξαρτησία είναι το προϊόν των πολιτικών αγώνων και του διπλωματικού παιγνιδιού του “κοντσέρτου της Ευρώπης”;» Άλλωστε, κατέληγε, τα κόμματα της Δυτικής Ευρώπης δεν πρόβαλλαν πλέον αυτό το αίτημα[10].
Ο Λένιν απαντά στη Λούξεμπουργκ ότι ακριβώς στις συγκεκριμένες συνθήκες της Ρωσίας, των βαλκανικών χωρών και των αποικιών έπρεπε να υποστηρίζεται το αίτημα της αυτοδιάθεσης, γιατί εκεί διατηρούνταν η εθνική καταπίεση, σε αντίθεση με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου το εθνικό ζήτημα είχε βασικά λυθεί στο 19ο αιώνα. Το εφικτό της αυτοδιάθεσης στον ιμπεριαλισμό το πιστοποιούσε η απόσχιση, μετά από δημοψήφισμα, της Νορβηγίας από τη Σουηδία το 1905. Διαβεβαιώνοντας το αντίθετο, η Λούξεμπουργκ συνέχεε την πολιτική ανεξαρτησία με την οικονομική ανεξαρτησία και από το γεγονός ότι η δεύτερη δεν είναι εφικτή στον ιμπεριαλισμό συμπέραινε ότι δεν είναι εφικτή και η πρώτη:
«Όχι μόνο τα μικρά κράτη, μα και η Ρωσία, για παράδειγμα, οικονομικά εξαρτιέται ολοκληρωτικά από τη δύναμη του ιμπεριαλιστικού χρηματιστικού κεφαλαίου των “πλούσιων” αστικών χωρών. Όχι μόνο τα μικροσκοπικά βαλκανικά κράτη, μα και η Αμερική του 19ου αιώνα ήταν, από οικονομική άποψη, αποικία της Ευρώπης… Όλα αυτά… δεν έχουν όμως απολύτως καμιά σχέση με το ζήτημα των εθνικών κινημάτων και του εθνικού κράτους. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ αντικατέστησε το ζήτημα της πολιτικής αυτοδιάθεσης των εθνών στην αστική κοινωνία, της κρατικής τους αυτοτέλειας, με το ζήτημα της οικονομικής τους αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας»[11].
Ο Λένιν συγκρίνει τη θέση της Λούξεμπουργκ, και Μπολσεβίκων όπως ο Πιατακόφ, με τη θέση των Ρώσων οικονομιστών στα τέλη του 19ου αιώνα, χαρακτηρίζοντάς τη ως «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό». Ακριβώς όπως οι οικονομιστές αρνούνταν την πολιτική, δημοκρατική πάλη ενάντια στην τσαρική απολυταρχία, η άρνηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης κατέληγε σε μια άρνηση του αγώνα για τη δημοκρατία στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Στην πράξη οδηγούσε σε
υπεράσπιση της ακεραιότητας της Τσαρικής Αυτοκρατορίας και στην αντιδραστική απάρνηση των εθνικών κινημάτων των λαών της, που αφυπνίζονταν και διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους.
Βλέποντάς τη σήμερα, η θέση της Λούξεμπουργκ φαντάζει ασύστατη: την τελευταία 20ετία, και ακόμη μετά το 1945 με την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, είχαμε δεκάδες ανακηρύξεις νέων κρατών. Ωστόσο, τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα. Η Λούξεμπουργκ υποστήριζε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για τις καταπιεσμένες εθνικότητες της Αυστροουγγαρίας και της Τουρκίας, που αποτελούσαν κατάλοιπα της φεουδαρχικής εποχής. Την αρνούνταν όμως εσφαλμένα για την Πολωνία, όπου υπήρχε ισχυρός ανταγωνισμός ανάμεσα στην Πολωνική Σοσιαλδημοκρατία και τους Πολωνούς μικροαστούς εθνικιστές σοσιαλιστές. Η λογική βάση της θέσης της ήταν ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η αυτοδιάθεση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, επειδή ο ιμπεριαλισμός κυριαρχούσε παγκόσμια και η βασική τάση του ήταν το μοίρασμα και η υποδούλωση των μικρών χωρών. Ωστόσο, την ωθούσε στην απολυτότητα, υποστηρίζοντας ότι η αυτοδιάθεση είναι τελείως αδύνατη.
