Καρλ Μαρξ: Για τον καπιταλισμό

1 min read

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα κεφάλαιο από το Εισαγωγικό Δοκίμιο του Χρήστου Κεφαλή στη συλλογή «Καρλ Μαρξ. Για τον καπιταλισμό», εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2024. Η συλλογή περιλαμβάνει μια επιλογή από τα πιο σημαντικά έργα του Μαρξ («Κεφάλαιο», «Θεωρίες για την Υπεραξία», Grundrisse, κ.ά.) όπου αναπτύσσεται και συγκεφαλαιώνεται η κριτική του στον καπιταλισμό. Στο Εισαγωγικό του Δοκίμιο ο Χρήστος Κεφαλής συζητά τις κύριες πλευρές της ανάλυσης του Μαρξ στο φως των μετέπειτα εξελίξεων και των επιστημονικών προόδων σε διάφορα πεδία.

Αστικοί φετιχισμοί

Παράλληλα με την ανάλυση των νόμων του καπιταλισμού, η κριτική των απατηλών φαινομενικοτήτων και των φετιχιστικών εννοιών στις οποίες δίνουν γένεση οι καπιταλιστικές σχέσεις ήταν μια διαρκής μέριμνα του Μαρξ. Ως τέτοιοι, οι αστικοί φετιχισμοί αντιπροσωπεύουν μια ιδιαίτερη περίπτωση των ψευδών αντανακλάσεων της πραγματικότητας όπως η θρησκεία, που κυριαρχούν στους εκμεταλλευτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Εδώ, ωστόσο, μας ενδιαφέρει αυτό που είναι ιδιαίτερο στους αστικούς φετιχισμούς, στο οποίο ο Μαρξ ρίχνει άπλετο φως.

Κριτικάροντας τους χυδαίους απολογητές ως φορείς αυτών των εννοιών (μια ακραία εκδοχή των οποίων προσφέρουν οι θετικιστές α λα Πόπερ), ο Μαρξ δεν αρκείται να φέρνει σε φως τις παραχαράξεις τους των οικονομικών φαινομένων και ακόμη της κοινής λογικής. Ενδιαφέρεται κυρίως να δείξει ότι δεν πρόκειται για στενά υποκειμενικές επινοήσεις ή τυχαίες λοξοδρομήσεις από την αλήθεια, αλλά μάλλον για τη γενικευμένη έκφραση των άμεσων, ψευδών αντανακλάσεων των φαινομένων της καπιταλιστικής οικονομίας, που σχηματίζουν αναγκαία οι καπιταλιστές από την τρέχουσα εμπειρία τους. Οι απολογητές, και ιδιαίτερα τα χυδαία οικονομικά, εκλογικεύουν αυτές τις αντανακλάσεις φέρνοντάς τις σε μια φαινομενική συνοχή και αρμονία. Οι ιδέες τους είναι οι ιδέες που προκύπτουν αναπόφευκτα αν περιοριστεί κανείς στη σφαίρα του ανταγωνισμού όπου τα φαινόμενα παρουσιάζονται απομονωμένα, συγκαλύπτοντας την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργασίας και χάνοντας την εσωτερική τους σύνδεση.

