φωτογραφία: (ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΑΠΑΝΗΣ/EUROKINISSI)
Μάι 8, 2026 – 16:05 Κώστας Καλλωνιάτης, Χάρης Παπαδόπουλος Η ΕΠΟΧΗ
Με τον τίτλο “Η Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής” δημοσιεύτηκε πρόσφατα το Μανιφέστο για τη “Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας” του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα (ΙΝΑΤ).
Δύναμη διακυβέρνησης ή κοινωνικής ανατροπής ;
Βεβαίως, ο όρος “Κυβερνώσα Αριστερά” γραμματικά είναι αδόκιμος δεδομένου ότι σήμερα δεν κυβερνά η Αριστερά (κυβερνητική Αριστερά θα ήταν πιο ακριβής), χρησιμοποιείται όμως συνειδητά για να δηλώσει Αριστερά που διεκδικεί και προετοιμάζεται για εξουσία. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για ουδέτερο όρο. Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στη λέξη. Δείχνει αντίληψη για την Αριστερά και εκφράζει συγκεκριμένη στρατηγική.
Έτσι, στο ερώτημα εάν δηλαδή είναι δύναμη διακυβέρνησης ή είναι δύναμη κοινωνικής ανατροπής απαντά μετατοπίζοντας το κέντρο από την κοινωνία στο κράτος και από την ταξική πάλη στη διαχείριση…μολονότι αρνείται την τελευταία: “Οι τρεις αυτές δυνάμεις που δεν τοποθετούνται ασφαλώς στο πολιτικό Κέντρο, αλλά στα αριστερά του, καλούνται να ασκήσουν αριστερές πολιτικές αναδιανομής και ενίσχυσης των μη ευνοημένων και των μεσαίων στρωμάτων στα κέντρα και όχι στο περιθώριο των κοινωνιών. Ορισμένοι το αποκαλούν αυτό διαχείριση, εμείς το ονομάζουμε επαναστατική αλλαγή.” (Μανιφέστο)
Ο Ρουσσώ και η Αριστερά των ανισοτήτων
Όμως, στο ταυτοτικό ζήτημα της επιδιωκόμενης κυβερνώσας Αριστεράς το Μανιφέστο δίνει το στίγμα του εξαρχής με τα λόγια του Ζαν Ζακ Ρουσσώ πως “κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο, και κανένας τόσο φτωχός ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του”. Άρα το πρόβλημα για το Μανιφέστο δεν είναι οι ανισότητες καθαυτές, αλλά ο βαθμός τους, η υπερβολή τους που θέλει να περιορίσει εντός του καπιταλισμού. Βεβαίως, η φράση του κριτικού διαφωτιστή και προσοσιαλιστή Ρουσσώ είναι προοδευτική και ριζοσπαστική για την εποχή της, αλλά όχι για την Αριστερά του 21ου αιώνα. Το να θέλεις να εξανθρωπίσεις την ανισότητα, αντί να την καταργήσεις στη βάση της γνωρίζοντας – μετά τον Μαρξ – πως είναι η εκμετάλλευση της εργασίας που την παράγει, συνιστά ηθικολογική και στρατηγική οπισθοδρόμηση, όχι προοδευτική υπέρβαση.
Κι όταν ακόμη η συμμαχική Αριστερά μιλάει για ισότητα, στην πραγματικότητα δεν την εννοεί: “Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά έχει ως πρότερο μέλημα της την ισότητα. Και μπροστά στην εφαρμογή της ισότητας των ευκαιριών δεν λησμονεί την ανισότητα των αφετηριών, γιατί πιστεύει πως κάθε άνθρωπος αξίζει να ανταμείβεται σύμφωνα με τα προσόντα, τις γνώσεις και τις δεξιότητές του, αλλά συνάμα και πως κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως προσόντων, γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων δικαιούται να έχει μια θέση στην κοινωνία.” (στο ίδιο)
Γιατί είναι άλλο πράγμα η ισότητα γενικά στις συνθήκες ζωής (βλ εισόδημα, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, παιδείας, επίπεδο διαβίωσης) που συνδέεται ιστορικά με ρεύματα όπως ο σοσιαλισμός και η σοσιαλδημοκρατία. Κι άλλο πράγμα η “ισότητα ευκαιριών” που σημαίνει ότι όλοι ξεκινούν με τους ίδιους “κανόνες” κι ότι δεν υπάρχουν θεσμικά εμπόδια (διακρίσεις, αποκλεισμοί), στόχος που συνδέεται περισσότερο με τον φιλελευθερισμό. Πχ αναφέρει: “Προάσπιση του δημόσιου δωρεάν χαρακτήρα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης απέναντι στην απελευθέρωση της ιδιωτικοποίησης που βαθαίνει τις κοινωνικές ανισότητες.” που ερμηνεύεται ως αποδοχή του καθεστώτος των ιδιωτικών πανεπιστημίων αλλά και των ανισοτήτων που προκύπτουν από αυτή. Η ισότητα ευκαιριών λέει: “Αρκεί να ξεκινάμε από την ίδια γραμμή”. Η πιο ουσιαστική ισότητα απαντά: “Δεν ξεκινάμε ποτέ από την ίδια γραμμή”.