Από μεθοδολογική άποψη, η αυθαιρεσία της Λούξεμπουργκ βρισκόταν στο ότι ανήγαγε άμεσα την πολιτική στην οικονομία αντιλαμβανόμενη την αυτοδιάθεση ως οικονομική αδυνατότητα, ενώ ο Μπάουερ, αντίθετα, μετέθετε την αυτοδιάθεση από την πολιτική στην πολιτιστική σφαίρα. Ο Λένιν υπογραμμίζει στην κριτική του ότι η αυτοδιάθεση των εθνών είναι ένα αποκλειστικά πολιτικό αίτημα και ως τέτοιο μπορεί να εκπληρωθεί στον ιμπεριαλισμό όσο και τα άλλα δημοκρατικά αιτήματα, δηλαδή μόνο κατ’ εξαίρεση και περιορισμένα. «Όχι μόνο το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, αλλά και όλες οι θεμελιακές διεκδικήσεις της πολιτικής δημοκρατίας δεν είναι “πραγματοποιήσιμες” στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, παρά μόνο λειψά, παραμορφωμένα και σαν σπάνια εξαίρεση». Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία, και την εθνική ελευθερία ως μέρος του, ήταν μάταιος, αντιδραστικός ή περιττός. Απεναντίας, ο αγώνας αυτός είναι αναγκαίος και, εφόσον διεξάγεται επαναστατικά, βοηθά τη σοσιαλιστική επανάσταση: «Η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να ανάψει όχι μόνο από μια μεγάλη απεργία ή διαδήλωση στους δρόμους, ή από μια εξέγερση πεινασμένων, ή από μια στρατιωτική εξέγερση, ή από μια ανταρσία των αποικιών, αλλά και από οποιαδήποτε πολιτική κρίση σαν την υπόθεση Ντρέιφους ή το επεισόδιο στην πόλη Τσάμπερν ή σε σύνδεση με ένα δημοψήφισμα για τον αποχωρισμό ενός καταπιεζόμενου έθνους, κτλ»[12].
Στις αναλύσεις του ο Λένιν υποδεικνύει την ανάγκη να προσεγγίζεται συγκεκριμένα και ιστορικά το εθνικό ζήτημα. Διακρίνει τρεις ομάδες χωρών, για κάθεμια από τις οποίες στις αρχές του 20ού αιώνα έμπαινε διαφορετικά. Στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης η διαδικασία σχηματισμού των εθνικών κρατών είχε εκπληρωθεί στην περίοδο 1789-1870. Σε αυτές τις χώρες το εθνικό ζήτημα ήταν βασικά λυμένο· εδώ έμπαινε στην ημερήσια διάταξη ο αγώνας για το σοσιαλισμό. Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (τσαρική Ρωσία, εν μέρει Αυστροουγγαρία) και τα Βαλκάνια, το εθνικό ζήτημα ήταν ένα ζήτημα του παρόντος, καθώς τα εθνικά κινήματά τους είχαν αναπτυχθεί κυρίως μετά το 1905. Τέλος, για την Ανατολή (Κίνα, Ινδία, Περσία) και τις άλλες αποικίες (Αφρική, κ.λπ.) που μόλις άρχιζαν να αφυπνίζονται, ο αγώνας για την εθνική τους ανεξαρτησία ήταν ένα ζήτημα του μέλλοντος. Ο Λένιν πρόβλεψε ότι στις χώρες αυτές θα αναπτύσσονταν μαζικά εθνικά κινήματα για την απελευθέρωσή τους από την ιμπεριαλιστική υποδούλωση και εκμετάλλευση, τα οποία θα ενίσχυαν τον αγώνα για το σοσιαλισμό[13]. Ήταν μια πρόβλεψη που δικαιώθηκε από την ιστορία, καθώς το εθνικό ζήτημα έπαιξε μεγάλο ρόλο στα κινήματα αντίστασης στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε πλήθος επαναστάσεις σε εξαρτημένες χώρες, ορισμένες από τις οποίες όπως η Κίνα, η Κούβα και το Βιετνάμ, άνοιξαν το δρόμο για τη σοσιαλιστική ανατροπή.
Ενώ η εθνική καταπίεση αποτελεί ένα αναγκαίο και εντεινόμενο γνώρισμα της ιμπεριαλιστικής εποχής, δεν πρέπει να συγχέεται με την προοδευτική τάση του καπιταλισμού για κατάργηση των εθνικών συνόρων και αφομοίωση των εθνών, μέσω της διεθνοποίησης της παραγωγής. Ο Λένιν εκτιμά θετικά αυτή την τάση, επικαλούμενος την ένταξη των Εβραίων και των μεταναστών στην εθνική ζωή σε ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Γαλλία, σε αντίθεση με την περιθωριοποίησή τους και τη μετατροπή τους σε κάστα στην τσαρική Ρωσία. Σημειώνει ότι ενώ η αφύπνιση των εθνών χαρακτήριζε τα αρχικά στάδια του καπιταλισμού, η τάση προς «ανάπτυξη και επιταχυνόμενη σύσφιξη των κάθε λογής σχέσεων ανάμεσα στα έθνη, σπάσιμο των εθνικών φραγμών, δημιουργία της διεθνούς ενότητας του κεφαλαίου, της οικονομικής ζωής γενικά, της πολιτικής, της επιστήμης, κτλ… χαρακτηρίζει τον ώριμο καπιταλισμό, που πάει να μετατραπεί σε σοσιαλιστική κοινωνία»[14]. Αυτή η τελευταία τάση, ακόμη και αν εκπληρώνεται συχνά με βίαια, βάρβαρα μέσα, παρέχει μια ισχυρή ώθηση στον αγώνα για το σοσιαλισμό.