Η κριτική του Μαρξ στους αστικούς φετιχισμούς ξεκινά από τα Χειρόγραφα του 1844 για να ολοκληρωθεί στο ώριμο έργο του. Ήδη στα Χειρόγραφα αξιοποιεί τις κριτικές ενοράσεις του Χέγκελ για να δώσει έναν πρώτο απολογισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των συνεπειών της με την έννοια της αποξένωσης της εργασίας. Το γεγονός ότι τα μέσα, η διαδικασία και το προϊόν της εργασίας αντιμετωπίζουν τον εργάτη σαν μια ξένη δύναμη, ένας κόσμος που ενώ δημιουργείται από αυτόν ξεφεύγει από τον έλεγχό του και τον κυριαρχεί, είναι η βάση για μια σειρά παράγωγες αποξενώσεις. Ο άνθρωπος αποξενώνεται από τους συνανθρώπους του και από την ειδολογική του ύπαρξη, χάνει τη συνείδηση της συλλογικής, κοινωνικής του φύσης. Σε μετέπειτα γραπτά, όπως η Αγία Οικογένεια, ο Μαρξ υπογραμμίζει ότι ενώ η σχέση της αποξένωσης είναι κοινή για τον καπιταλιστή και για τον εργάτη αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τον καθένα τους. Ο καπιταλιστής βλέπει στην αποξένωση την πηγή της δύναμής του και επιχειρεί να τη διαιωνίσει· για τον εργάτη, αντίθετα, είναι η πηγή της δυστυχίας και της στέρησής του, ώστε βρίσκεται σε μια διαρκή σχέση ανταρσίας απέναντί της. Ο Μαρξ, σε αντίθεση με τον Χέγκελ, προβαίνει σε μια σαφή διάκριση μεταξύ αντικειμενοποίησης, στην οποία αναγνωρίζει τη θεμελιώδη κοινωνική διαδικασία, και αποξένωσης: παρά τη στρέβλωση του ανθρώπινου είναι και της συνείδησης, η αποξένωση δεν αναιρεί την πρωταρχικότητα της εργασίας και τις θεμελιωμένες σε αυτή κοινωνικές δυναμικές της εξέλιξης προς το σοσιαλισμό.

Στα ώριμα οικονομικά έργα του ο Μαρξ, προωθώντας παραπέρα αυτή την προβληματική, ερεύνησε λεπτομερειακά τις ψευδείς αντιλήψεις που παράγει η κίνηση του καπιταλισμού, συγκρίνοντάς τις συχνά με τις μορφές της θρησκευτικής συνείδησης. Μια από τις πιο διάσημες συζητήσεις του είναι η ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος στον τόμο Ι του Κεφαλαίου. Σύμφωνα με τον Μαρξ, αυτό που είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνική σχέση, η ανταλλαγή εμπορευμάτων ανάμεσα σε δυο παραγωγούς βάσει του νόμου της αξίας, εμφανίζεται σε αυτούς σαν μια φυσική σχέση ανάμεσα σε υλικά αντικείμενα, τα ανταλλασσόμενα εμπορεύματα, ακριβώς όπως στη θρησκεία τα δημιουργήματα του ανθρώπινου νου προικίζονται με φυσική, αυτόνομη ύπαρξη:

«Η ύπαρξη των πραγμάτων ως εμπορευμάτων, και η αξιακή σχέση μεταξύ των προϊόντων της εργασίας που τα καθιστά εμπορεύματα, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις φυσικές τους ιδιότητες και με τις προκύπτουσες υλικές σχέσεις. Εκεί είναι μια καθορισμένη κοινωνική σχέση μεταξύ των ανθρώπων, που προσλαμβάνει, στα μάτια τους, τη φανταστική μορφή μιας σχέσης μεταξύ πραγμάτων. Προκειμένου, λοιπόν, να βρούμε μια αναλογία, πρέπει να καταφύγουμε στις ομιχλώδεις περιοχές του θρησκευτικού κόσμου. Σε αυτό τον κόσμο, οι παραγωγές του ανθρώπινου εγκεφάλου εμφανίζονται ως ανεξάρτητα όντα προικισμένα με ζωή και συσχετισμένα τόσο μεταξύ τους όσο και με την ανθρώπινη φυλή. Έτσι συμβαίνει και στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα των ανθρώπινων χεριών. Αυτό το αποκαλώ φετιχισμό που προσαρτάται στα προϊόντα της εργασίας, αμέσως μόλις παράγονται ως εμπορεύματα»[1].