Η Νέα Εποχή του ολέθρου και το αριστερό σχέδιο ανασυγκρότησης
Ποια είναι όμως η Νέα Εποχή στην οποία θέλει να κυβερνήσει αυτή η συμμαχική Αριστερά; Σύμφωνα με το ίδιο το Μανιφέστο είναι η εποχή “όπου ο πόλεμος των αγορών παράγει διαρκώς γεωπολιτικές κρίσεις, όπου οι εθνικές οικονομίες ακολουθούν τις απαιτήσεις του πολέμου αντί να αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές ανισότητες και την κλιματική κρίση”, όπου το ισχυρότερο κράτος στον κόσμο, οι ΗΠΑ, κατάντησε κράτος ταραξίας “αναγγέλλοντας την έλευση μιας πρωτόγνωρης και άκρως αντιδραστικής τάξης πραγμάτων… με εκθετικά αυξανόμενες δαπάνες για πολεμικό υλικό (βλ πρόγραμμα Re-arm Europe) και την “Ευρώπη να αντιμετωπίζει μια τετραπλή κρίση: κοινωνική ανισότητα, αποβιομηχάνιση, άνοδο της Ακροδεξιάς και κρίση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης.”
Σε αυτή την Νέα Εποχή οικονομικο-κοινωνικής παρακμής και πολεμικής βαρβαρότητας η “Κυβερνώσα Αριστερά” της τριπλής συμμαχίας Σοσιαλδημοκρατίας-Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Οικολογίας “που βρίσκεται αριστερά του Κέντρου” φαντασιώνεται πως μπορεί να περάσει χαλινάρι στον αφηνιασμένο καπιταλισμό. Κι αυτό χάρις σε ένα “αξιόπιστο σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης” βασισμένο σε έναν “δημοκρατικό, συμπεριληπτικό και συνταγματικό (!) πατριωτισμό” το οποίο θα περιλαμβάνει (α) ένα ισχυρότερο αστικό κράτος που θα λειτουργεί με κανόνες για όλους και δεν θα μεροληπτεί ταξικά όπως πάντα κάνει, (β) αριστερές πολιτικές αναδιανομής (μείωση κόστους ζωής, κοινωνικό κράτος) που δεν λέγεται πουθενά πως θα επιβάλλει και (γ) μία ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού πρότυπου στηριγμένη “στα εργαλεία της υγιούς ανταγωνιστικότητας” και εμπνεόμενη από την “ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης” που σήμερα, αλίμονο, υλοποιείται στη βάση της πολεμικής οικονομίας. Αν μη τι άλλο, το Μανιφέστο πετυχαίνει σε πολιτικό επίπεδο τον τετραγωνισμό του κύκλου.
Στο εύλογο ερώτημα γιατί σε άλλες χώρες της ΕΕ η τριπλή αριστερή συμμαχία είτε απέτυχε είτε είχε εφήμερες επιτυχίες που στο τέλος επέτρεψαν την άνοδο της ακροδεξιάς, το Μανιφέστο δεν απαντά. Αντίθετα, θεωρεί ότι σε μία Ελλάδα παραγωγικά διαλυμένη και σε χειρότερη κατάσταση 18 χρόνια μετά (Μανιφέστο), η σύγκλιση των τριών ρευμάτων της Αριστεράς του 20ου αιώνα θα κατορθώσει με “την σύνθεση σταδιακής αλλαγής και ρήξης” ό,τι δεν πέτυχαν επί δεκαετίες οι αντίστοιχες συμμαχίες στην ΕΕ.