Ο Λένιν απορρίπτει τον εθνικό απομονωτισμό σαν ένα αντιδραστικό φαινόμενο. Κριτικάρει τους Ουκρανούς μικροαστούς εθνικιστές, που με το πρόσχημα της διαφύλαξης της εθνικής ιδιαιτερότητας από τη ρωσική «αφομοίωση», υπεράσπιζαν τα αναχρονιστικά στοιχεία του ουκρανικού πολιτισμού. «Όποιος δεν έχει βαλτώσει μέσα στις εθνικιστικές προλήψεις, δεν μπορεί παρά να βλέπει αυτή τη διαδικασία της αφομοίωσης των εθνών από τον καπιταλισμό σαν μια μεγαλειώδη ιστορική πορεία, που καταστρέφει την εθνική αρτηριοσκλήρωση των διάφορων απομακρυσμένων περιοχών»[15]. Τέτοιες λογικές, ουσιαστικά μια παραλλαγή του ουτοπισμού των ναρόντνικων, εμφανίστηκαν και αργότερα σε αρκετά εθνικιστικά κινήματα, που αξίωναν έναν ιδιαίτερο εθνικό σοσιαλισμό μακριά από την «αρνητική επίδραση» της Δύσης. Απέναντί τους, ο Λένιν επιμένει στη σημασία του δυτικού πολιτισμού και των επιτευγμάτων του, στο γεγονός ότι ο εκπολιτισμός της Ανατολής περνούσε μέσα από το τράβηγμά της στη γενική τροχιά του πολιτισμού που είχε κατακτήσει η καπιταλιστική Δύση.
Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ο Λένιν θα επανέλθει στο εθνικό ζήτημα το Δεκέμβρη του 1922, στο άρθρο του «Σχετικά με το ζήτημα των εθνοτήτων ή της αυτονόμησης», σε συνάρτηση με το καίριο πρόβλημα της συγκρότησης της ΕΣΣΔ. Εκεί επαναβεβαιώνει τη σημασία της πλήρους εθνικής ισοτιμίας στο σοσιαλισμό. Επισημαίνει τα εμπόδια που έβαζε στην εκπλήρωσή της η ακραία πολιτιστική καθυστέρηση και τους κινδύνους, για όσο αυτή διατηρούνταν, να αναβιώσουν οι μεγαλορωσικές καταπιεστικές πρακτικές του τσαρισμού.
Στο συγκεκριμένο άρθρο γίνεται έκδηλη η μεγάλη ανησυχία του Λένιν, γιατί μια τέτοια εξέλιξη θα υπονόμευε τις προοπτικές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και θα αμαύρωνε το κύρος της στους λαούς της Ανατολής. Εντοπίζει τη ρίζα των κινδύνων στο γεγονός ότι το σοβιετικό κράτος είχε παραλάβει πολλά στοιχεία από τον παλιό τσαρικό μηχανισμό και ότι ο Στάλιν, με τις αυταρχικές πρακτικές του, μπορούσε να γίνει εκφραστής τους. Με αφορμή ένα περιστατικό βιαιοπραγίας ενάντια στους Γεωργιανούς κομμουνιστές ασκεί οξεία κριτική στους Στάλιν και Τζερζίνσκι, μεμφόμενος το μένος του Στάλιν και το σκαιό μεγαλορωσικό σοβινισμό του, που τον συγκρίνει με τους ντερζιμόρντα, τους τσαρικούς χωροφύλακες:
«Αυτό που ονομάζουμε δικό μας μηχανισμό… ουσιαστικά είναι εντελώς ξένος προς εμάς και αποτελεί ένα αστικό και τσαρικό μείγμα, η αλλαγή του οποίου ήταν πράγμα εντελώς ανέφικτο να γίνει μέσα σε πέντε χρόνια… Σε τέτοιες συνθήκες είναι πολύ φυσικό η “ελευθερία εξόδου από την ένωση”, με την οποία δικαιολογούμαστε, να αποδειχτεί ένα άχρηστο χαρτί, που είναι ανίκανο να υπερασπιστεί τους αλλοεθνείς που ζουν στη Ρωσία από την επιδρομή του βέρου εκείνου Ρώσου, του Μεγαλορώσου-σοβινιστή, του ουσιαστικά παλιανθρώπου και δυνάστη, όπως είναι ο τυπικός Ρώσος γραφειοκράτης… Πολιτικά υπεύθυνους για όλη αυτή την πραγματικά μεγαλορωσική-εθνικιστική καμπάνια, πρέπει φυσικά να καταστήσουμε τον Στάλιν και τον Τζερζίνσκι… Έχω τη γνώμη ότι εδώ μοιραίο ρόλο έπαιξαν η βιασύνη και ο διοικητικός ζήλος του Στάλιν, καθώς και το μένος του ενάντια στον περιβόητο “σοσιαλεθνικισμό”… Ο Γεωργιανός που… ρίχνει περιφρονητικά κατηγορίες για “σοσιαλεθνικισμό”… είναι ένας πραγματικός και αληθινός όχι μόνο “σοσιαλεθνικός” αλλά και σκαιός Μεγαλορώσος ντερζιμόρντα… Ο Γεωργιανός αυτός ουσιαστικά παραβιάζει τα συμφέροντα της προλεταριακής ταξικής αλληλεγγύης, γιατί τίποτε δεν καθυστερεί τόσο την ανάπτυξη και τη στερέωση της προλεταριακής ταξικής αλληλεγγύης όσο η εθνική αδικία»[16].