Τόσο στη θρησκευτική συνείδηση όσο και με το φετιχισμό του εμπορεύματος έχουμε να κάνουμε με μορφές αλλοτριωμένης συνείδησης, η ουσία της οποίας έγκειται στη μετάθεση των αιτίων των φαινομένων σε ένα επέκεινα. Αλλά ανάμεσά τους υπάρχει μεγάλη απόσταση και διαφορά. Στη θρησκεία η μετάθεση στο υπερπέραν υποκινείται από ένα συνδυασμό της άγνοιας του πρωτόγονου ανθρώπου, με το φόβο, την πρόληψη και τις αφηρημένες βλέψεις για το μέλλον, σταθεροποιούμενο αργότερα από την ταξική διαίρεση, την οποία επικυρώνει η θρησκεία. Ο καπιταλισμός ξεσκίζει αυτό το μυστικιστικό πέπλο, απομαγεύει τον κόσμο, μετακινεί τη θεοσέβεια και την τυφλή πίστη στις αυθεντίες και τις γραφές. Και όμως, ενώ το κάνει αυτό, δημιουργεί ένα νέο μεταφυσικό πέπλο για να σκεπάσει και να μυθοποιήσει την κεφαλαιοκρατική σχέση. Στη θέση των παλιών θεών, Γιαχβέ, Χριστός, Βούδας κ.ά., στους οποίους πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν, βάζει ένα νέο θεό, το χρήμα, το οποίο κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να δεχθεί ως θεό με τη συνήθη έννοια. Αντικαθιστά έτσι τη φανταχτερά ντυμένη υποταγή στις θεϊκά δοσμένες εξουσίες με τη γυμνή υποταγή στην κεφαλαιοκρατική σχέση. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι μια παθητική, παραιτημένη ανθρώπινη ύπαρξη. Η καπιταλιστική εκδοχή όμως αυτής της παραίτησης είναι μια αυτοαναιρούμενη σχέση, η διανοητική έκφραση μιας κατάστασης που δεν μπορεί να διατηρηθεί, περίπου σαν ένας άνθρωπος να σπρώχνει με το ένα χέρι ένα αυτοκίνητο προς τα εμπρός και με το άλλο να το τραβά προς τα πίσω.

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι ένα φαινόμενο της εμπορευματικής παραγωγής γενικά. Με αυτή την έννοια μπορεί να ειπωθεί ότι χαρακτήριζε εμβρυωδώς και τους προγενέστερους εκμεταλλευτικούς σχηματισμούς, παρότι καθολικεύεται στον καπιταλισμό. Ο Μαρξ επιχειρηματολογεί, ωστόσο, παραπέρα ότι η ίδια περιπλοκή χαρακτηρίζει τις ειδικότερα καπιταλιστικές μορφές, το χρήμα και ακόμη περισσότερο το κεφάλαιο, με ένα τρόπο που εμπλέκει την αντιστροφή του υποκειμένου και του αντικειμένου: το κεφάλαιο και το χρήμα παρουσιάζονται σαν πράγματα αντί για κοινωνικές σχέσεις και ο παραγωγός αντί να κυριαρχεί τα προϊόντα της εργασίας του, τα βλέπει σαν κινητήριες δυνάμεις και αισθάνεται τον εαυτό του υποχείριό τους:

«Το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, όπως και το χρήμα δεν είναι πράγμα. Στο κεφάλαιο, όπως και στο χρήμα, ορισμένες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ προσώπων παρουσιάζονται σαν σχέσεις πραγμάτων προς ανθρώπους ή ορισμένες κοινωνικές σχέσεις παρουσιάζονται σαν κοινωνικές φυσικές ιδιότητες πραγμάτων (…) Στο προτσές εργασίας, θεωρούμενο καθεαυτό, ο εργάτης χρησιμοποιεί τα μέσα παραγωγής. Στο προτσές εργασίας, που είναι συγχρόνως καπιταλιστικό προτσές παραγωγής, τα μέσα εργασίας χρησιμοποιούν τον εργάτη (…) Το κεφάλαιο χρησιμοποιεί εργασία. Ήδη αυτή η σχέση στην απλότητά της σημαίνει την προσωποποίηση των πραγμάτων και την πραγμοποίηση των προσώπων (…) Η υλικοποίηση των κοινωνικών χαρακτηριστικών της παραγωγής και η προσωποποίηση των υλικών θεμελίων της παραγωγής (…) χαρακτηρίζουν ολόκληρο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής»[2].