Θα ρυθμίσει η Αριστερά την Τεχνητή Νοημοσύνη ;
“Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) είναι παραγωγικός πόρος και αγαθό δημοσίου ενδιαφέροντος… θα πρέπει να ρυθμίζεται και να ελέγχεται από τη δημόσια εξουσία… είναι κοινωνικό απόθεμα.” (Μανιφέστο)
Θυμίζουμε πως η Ε.Ε. έχει θεσπίσει σχετικό νόμο ρύθμισης και ελέγχου, τον AI ACT, ο οποίος όχι μόνο δεν προσέφερε πολλά στη ρύθμιση της ΤΝ, αλλά επειδή δυσαρέστησε τους μεγαλοεπενδυτές σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε ένα πακέτο απορρυθμιστικών τροπολογιών, το λεγόμενο “Digital Omnibus on AI”, το οποίο προβλέπεται να επαναφέρει την πλήρη ασυδοσία των ολιγοπωλείων. Δεν πρόκειται λοιπόν για “κοινωνικό απόθεμα”, πρόκειται για πλήρη ιδιοκτησία της τεχνολογίας και των απαιτούμενων δεδομένων από τις λεγόμενες Big Tech εταιρείες. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι ποιος ελέγχει την ΤΝ, όπως αναφέρει το μανιφέστο του ΙΝΑΤ, αλλά ποιος την κατέχει. Αυτό το κρίσιμο ερώτημα δεν απασχολεί και δεν απαντάται από το μανιφέστο του Αλέξη Τσίπρα.
Όσα δεν λέγονται για την “πράσινη και ψηφιακή μετάβαση”
Το Μανιφέστο αναφέρει τις εξής βασικές κατευθύνσεις:
“(1) Ενεργειακή μετάβαση που μειώνει το κόστος ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις (2) Επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με συμμετοχή τοπικών κοινωνιών (3) Δημιουργία πράσινων θέσεων εργασίας στην περιφέρεια (4) Ψηφιακός μετασχηματισμός που προτάσσει το δημόσιο συμφέρον και το συλλογικό όφελος… (5) Συνέργειες της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης… (6) Προστασία από κλιματικούς κινδύνους και φυσικές καταστροφές (7) Βιώσιμες πόλεις με καλύτερη ποιότητα ζωής (8) Παραγωγικό μοντέλο που συνδυάζει ανάπτυξη και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.”
Οι κατευθύνσεις (1), (2), (3), (6), (7), (8) χρειάζονται σίγουρα περισσότερη εξειδίκευση από την υπάρχουσα, για να μπορέσουμε να τις κρίνουμε επαρκώς. Διακρίνεται πάντως φιλοπεριβαλλοντική προσέγγιση. Υπόσχεται προώθηση της ενεργειακής δημοκρατίας, συστηματική αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, και κατεύθυνση κατασκευής πράσινων υποδομών πρόληψης – προστασίας από τα ακραία φαινόμενα της κλιματικής κρίσης. Αναφέρεται επίσης το περιβαλλοντικό κόστος της ψηφιακής μετάβασης και της Τεχνητής Νοημοσύνης το οποίο προσπαθεί να μειώσει με ένα ρυθμιστικό σχέδιο ρητρών. Οι κατευθύνσεις αυτού του σχεδίου δεν υπάρχουν στο μανιφέστο αλλά υπάρχουν σε προηγούμενο κείμενο του ΙΝΑΤ στο οποίο αναφερόμαστε παρακάτω. Τα σημαντικότερα όμως είναι αυτά που δεν γράφτηκαν στο μανιφέστο. Δεν υπάρχει αναφορά για τις εξορύξεις, για την Κυκλική Οικονομία και για οικολογική πολιτική στον Πρωτογενή Τομέα. Τα ζητήματα που απουσιάζουν εδώ αποκαλύπτουν ότι η σχέση του κειμένου με την Οικολογία είναι πολύ πιο χαλαρή από τη σχέση με την ιδιωτική επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις και την αναπτυξιολογία.