Στο ίδιο άρθρο, ο Λένιν προτείνει το πέρασμα σε μια πιο χαλαρή, συνομοσπονδιακή δομή της ΕΣΣΔ, που θα παρείχε, εκτός από τον τομέα της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής, μια ουσιαστική αυτοκυβέρνηση στις δημοκρατίες. Η πρότασή του για την απομάκρυνση του Στάλιν από τη θέση του Γενικού Γραμματέα, διατυπωμένη στη «διαθήκη» του, υποκινούνταν στην πραγματικότητα από αυτέ τις θεωρήσεις.
Αν και οι κατευθύνσεις του Λένιν δεν εκπληρώθηκαν συνολικά, ωστόσο η εμπειρία της επανάστασης και της πρώτης δεκαετίας της σοσιαλιστικής μετάβασης στην ΕΣΣΔ έδωσε μια πρακτική επαλήθευση των δυνατοτήτων που ανοίγει ο σοσιαλισμός για πραγματική εθνική απελευθέρωση, καθώς και της μαρξιστικής στάσης αρχών στο εθνικό ζήτημα. Μια από τις πρώτες πράξεις της σοβιετικής κυβέρνησης ήταν η «Διακήρυξη των δικαιωμάτων των λαών της Ρωσίας», ένα διάταγμα που εκδόθηκε στις 15 (2) Νοέμβρη του 1917, λίγο μετά την κατάκτηση της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους. Το διάταγμα αναγνώριζε:
1. Την ισότητα και κυριαρχία όλων των λαών της Ρωσίας.
2. Το δικαίωμα των λαών της Ρωσίας στην αυτοδιάθεση, περιλαμβανόμενης της απόσχισής τους από τη Ρωσία.
3. Την κατάργηση όλων των εθνικών και θρησκευτικών προνομίων και περιορισμών.
4. Την ελεύθερη ανάπτυξη των εθνικών μειονοτήτων και εθνικών ομάδων της Ρωσίας.
Αυτή η αρχή τηρήθηκε από την μπολσεβίκικη κυβέρνηση και στα 1917-18 αρκετές περιοχές της Ρωσίας αποσχίστηκαν σε ανεξάρτητα κράτη: Μολδαβία, Φιλανδία, Λιθουανία, Εσθονία, Υπερκαυκασία, Λευκορωσία, Πολωνία, Λετονία. Υπήρξαν προβλήματα με την πολιτική των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία και αργότερα τους πολέμους στην Υπερκαυκασία, όταν στα 1920-21 ανατράπηκαν με στρατιωτική βία οι αστικές-μενσεβίκικες κυβερνήσεις στο Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία και τη Γεωργία. Μπορεί να επιχειρηματολογηθεί όμως ότι οι κυβερνήσεις αυτές διατηρούνταν στην εξουσία χάρη στην ιμπεριαλιστική επέμβαση ενώ υπήρχαν ντόπια μπολσεβίκικα κινήματα που είχαν καταπνιγεί βίαια από την αντίδραση, όπως η κομμούνα του Μπακού το 1918. Η ανατροπή τους ήταν έτσι υποστηρίξιμα μέρος του εμφυλίου και της επανάστασης. Μια περίπτωση μη συμμόρφωσης με την αρχή της αυτοδιάθεσης αποτέλεσε η προέλαση του σοβιετικού στρατού προς τη Βαρσοβία τον Αύγουστο του 1920, μετά την απόκρουση της πολωνικής εισβολής, ενώ δεν υπήρχε στη χώρα επαναστατική αναταραχή. Ο Λένιν και ο Τρότσκι αναγνώρισαν αργότερα πως επρόκειτο για ένα σοβαρό λάθος, μια υποχώρηση στη λαθεμένη αντίληψη ότι η επανάσταση μπορεί να εξαχθεί με τη βία.
Μετά το τέλος του εμφυλίου δόθηκε μια πραγματική δυνατότητα να δοκιμαστεί στην πράξη το θετικό, εποικοδομητικό μέρος του εθνικού προγράμματος των Μπολσεβίκων. Βέβαια, αυτό συνέβηκε σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, καθώς οι τσαρικές παραδόσεις της εθνικής καταπίεσης, οι καταστροφές του πολέμου και η καθυστέρηση πολλών εθνοτήτων εμπόδιζαν μια γρήγορη πρόοδο. Παρ’ όλα αυτά, στα 1922-1935 υλοποιήθηκαν δημοκρατικές εθνικές πολιτικές, που ενθάρρυναν την ελεύθερη χρήση της γλώσσας στην εκπαίδευση, τον Τύπο και τη διοίκηση και την ανάπτυξη της κουλτούρας κάθε εθνότητας με πολλές εθνικές ομάδες στις ασιατικές περιοχές να πραγματοποιούν ιστορικά άλματα, διαβαίνοντας για πρώτη φορά το κατώφλι του πολιτισμού. Η κρατική δομή της ΕΣΣΔ προσαρμόστηκε κατάλληλα με την ίδρυση αυτόνομων εθνικών δημοκρατιών και εθνικών Σοβιέτ. Παράλληλα, προωθήθηκε η ανάδειξη στα τοπικά αξιώματα στοιχείων από τον ντόπιο πληθυσμό, από πολλές περιοχές απομακρύνθηκαν οι μισητοί Ρώσοι έποικοι, κοκ. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις ακυρώθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 από τον Στάλιν. Στα χρόνια της τρομοκρατίας και αργότερα πήραν έκταση οι εθνικές διώξεις και εκκαθαρίσεις, με το ένα τρίτο περίπου των θυμάτων (περί τις 230.000) να αφορά διωκόμενες εθνικές ομάδες και μειονότητες (Πολωνοί, Γερμανοί, Έλληνες, Λιθουανοί, κοκ), ενώ στη δεκαετία του 1940 σημειώθηκε μια ισχυρή αναβίωση του μεγαλορωσικού σοβινισμού και του αντισημιτισμού. Μετά το 1956, ωστόσο, χάρη στη θετική επίδραση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, επανήλθαν αρκετά θετικά στοιχεία της περιόδου πριν την επικράτηση του Στάλιν.