Ο Μαρξ ορίζει έτσι δυο αντίθετες αλλά συμπληρωματικές φετιχιστικές διαδικασίες της πραγμοποίησης (οντοποίησης) και της προσωποποίησης, δυο αντιστροφές που συνυπάρχουν σαν οι δυο όψεις ενός νομίσματος στην κεφαλαιοκρατική σχέση, με τη μια ή την άλλη να προεξάρχει. Δεν πρόκειται μόνο για μορφές ψευδούς συνείδησης αλλά και για αντίστοιχους τύπους στρεβλής πράξης. Η κοινή βάση και των δύο είναι αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί κυριαρχία της νεκρής πάνω στη ζωντανή εργασία (όχι τυχαία συγκρίνει το κεφάλαιο με έναν βρικόλακα, που ζωντανεύει μόνο ρουφώντας το αίμα των ζωντανών), η οποία περιλαμβάνει τόσο την εμφάνιση της σχέσης ως πράγμα όσο και του φετίχ που προκύπτει έτσι ως αυθύπαρκτης κινητήριας δύναμης.

Οι αντιστροφές που περικλείνει η κεφαλαιοκρατική σχέση αντιμετωπίζονται από τον Μαρξ ως η κατάληξη της αντιστροφής της σχέσης υποκειμένου-αντικειμένου που διακρίνει γενικά την αποξενωμένη, βασισμένη στην εκμετάλλευση και κυρίαρχη έτσι σε όλους τους εκμεταλλευτικούς σχηματισμούς, μορφή της κοινωνικής ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μιας δυνάμει, εξαρχής εμβρυακά παρούσας «αυθεντικής» σχέσης ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, θεμελιωμένης τελικά στη φύση της εργασιακής διαδικασίας, της οποίας οι αποξενώσεις αποτελούν ιστορικά καθορισμένες και παροδικά αναγκαίες αναπτύξεις. Ο Μαρξ αποδέχεται σε όλο το έργο του την οντολογική πρωταρχικότητα της αντικειμενοποίησης, μια πρωταρχικότητα εκφρασμένη διαφορετικά στις στιγμές της παραγωγής και της κατανάλωσης: «Στην πρώτη [παραγωγή], ο παραγωγός αντικειμενοποίησε τον εαυτό του· στη δεύτερη [κατανάλωση], το αντικείμενο που δημιούργησε προσωποποιεί τον εαυτό του»[3]. Η εξαλλαγή εδώ συνίσταται στην απώλεια της ενεργού διάστασης της ανθρώπινης πράξης, ώστε το αντικείμενό της να ανάγεται σε κάτι ανεξάρτητο και η κίνησή του να αποκόβεται από τον κοινωνικό, πραγματικό καθορισμό της.

Η πραγμοποίηση, την οποία τόνισε αργότερα ο Λούκατς, βρίσκεται στον πυρήνα των παθητικών, κομφορμιστικών αστικών στάσεων. Στην ακραία της κατάληξη, παράγει τη μελαγχολική παραίτηση και το μηδενισμό, που εξέφρασαν στην ανορθολογική αστική φιλοσοφία ο Κίρκεγκορ και ο Σοπενχάουερ. Η προσωποποίηση, από την άλλη, συνδέεται με τις καταστροφικά ενεργητικές αστικές στάσεις και συμπεριφορές. Ενώ προσομοιάζει γενικά στις θεολογικές κατασκευές, στερημένη από τη γενικότητά τους μεταπίπτει σε εκείνο το είδος της αποχαλινωμένης μανίας και του φανατισμού που αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν του Νίτσε και των ιδεολόγων του φασισμού.

Ο Φρόιντ και άλλοι ψυχολόγοι ερεύνησαν τα παθολογικά άκρα τέτοιων αστικών τύπων από την καθημερινή ζωή, των οποίων η προσωπικότητα έχει στερηθεί την ενότητα, λόγω της απώλειας κάθε δημιουργικής διάστασης του αστικού εγώ. Η μαρξιστική σύνδεσή τους με τα κοινωνικά τους θεμέλια καθιστά, ωστόσο, δυνατή μια βαθύτερη κατανόησή τους ως μορφών της παρακμιακής αστικής ύπαρξης[4]. Αν και οι στρεβλώσεις αυτές δεν αφήνουν κανέναν ανεπηρέαστο, η αποθέωσή τους ως του κατεξοχήν αυθεντικού ανθρώπινου είναι από τους απολογητές (τυπικά από τους Νίτσε, Χάιντεγκερ, Γιουνγκ, κ.ά., στον Νίτσε ως τις πιο κτηνώδεις απολήξεις τους) εκφέρει μια εκ των έσω καταδίκη για τον καπιταλισμό και τους υπερασπιστές του.