Οι κατευθύνσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού (4) και των συνεργιών της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης (5) είναι επίσης γενικές και ασαφείς, οπότε υποχρεωθήκαμε να ανατρέξουμε σε προηγούμενο δημοσιευμένο κείμενο του ΙΝΑΤ (Μάρτιος 2026), με τίτλο “Από την Ψηφιακή Αποικία στη Στρατηγική Αυτονομία”(https://in-at.gr/institouto-alexi-tsipra-martios-2026-apo-tin-psifiaki-apoikia-sti-stratigiki-aftonomia). Σε αυτό το κείμενο “τεκμηρίωσης” υπάρχουν σαφέστερες σχετικές προτάσεις που παρουσιάζονται ως “ευθυγραμμισμένες” με ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Ιανουάριος 2026) για την ψηφιακή κυριαρχία το οποίο υπερψήφισε ακόμη και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Κεντρικό σημείο του ψηφίσματος του ΕΚ είναι η σύσταση για την κατασκευή πολυεπίπεδων δημόσιων ψηφιακών υποδομών, ευρωπαϊκής ιδιοκτησίας, χωρίς κυρίαρχο έλεγχο κάποιας ιδιωτικής εταιρείας ή κράτους. Μία σχετική πρωτοβουλία από ιδιωτικές Ευρωπαϊκές εταιρείες ήδη υπάρχει από τον Σεπτέμβριο του 2024 και είναι το ονομαζόμενο Eurostack (https://eurostack.eu).
Στην εισαγωγή του κειμένου του ΙΝΑΤ του Μαρτίου αναφέρεται: “…πολλές χώρες αναπτύσσουν ήδη σχήματα κυρίαρχου υπολογιστικού νέφους”, όμως διαβάζοντας τις προτάσεις που παρουσιάζονται παρακάτω, είναι χαρακτηριστική η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε δημόσιες επενδύσεις για ψηφιακές υποδομές. Οι προτάσεις ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με ρυθμίσεις και κανονιστικά πλαίσια για τις ιδιωτικές επενδύσεις που θα αφορούν ψηφιακές υποδομές (data centers) στην Ελλάδα. Οι “πέντε άμεσες προτεραιότητες της μελέτης” του ΙΝΑΤ είναι οι παρακάτω:
“(1) Εθνικό Σχέδιο Υπολογιστικής Ισχύος… (2) Ρύθμιση με όρους εθνικής ωφέλειας… (3) Ρήτρες ψηφιακής κυριαρχίας… (4) Ρήτρες ενεργειακής ευελιξίας… (5) Διαφάνεια ως μόνιμος κανόνας…”
Οι παραπάνω προτάσεις είναι κατά βάση ρυθμιστικές και ασχολούνται με τον τρόπο που θα γίνονται οι νέες επενδύσεις και αδειοδοτήσεις, χωρίς καμία φανερή πρόθεση δημόσιας παρέμβασης με αντι-ολιγοπωλιακό ή αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, αλλά και χωρίς πρόθεση αναδιανομής της εξουσίας που πηγάζει από την ιδιοκτησία των δεδομένων. Οι ρυθμιστικές προτάσεις, τα κανονιστικά πλαίσια, οι ρήτρες και οι προσπάθειες φορολόγησης είναι δοκιμασμένες πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι οποίες αποδίδουν ελάχιστα στον περιορισμό της εξουσίας των ολιγοπωλίων και ακόμη λιγότερο στην ενδυνάμωση των πολιτών. Επίσης, αυτές οι μέθοδοι, ενώ προσπαθούν να προστατεύσουν κάποιο υποσύνολο δεδομένων των πολιτών, δεν είναι ικανές να αποδώσουν σε αυτούς όφελος από τη χρήση των δεδομένων τους. Μπορεί να μειωθεί ελάχιστα το περιθώριο κέρδους των ολιγοπωλίων χωρίς όμως να αλλάξει η σχέση εξουσίας πάνω στα δεδομένα και στους πολίτες. Συνεπώς, με αυτά τα εργαλεία δεν επιτυγχάνεται “δικαιότερη κοινωνία” ούτε βέβαια συνθήκη ισότητας. Παρόλο που το ψήφισμα του ΕΚ, με το οποίο υποτίθεται ότι “ευθυγραμμίζεται” το ΙΝΑΤ, αναφέρει ως προμετωπίδα του την κατασκευή δημόσιων υποδομών, τα κείμενα του ΙΝΑΤ εντέχνως αποφεύγουν να αναφέρουν παρόμοια πρόταση, η οποία θα ήταν ένα πρώτο βήμα αναδιανομής, αν συνδυαζόταν με κοινωνική συμμετοχή και ιδιοκτησία δεδομένων από τους πολίτες. Δεν υπάρχει καμία αναφορά για δημόσιο πάροχο τηλεπικοινωνιών παρά μόνο μια υποψία παρέμβασης σχετική με τα υποθαλάσσια καλώδια οπτικής ίνας. Ταυτόχρονα, γίνεται φανερό στα κείμενα του ΙΝΑΤ πως δεν υπάρχει πρόθεση να “διαταραχθούν” οι υπάρχουσες επενδύσεις και συμβάσεις των εταιρειών των Η.Π.Α. στην Ελλάδα, όπου όλες οι δημόσιες ψηφιακές υπηρεσίες με τα δεδομένα τους αλλά και οι σχετικές υπηρεσίες υγείας έχουν ήδη μεταφερθεί στις υποδομές ολιγοπωλειακών εταιρειών των Η.Π.Α.(G-Cloud και H-Cloud). Οι “ρήτρες φορητότητας” και η “δικαιοδοσία κρίσιμων δεδομένων” αφορούν τις νέες επενδύσεις, όπως διευκρινίζεται. Συμπεραίνουμε ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητείται η τρέχουσα κυβερνητική πολιτική που οδήγησε στην πλήρη ψηφιακή εξάρτηση, απλώς προτείνονται νέοι κανόνες σε αυτή την εξάρτηση από εδώ και στο εξής.