Η πρόσφατη λόγια έρευνα, με τα έργα ιδιαίτερα των Τ. Μάρτιν, Τζ. Σμιθ, κ.ά.[17], έχει καταδείξει την πολιτική αρχών των Μπολσεβίκων στο εθνικό ζήτημα, τις μεγάλες προόδους στη διασφάλιση της εθνικής ισοτιμίας στην πρώτη περίοδο μετά την επανάσταση και την οξεία αντίθεση με τις καταπιεστικές εθνικές πρακτικές του Στάλιν. Βέβαια, ακόμη και ένας σοβαρός ερευνητής όπως ο Μάρτιν υποτιμά τις διαφορές ανάμεσα στις προσεγγίσεις του Λένιν και του Στάλιν, στο εθνικό ζήτημα και γενικότερα. Προκατειλημμένοι αστοί ιστορικοί, όπως η Ελέν Καρέρ Ντ’ Ενκώς, από την άλλη, συγγραφέας ενός βιβλίου για τον Λένιν, διαστρέφουν συστηματικά τις απόψεις του Λένιν, προσπαθώντας να εμφανίσουν ότι η επιμονή του στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ήταν ανειλικρινής και συμμεριζόταν κατά βάση το σταλινικό αυταρχισμό.
Θα συζητήσουμε αργότερα το βιβλίο της Ντ’ Ενκώς. Εδώ θα δούμε μόνο πώς παρουσιάζει τις θέσεις του Λένιν για το εθνικό ζήτημα. Γράφει σχετικά:
«Όπως οι Μενσεβίκοι, έτσι και ο Λένιν αποδέχεται εξ ορισμού την αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών, αλλά διευκρινίζει ότι η έκφραση αυτή στην πραγματικότητα υπονοεί την “αυτοδιάθεση του προλεταριάτου”… Ποιο μπορεί να είναι λοιπόν το αποτέλεσμα ενός αγώνα για την αυτοδιάθεση; Ο Λένιν δεν αντιμετωπίζει παρά δύο: την πλήρη και ολοκληρωτική ένταξη σε ένα ενιαίο προλεταριακό κράτος, μόλις το προλεταριάτο επικρατήσει, ή την απόσχιση. Όμως, τη δεύτερη υπόθεση την αντιμετωπίζει μάλλον ως λύση του εθνικού ζητήματος στο προεπαναστατικό στάδιο… Η διαπαιδαγώγηση με το σύνθημα της αυτοδιάθεσης, υιοθετημένο από το εργατικό κίνημα κατά την περίοδο του επαναστατικού αγώνα, οφείλει να έχει διαφοροποιήσει αρκούντως τις συνειδήσεις ώστε, κατόπιν, να εξαφανιστούν οι εθνικές διαφορές και να μην υπάρχει πια παρά η ενότητα της προλεταριακής συνείδησης. Ούτως ή άλλως, ο Λένιν απορρίπτει τις μέσες λύσεις, αυτονομία ή φεντεραλισμό»[18].
Αν η Γαλλική Ακαδημία καθιέρωνε ένα βραβείο για τον ή την ιστορικό που έκανε τις περισσότερες παραχαράξεις, θα ανήκε δικαιωματικά στην Ντ’ Ενκώς. Γιατί είναι πράγματι δύσκολο να φανταστεί κανείς πιο πλήρη παραποίηση των θέσεων του Λένιν.