Στον τόμο ΙΙΙ του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ανέλυσε εκτενώς την τριαδική φόρμουλα των χυδαίων οικονομικών, σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο παράγει το κέρδος, η γη τη γαιοπρόσοδο και ο εργάτης το μισθό, σαν την ακραία απόληξη των αστικών φετιχισμών. Είδε σε αυτή μια αντίληψη που φυσικοποιεί τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και διανομής ως αιώνιες μορφές, εμφανίζοντας το μοίρασμα του παραγμένου πλούτου, που γίνεται στην αστική κοινωνία σε συμφωνία με τη δύναμη καθενός από αυτούς τους παράγοντες, ως ταυτόσημο με την παραγωγή αυτού του πλούτου και ως την πραγματική διαδικασία παραγωγής του. Στη στοίχιση του κεφαλαίου, μιας κοινωνικής σχέσης, πλάι σε υλικά στοιχεία όπως η γη σε αυτή τη φόρμουλα είναι ευδιάκριτος ο διπλός φετιχισμός της πραγμοποίησης/προσωποποίησης που επισήμανε ο Μαρξ:

«Το πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο με αυτή τη φόρμουλα είναι ότι δίπλα-δίπλα με το κεφάλαιο, με αυτή τη μορφή ενός στοιχείου της παραγωγής που ανήκει σε έναν καθορισμένο τρόπο παραγωγής, σε μια ορισμένη ιστορική μορφή κοινωνικής διαδικασίας παραγωγής, δίπλα-δίπλα με ένα στοιχείο της παραγωγής συγχωνευμένο και αντιπροσωπευόμενο από μια καθορισμένη κοινωνική μορφή τοποθετούνται αδιακρίτως: η γη από τη μια και η εργασία από την άλλη, δύο στοιχεία της πραγματικής εργασιακής διαδικασίας, τα οποία σε αυτή την υλική μορφή είναι κοινά σε όλους τους τρόπους παραγωγής, που είναι τα υλικά στοιχεία κάθε διαδικασίας παραγωγής και δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική της μορφή (…) Οι υποτιθέμενες πηγές του ετησίως διαθέσιμου πλούτου ανήκουν σε πολύ ανόμοιες σφαίρες και δεν είναι καθόλου ανάλογες μεταξύ τους. Έχουν περίπου την ίδια σχέση μεταξύ τους με τις αμοιβές του δικηγόρου, τα κόκκινα παντζάρια και τη μουσική»[5].

Στο ίδιο μέρος ο Μαρξ δίνει μια περιεκτική σύνοψη των φετιχισμών του κεφαλαίου στην πραγματική τους διαδοχή ως μια διαδικασία, ένα σύνολο μορφών που παράγονται η μια από την άλλη και επιτείνονται από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Σε αυτή την ακολουθία ο φετιχισμός του εμπορεύματος δίνει γένεση στη σχετική αντιστροφή αντικειμένου-υποκειμένου στην κεφαλαιοκρατική σχέση, η οποία, προωθούμενη παραπέρα από τις φαινομενικότητες της κυκλοφορίας, αποστεώνεται στις στατικές κατηγορίες του αστικού νου (κεφάλαιο – τόκος, γη – πρόσοδος, εργασία – μισθός):