Ένα κρίσιμο συμπέρασμα…
Σχετικά με την “πράσινη και ψηφιακή μετάβαση” το κείμενο τοποθετείται πολιτικά εκτός ιδεολογικού πλαισίου οποιουδήποτε είδους της Αριστεράς, “κυβερνώσας” ή μη, αλλά και εκτός πλαισίου της Πολιτικής Οικολογίας. Όσο αφορά την Οικολογία απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στις εξορύξεις, στην Κυκλική Οικονομία και στον Πρωτογενή Τομέα. Όσο αφορά τον ψηφιακό μετασχηματισμό, απουσιάζει οποιαδήποτε πρόθεση κατεύθυνσης προς τη Δημοκρατία Ιδιοκτησίας Δεδομένων ενώ δεν εντοπίσαμε ούτε μία πρόταση που να χαρακτηρίζεται ως μεταβατική προσπάθεια προς τον Ψηφιακό Σοσιαλισμό. Κατά την άποψή μας, αυτές οι θέσεις δύσκολα εγγράφονται ιδεολογικά ακόμη και σε έναν σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό φορέα.
…και μία σύνοψη κριτικής
Γενικά μιλώντας, το ίδιο το Μανιφέστο προσπαθεί να εμφανιστεί ως “ριζοσπαστικό” ενώ ταυτόχρονα παραμένει εντός ενός ρεφορμιστικού πλαισίου. Βασικοί άξονες της κριτικής μας είναι:
- Απουσία ανάλυσης της ταξικής εξουσίας
Παρότι το κείμενο μιλά συνεχώς για “ανισότητες”, αποφεύγει να τις θεμελιώσει σε αυτό που για τον μαρξισμό είναι κεντρικό: τη σχέση κεφαλαίου–εργασίας και την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Οι ανισότητες εμφανίζονται ως αποτέλεσμα “κακών πολιτικών”, “νεοφιλελευθερισμού” ή “καρτέλ”. Όχι ως δομικό αποτέλεσμα του καπιταλισμού. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η κακή διαχείριση, αλλά η ίδια η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής. - “Κυβερνώσα Αριστερά” ίσον διαχείριση του καπιταλισμού
Το κείμενο δηλώνει ρητά ότι θέλει “ρεαλιστικές προτάσεις” και “ενίσχυση υγιούς επιχειρηματικότητας”, “όχι ουτοπικούς κόσμους”. Από σημαίνει αποδοχή του καπιταλισμού ως πλαισίου.
Ακόμα και όταν μιλά για αναδιανομή, κοινωνικό κράτος, ρύθμιση αγορών, αυτά είναι κλασικά εργαλεία σοσιαλδημοκρατικής σταθεροποίησης του συστήματος, όχι υπέρβασής του. - Η “σύνθεση” ρευμάτων ως ιδεολογική εξομάλυνση
Η ένωση σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής Αριστεράς, οικολογίας παρουσιάζεται ως “αναγκαιότητα”. Στην πράξη αυτό ερμηνεύεται ως ενσωμάτωση πιο ριζοσπαστικών ρευμάτων σε ένα διαχειριστικό πλαίσιο.