Η πρόταση να αντικατασταθεί η αυτοδιάθεση των εθνών με την αυτοδιάθεση των εργαζομένων είχε γίνει από τον Μπουχάριν, στη συζήτηση για το πρόγραμμα του κόμματος στο 8ο Συνέδριο (1919). Ο Λένιν της είχε αντιταχθεί κατηγορηματικά, υπογραμμίζοντας ότι η αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών, με το δικαίωμα της απόσχισης, κ.λπ., διατηρεί την ισχύ της όχι μόνο πριν αλλά και μετά την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο. Εξηγούσε στον Μπουχάριν ότι ιδιαίτερα στις συνθήκες της Ρωσίας, όπου οι ασιατικές περιοχές της χώρας δεν είχαν καλά-καλά αρχίσει την καπιταλιστική τους ανάπτυξη, δεν μπορούσε να υπερπηδήσει κανείς το εθνικό ζήτημα και να μιλά μόνο για σοσιαλισμό· μόνο το προχώρημα της οικονομικής τους ανάπτυξης θα έκανε δυνατή την έναρξη και εκεί της σοσιαλιστικής επανάστασης:
«“Τι μας χρειάζεται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών!… Θέλω να αναγνωρίσω μόνο το δικαίωμα των εργαζόμενων τάξεων για αυτοδιάθεση” – λέει ο σ. Μπουχάριν. Δηλαδή, θέλετε να αναγνωρίσετε αυτό που στην πραγματικότητα δεν έχει επιτευχθεί σε καμιά χώρα, εκτός από τη Ρωσία. Είναι αστείο… Τι μπορούμε να κάνουμε όσον αφορά τέτοιους λαούς όπως οι Κιργίζιοι, οι Ουζμπέκοι, οι Τατζίκοι, οι Τουρκμένοι, που ως τα τώρα βρίσκονται κάτω από την επιρροή των χοτζάδων τους;… Εδώ πρέπει να περιμένουμε την ανάπτυξη του δοσμένου έθνους, τη διαφοροποίηση του προλεταριάτου από τα αστικά στοιχεία, που είναι αναπόφευκτη… Είναι εντελώς λαθεμένο να απορρίψουμε την αυτοδιάθεση των εθνών και να την αντικαταστήσουμε με την αυτοδιάθεση των εργαζομένων, γιατί μια τέτοια τοποθέτηση δεν παίρνει υπόψη της με πόσες δυσκολίες, με πόσες λοξοδρομήσεις συντελείται η διαφοροποίηση μέσα στα έθνη… Το πρόγραμμά μας δεν πρέπει να μιλά για αυτοδιάθεση των εργαζομένων, γιατί αυτό δεν είναι σωστό. Πρέπει να μιλά γι’ αυτό που υπάρχει»[19].
Η Ντ’ Ενκώς έχει επίσης άδικο όταν βεβαιώνει ότι ο Λένιν ήταν γενικά ενάντια στην αυτονομία και την ομοσπονδία. Ο Λένιν εναντιωνόταν μόνο στην αντίληψη του Μπάουερ για την εξωεδαφική πολιτιστική αυτονομία. Υποστήριζε ένα ενιαίο, συγκεντρωτικό-δημοκρατικό κράτος, στα πλαίσια του οποίου η τοπική αυτονομία και αυτοδιοίκηση είχε θέση, αποτελώντας το δημοκρατικό σκέλος του. «Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός», υπογράμμιζε, «όχι μόνο δεν αποκλείει την τοπική αυτοδιοίκηση με αυτονομία των περιοχών, που τις διακρίνουν ιδιαίτερες οικονομικές και βιοτικές συνθήκες, ιδιαίτερη εθνική σύνθεση του πληθυσμού, κτλ, αλλά, απεναντίας, απαιτεί απαραίτητα και το ένα και το άλλο». Παραθέτοντας μια επιχειρηματολογία της Λούξεμπουργκ για την ανάγκη τα τοπικά ζητήματα να αποφασίζονται από τοπικά όργανα, σημείωνε πως αυτού του είδους η αυτονομία είναι αναγκαία σε «ένα σύγχρονο πραγματικά δημοκρατικό κράτος», ώστε ο συγκεντρωτισμός να λειτουργεί «δημοκρατικά και όχι γραφειοκρατικά»[20].
Παρόμοια, ο Λένιν υποστήριζε το ενιαίο κράτος αντί της ομοσπονδίας μόνο όπου όλες οι άλλες συνθήκες ήταν ίσες, δηλαδή εφόσον επρόκειτο για δημοκρατικό κράτος. Επειδή όμως στον καπιταλισμό το δημοκρατικό κράτος τύπου Ελβετίας αποτελεί εξαίρεση, αναγνώριζε ταυτόχρονα ότι η ομοσπονδία μπορεί συχνά να είναι μια μορφή μετάβασης από ένα αυταρχικό σε ένα πραγματικά δημοκρατικό ενιαίο κράτος. «Η αναγνώριση της αυτοδιάθεσης», έγραφε, «δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση της ομοσπονδίας σαν αρχής. Μπορεί να είναι κανείς αποφασιστικός αντίπαλος αυτής της αρχής και οπαδός του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, να προτιμά όμως την ομοσπονδία από την εθνική ανισοτιμία, σαν το μοναδικό δρόμο προς έναν ολοκληρωμένο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό»[21]. Ο Λένιν ανέφερε σχετικά την υποστήριξη από τον Μαρξ της ομοσπονδίας της Ιρλανδίας με την Αγγλία, στο οποίο θα μπορούσε να προστεθεί και η δική του υποστήριξη της Βαλκανικής Ομοσπονδίας, αλλά και η πλήρης υιοθέτησή του της αρχής της ομοσπονδίας αναφορικά με τη συγκρότηση της ΕΣΣΔ, την οποία παρακάμπτει ως ανάξια μνείας η Ντ’ Ενκώς.