«Στην περίπτωση των πιο απλών κατηγοριών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ακόμη και της εμπορευματικής παραγωγής, στην περίπτωση των εμπορευμάτων και του χρήματος, έχουμε ήδη επισημάνει το μυστικιστικό χαρακτήρα που μεταμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις, για τις οποίες τα υλικά στοιχεία του πλούτου χρησιμεύουν ως φορείς στην παραγωγή, σε ιδιότητες αυτών των ίδιων των πραγμάτων (εμπορευμάτων) και ακόμη πιο έντονα μετατρέπει την ίδια την παραγωγική σχέση σε πράγμα (χρήμα). Όλες οι μορφές κοινωνίας, στο βαθμό που φτάνουν στο στάδιο της εμπορευματικής παραγωγής και της χρηματικής κυκλοφορίας, συμμετέχουν σε αυτή τη διαστροφή. Αλλά κάτω από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και στην περίπτωση του κεφαλαίου, που αποτελεί την κυρίαρχη κατηγορία του, την καθοριστική σχέση παραγωγής του, αυτός ο μαγεμένος και διεστραμμένος κόσμος αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο (…)

Με την ανάπτυξη της σχετικής υπεραξίας στον πραγματικό ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνικής εργασίας, αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις της εργασίας στην άμεση εργασιακή διαδικασία φαίνεται να μεταφέρονται από την εργασία στο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο γίνεται έτσι ένα πολύ μυστικιστικό ον, αφού όλες οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας φαίνεται να οφείλονται στο κεφάλαιο, παρά στην εργασία καθαυτή, και φαίνεται να εκπορεύονται από τη μήτρα του ίδιου του κεφαλαίου. Μετά επεμβαίνει η διαδικασία της κυκλοφορίας (…) μια σφαίρα όπου οι σχέσεις κάτω από τις οποίες παράγεται αρχικά η αξία ωθούνται εντελώς στο παρασκήνιο (…)

Στο κεφάλαιο – κέρδος, ή ακόμα καλύτερα κεφάλαιο – τόκος, γη – πρόσοδος, εργασία – μισθός, σε αυτή την οικονομική τριάδα που παριστάνεται ως η σύνδεση μεταξύ των συστατικών μερών της αξίας και του πλούτου γενικά και των πηγών του, έχουμε την πλήρη μυστικοποίηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τη μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων σε πράγματα, την άμεση συνένωση των σχέσεων της υλικής παραγωγής με τον ιστορικό και κοινωνικό τους προσδιορισμό. Είναι ένας μαγεμένος, διεστραμμένος, ταραχώδης κόσμος, στον οποίο ο Monsieur le Capital και η Madame la Terre κάνουν το φαντασματικό περίπατό τους ως κοινωνικοί χαρακτήρες και ταυτόχρονα άμεσα ως απλά πράγματα. Είναι η μεγάλη αξία της κλασικής πολιτικής οικονομίας ότι κατέστρεψε αυτή την ψευδή εμφάνιση και ψευδαίσθηση, αυτή την αμοιβαία ανεξαρτησία και αποστέωση των διαφόρων κοινωνικών στοιχείων του πλούτου, αυτή την προσωποποίηση των πραγμάτων και τη μετατροπή των σχέσεων παραγωγής σε οντότητες, αυτή τη θρησκεία της καθημερινής ζωής»[6].