Δηλαδή η ριζοσπαστική Αριστερά χάνει το στοιχείο ρήξης, η οικολογία μετατρέπεται σε “πράσινη ανάπτυξη”, και η σοσιαλδημοκρατία ηγεμονεύει. - Αντίφαση στο ζήτημα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση”
Το κείμενο λέει ότι το δίλημμα αυτό “ξεπεράστηκε”. Αυτό είναι τουλάχιστον προβληματικό γιατί πρόκειται για θεμελιώδη στρατηγική διαφορά, όχι για ιστορικό κατάλοιπο. Καταντά δε γελοίο στην εποχή της γενικευμένης κρίσης και των πολέμων που το σύστημα αποβάλλει τις μεταρρυθμίσεις αφήνοντας ανοιχτό τον δρόμο σε επαναστάσεις. Το να απορρίπτεις τη δυνατότητα της επανάστασης ισοδυναμεί με την αντιιστορική αποδοχή του καπιταλισμού ως φυσικού και αιώνιου συστήματος. Η φράση “σύνθεση μεταρρυθμίσεων και ρήξεων” είναι από ασαφής έως πολιτικά παραπλανητική διατύπωση που αποφεύγει τη σύγκρουση που επιβάλλει ο ίδιος ο άτεγκτος και αυταρχικός καπιταλισμός. - Η έννοια της “δίκαιης ανάπτυξης”
Το μανιφέστο μιλά για βιώσιμη ανάπτυξη, δίκαιη κατανομή, πράσινη μετάβαση.
Όμως, η “δίκαιη ανάπτυξη” μέσα στον καπιταλισμό είναι αντιφατική έννοια. Γιατί η ανάπτυξη βασίζεται στην εκμετάλλευση εργασίας, ενώ η πράσινη μετάβαση συχνά γίνεται νέα πηγή κερδοφορίας (πράσινος καπιταλισμός). - Υπερβολική έμφαση στο κράτος
Το κείμενο βλέπει το κράτος ως ρυθμιστή, εγγυητή δικαιοσύνης, φορέα αναδιανομής.
Ο μαρξισμός όμως θεωρεί το κράτος δεν είναι ουδέτερο, αλλά ταξικό όργανο. Άρα δεν αρκεί να “ενισχυθεί”, πρέπει πρωτύτερα να αλλάξει ο χαρακτήρας της εξουσίας. - Πολιτική χωρίς σύγκρουση τάξεων
Παρότι αναφέρονται εργαζόμενοι, μεσαία στρώματα, αγρότες, λείπει η έννοια της ταξικής πάλης. Αντί γι’ αυτό προτείνεται “ευρεία κοινωνική συμμαχία”. Ανεξαρτήτως προθέσεων αυτό οδηγεί σε θόλωμα των αντιθέσεων και συγχώνευση αντικρουόμενων συμφερόντων (εργασία vs κεφάλαιο). - Το “πατριωτικό” στοιχείο
Η αναφορά σε “νέο πατριωτισμό” υποκρύπτει για την Αριστερά εθνικισμό και βολονταρισμό. Οι αριστεροί έίναι καχύποπτοι απέναντι σε εθνικές αφηγήσεις γιατί μπορούν να αποκρύπτουν ταξικές αντιθέσεις (βλ “ενότητα του έθνους” αντί για σύγκρουση τάξεων).
Η κατακλείδα
Φιλτράροντας τα παραπάνω, εκτιμούμε πως το Μανιφέστο του ΙΝΑΤ είναι ριζοσπαστικό στη ρητορική, αλλά ρεφορμιστικό στην ουσία. Στοχεύει σε έναν “καλύτερο καπιταλισμό”, όχι σε υπέρβασή του. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ουτοπικό και τελικά λειτουργεί ως πρόταση σταθεροποίησης του συστήματος σε κρίση, όχι ανατροπής του. Καλύτερος ο καπιταλισμός δεν γίνεται παρά μόνο στο να καταστρέφει. Συνεπώς, στον ισχυρισμό του ότι η σύγκλιση των τριών συνιστωσών της συμμαχίας “δεν μπορεί να αποτελεί μια τεχνητή συγκόλληση, ένα κολάζ θέσεων ή μια συγκυριακή επιλογή, αλλά μια διαδικασία σύνθεσης εμπειριών και σχεδιασμών για το μέλλον, μία πράξη πολλαπλασιασμού και όχι άθροισης” η απάντηση είναι ότι αν πολλαπλασιάσεις το τρία με το μηδέν, το αποτέλεσμα είναι πάλι μηδέν…

+ There are no comments
Add yours