Είναι τέλος αναληθές ότι ο Λένιν προσέβλεπε σε μια άμεση ή γρήγορη εξαφάνιση των εθνικών διαφορών μετά την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο. Απεναντίας, υπογράμμιζε ότι επειδή αυτές οι διαφορές κρατούσαν αιώνες, θα χρειαζόταν χρόνος για να ξεπεραστούν:
«Μετασχηματίζοντας τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό το προλεταριάτο δημιουργεί τη δυνατότητα να εξαλειφθεί εντελώς η εθνική καταπίεση· η δυνατότητα αυτή θα μετατραπεί σε πραγματικότητα “μόνο” –“μόνο”!– όταν θα εφαρμοστεί στο ακέραιο η δημοκρατία σε όλους τους τομείς… Οι εθνικές αντιπάθειες δεν θα εξαφανιστούν τόσο γρήγορα· το μίσος –και απόλυτα δικαιολογημένο– του καταπιεζόμενου έθνους προς το έθνος που καταπιέζει θα εξακολουθεί να υπάρχει για ένα ορισμένο διάστημα· θα εξατμιστεί μόνο ύστερα από τη νίκη του σοσιαλισμού και ύστερα από την τελική αποκατάσταση απόλυτα δημοκρατικών σχέσεων ανάμεσα στα έθνη»[22].
Ενώ ο Λένιν έθεσε από μια μαρξιστική άποψη αρχών το εθνικό ζήτημα στην ιμπεριαλιστική εποχή, διατύπωσε τα καθήκοντα του κομμουνιστικού κινήματος και πρόβλεψε τις εξελίξεις στον 20ό αιώνα, οι θέσεις του δεν αρκούν για τον προσανατολισμό του κομμουνιστικού κινήματος στις συνθήκες του 21ου αιώνα. Βέβαια το εθνικό ζήτημα εξακολουθεί να παίζει καίριο ρόλο στις ιστορικές εξελίξεις, γεγονός που έχει φανεί σε ένα πλήθος εθνικά κινήματα και συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών, από τους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία και τη σύγκρουση ανάμεσα στην Ουκρανία και τη Ρωσία, ως την αναβίωση του εθνικού ζητήματος σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, Ισπανία, Μεγάλη Βρετανία, Βέλγιο, κ.ά., όπου θεωρούνταν ότι είχε λυθεί. Η κύρια διαφοροποίηση, ωστόσο, που σημειώθηκε ιδιαίτερα μετά το 1990 είναι ότι ενώ ως τότε είχαμε να κάνουμε κυρίως με προοδευτικά εθνικά κινήματα, που αγκάλιασαν τις χώρες του Τρίτου Κόσμου και οδήγησαν στην κατάρρευση του αποικιακού συστήματος, ενεργώντας στις περισσότερες περιπτώσεις ως σύμμαχοι ή συνοδοιπόροι του κομμουνισμού, στις μέρες μας πολλά εθνικά κινήματα έχουν διαδραματίσει αντιδραστικό ρόλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι στην εποχή μας δεν υπάρχουν δίκαιοι και προοδευτικοί εθνικοί αγώνες· οι αγώνες του παλαιστινιακού και του κουρδικού λαού για την απόκτηση δικής τους πατρίδας προσφέρουν σχετικά παραδείγματα. Αλλά πολύ συχνά οι εθνικές διαμάχες έχουν χρησιμεύσει για να καλύψουν τις κοινωνικές αντιθέσεις και να στραφεί η δυσαρέσκεια των μαζών σε αδιέξοδες κατευθύνσεις αλληλοσφαγής και τυφλής βίας. Τα εθνικά μίση ενισχύθηκαν συνειδητά από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, που, τροποποιώντας την παλιά στρατηγική τους, έχουν υποστηρίξει τη δημιουργία όσο το δυνατό περισσότερων μικρών κρατών, τα οποία μπορούν να ελέγχουν και να καταδυναστεύουν ευκολότερα, με την οικεία συνταγή τους του «διαίρει και βασίλευε».
Αυτά τα περιστατικά, και η αλλαγή του ρόλου του εθνικού ζητήματος, δεν είναι τυχαία. Συνδέονται με την ωρίμανση των υλικών όρων για το σοσιαλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, έτσι που τα δημοκρατικά ζητήματα, μεταξύ αυτών και το εθνικό, τείνουν να χάσουν τη σχετικά ανεξάρτητη προοδευτική σημασία τους. Σήμερα ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Ινδίας ή της Κίνας από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και επιβουλή δεν περνά από το εθνικό κίνημα που έδωσε ό,τι θετικό ήταν να δώσει· συνδέεται πλέον άρρηκτα με τον αγώνα για το σοσιαλισμό. Αυτό δεν αναιρεί την αξία των αναλύσεων του Λένιν, οι οποίες παραμένουν ιδιαίτερα αναφορικές για τη μεθοδολογία προσέγγισης του εθνικού ζητήματος από τους κομμουνιστές.
Οι απόψεις του Λένιν για το εθνικό ζήτημα χαρακτηρίζονταν από την οξεία διαλεκτική αίσθηση της μεταβατικότητας, των ενδιάμεσων στιγμών, κοκ, που διέκρινε την προσέγγισή του σε όλα τα ζητήματα της επανάστασης. Ορθά, λοιπόν, ο Τ. Κράουζ, συμπεραίνει ότι «Η καινοτομία της προσέγγισης του Λένιν στο διεθνισμό… ήταν ότι ενσωμάτωσε τα αιτήματα για την κατάργηση της εθνικής καταπίεσης, περιλαμβανόμενης της γλωσσικής και πολιτιστικής καταπίεσης, στην “καθολική” έννοια της ταξικής πάλης ως ένα ιδιαίτερο σύνολο θεμάτων». Η προσέγγιση του Λένιν, προσθέτει, εστίαζε στην «απαιτούμενη έρευνα και εξερεύνηση των “μεσολαβήσεων” και “μεταβάσεων” στον τελικό επαναστατικό σκοπό και των δυνατοτήτων της στιγμής»[23].
[1] Βλέπε, π.χ., Λένιν, «Ο παρτιζάνικος πόλεμος», Άπαντα, τόμ. 14, σελ. 1-12.
[2] Λένιν, «Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 44, 30.
[3] Λένιν, «Απάντηση στον Π. Κίεβσκι» και «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 71 και τόμ. 27, σελ. 257 αντίστοιχα.
[4] Λένιν, «Θέσεις για το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 166.
[5] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 461.
[6] Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον “ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 116.
[7] Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον “ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 80, 84.
[8] Βλέπε Λένιν, «Κριτικά σημειώματα για το εθνικό ζήτημα», Άπαντα, τόμ. 24, σελ. 133, 137-138,
κ.λπ.
[9] Στο ίδιο, σελ. 120-121.
[10] Ρ. Λούξεμπουργκ, «Το εθνικό ζήτημα», https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1909/national-question/ch01.htm.
[11] Λένιν, «Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 263.
[12] Λένιν, «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τόμ. 27, σελ. 258-259.
[13] Βλέπε στο ίδιο, σελ. 264-265 και στα Άπαντα, τόμ. 45, σελ. 362, για την επικείμενη αφύπνιση των αποικιών. Ο Κέβιν Άντερσον σημειώνει την αξία αυτής της πρόβλεψης, ως μιας κατάδειξης της θεωρητικής διεισδυτικότητας του Λένιν: «Εκείνοι που ελαχιστοποιούν τη θεωρητική συνεισφορά του Λένιν, ή τον θεωρούν ως έναν απλό τακτικιστή, θα έπρεπε να εξετάσουν την προβλεπτικότητά του σε αυτά τα ζητήματα. Πάνω από τρεις δεκαετίες πριν η Ινδία κερδίσει την ανεξαρτησία της και πάνω από τέσσερις δεκαετίες πριν τα αφρικανικά απελευθερωτικά κινήματα έρθουν στο προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας του 1960, θεωρητικοποιούσε ήδη τα αντι-ιμπεριαλιστικά εθνικά κινήματα ως ένα κύριο παράγοντα στην παγκόσμια πολιτική» (Κ. Άντερσον, ό.π., στη συλλογή Lenin Reloaded, σελ. 131).
[14] Λένιν, «Κριτικά σημειώματα για το εθνικό ζήτημα», Άπαντα, τόμ. 24, σελ. 123, επίσης 125-126. Μέρος αυτής της διαδικασίας διάλυσης των εθνικών φραγμών αποτελεί κατά τον Λένιν η μαζική μετανάστευση εργατών από τις υπανάπτυκτες στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Στο άρθρο του «Ο καπιταλισμός και η μετανάστευση των εργατών» σημείωνε την «προοδευτική σημασία της σύγχρονης αυτής μετανάστευσης των λαών», που εξαλείφει «τους εθνικούς φραγμούς και προλήψεις» και την ανάγκη συνένωσης των ντόπιων εργατών με τους χειρότερα αμειβόμενους και εκμεταλλευόμενους μετανάστες (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 24, σελ. 90, 93).
[15] Στο ίδιο, σελ. 126.
[16] Λένιν, «Σχετικά με το ζήτημα των εθνοτήτων ή της αυτονόμησης», Άπαντα, τόμ. 45, σελ. 357, 361, 360.
[17] Βλέπε σχετικά Τ. Μάρτιν, The Affirmative Action Empire. Nations and Nationalism in the Soviet Union, 1923-1939, Cornell University Press, Νέα Υόρκη και Λονδίνο 2001 και Τζ. Σμιθ, The Bolsheviks and the National Question, 1917-1923, Macmillan, Λονδίνο 1999.
[18] Ε. Καρέρ Ντ’ Ενκώς, Λένιν, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2004, σελ. 183, 186.
[19] Λένιν, «Το 8ο Συνέδριο του ΚΚΡ (Μπ.), Εισήγηση για το πρόγραμμα του κόμματος», Άπαντα, τόμ. 38, σελ. 157-161.
[20] Λένιν, «Κριτικά σημειώματα για το εθνικό ζήτημα», στα Άπαντα, τόμ. 24, σελ. 143-144. Ο Λένιν έχει υπόψη εδώ ένα αστικό δημοκρατικό κράτος όπως η Ελβετία.
[21] Λένιν, «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τόμ. 27, σελ. 260. Αναφορικά με την αποδοχή από τον Λένιν της ομοσπονδιακής συγκρότησης του σοβιετικού κράτους, βλέπε τις «Θέσεις για το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 164, θέσεις 7 και 8, καθώς και το ήδη συζητημένο άρθρο του για το ζήτημα των εθνοτήτων και της αυτονόμησης.
[22] Λένιν, «Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 22, 51.
[23] Τ. Κράουζ, Reconstructing Lenin, σελ. 166, 170.

+ There are no comments
Add yours