Η καθολική εμπορευματοποίηση, στην οποία ο Μαρξ είδε το πλέον διακριτικό γνώρισμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, εμπλέκει μια διαρκή επέκταση των αστικών φετιχισμών – κατακερματισμός της ανθρώπινης ύπαρξης, υπολογιστικότητα, στόμωμα της δημιουργικότητας. Δεν είναι όμως η τελευταία λέξη. Ακολουθεί σε ένα παραπέρα στάδιο η καθολική κεφαλαιοποίηση, η ανακήρυξη των πάντων σε κεφάλαιο, που εμπλέκεται στις μορφές του τοκοφόρου και του πλασματικού κεφαλαίου. Εδώ, λέει ο Μαρξ, «κάθε περιοδικό εισόδημα κεφαλαιοποιείται με τον υπολογισμό του με βάση το μέσο επιτόκιο, ως εισόδημα που θα πραγματοποιούνταν από ένα κεφάλαιο που δανείζεται». Έτσι, μια γαιοπρόσοδος £100 με ένα επιτόκιο 5% προσδίδει στη γη μια αξία £2.000, ίση με το αντίστοιχο κεφάλαιο που θα απέφερε αυτό τον τόκο, ένας εργάτης που λαμβάνει μισθό £100 αντιπροσωπεύει ένα κεφάλαιο £2.000 κοκ. Ο Μαρξ αποκαλεί την κεφαλαιοποίηση «πηγή των κάθε είδους παρανοϊκών μορφών» της αστικής συνείδησης. «Κάθε σύνδεση με την πραγματική διαδικασία επέκτασης του κεφαλαίου χάνεται έτσι εντελώς, και ενισχύεται έτσι η αντίληψη του κεφαλαίου ως ενός αυτοεπεκτεινόμενου αυτόματου»[7]. Σε αυτή την ανακήρυξη των πάντων σε κεφάλαιο ξεπροβάλλει γυμνός ο αστικός ολοκληρωτισμός, που πλάθει τον κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, ανάγοντας σε καθολική κινητήρια δύναμη τις παρασιτικές αξιώσεις στον κοινωνικό πλούτο. Πρόσφατες αναπτύξεις όπως τα δικαιώματα ρύπων (σύμφωνα με τα οποία οι εταιρείες προικίζονται με ένα κεφάλαιο επιτρεπτών ρύπων, τους οποίους μπορούν να εμπορεύονται)[8], το κερδοσκοπικό χρηματιστήριο ενέργειας, κοκ, αποτελούν τις ακραίες απολήξεις αυτού του οργουελικού κόσμου, σκιαγραφημένες δεκαετίες πριν γίνουν πράξη στο έργο των νεοφιλελεύθερων απολογητών α λα Λεπάζ.

Ο Μαρξ διακρίνει σαφώς ανάμεσα σε εκδηλώσεις στη σφαίρα του ανταγωνισμού που αντιστοιχούν σε πραγματικά υφιστάμενα «παράδοξα» φαινόμενα της καπιταλιστικής οικονομίας και σε εντελώς παραπλανητικές φαινομενικότητες. Η μετατροπή των αξιών σε τιμές παραγωγής είναι ένα πραγματικό φαινόμενο της καπιταλιστικής οικονομίας[9]. Τα «παράδοξα» της γαιοπροσόδου είναι μια άλλη τέτοια περίπτωση όπου έχουμε να κάνουμε με πραγματικές ιδιομορφίες, οι οποίες δεν προκύπτουν από την ιδιάζουσα καπιταλιστική κοινωνικοποίηση, όπως συμβαίνει με τις τιμές παραγωγής, αλλά αντίστροφα από την υστέρηση αυτής της κοινωνικοποίησης και την ανάμειξή της με προκαπιταλιστικές μορφές στη γεωργία. Από την άλλη μεριά, η φόρμουλα ότι το κεφάλαιο γεννά τόκους και η γη πρόσοδο, τυποποιεί μια καθαρά φανταστική ανθρώπινη ιδέα η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου και της γης αξιώνουν ένα μερίδιο στην υπεραξία αναλογικά με τη δύναμή τους μετατρέπεται σε απόδειξη ότι το κεφάλαιο και η γη δημιουργούν αυτή την υπεραξία, ένας καθαρός παραλογισμός αναφορικά με τη γη). Στην πρώτη περίπτωση, η επιστήμη καλείται να εξηγήσει αυτό που συμβαίνει και τις αστικές παρανοήσεις του· στη δεύτερη πρέπε.ι να εξηγηθεί μόνο η παρανόηση αυτού που συμβαίνει από τον αστικό νου.

Στις Θεωρίες για την Υπεραξία ο Μαρξ μάς έδωσε ένα πανόραμα πρώτα της ανέγερσης του οικοδομήματος της κλασικής πολιτικής οικονομίας από τους επιφανείς εκπροσώπους της και σε συνέχεια της κατεδάφισής του από τους απολογητές. Με επίκεντρο τις προόδους και τις αστοχίες των κλασικών στη διασάφηση της αξίας και της υπεραξίας, πραγματεύτηκε μια μεγάλη γκάμα προβλημάτων της πολιτικής οικονομίας, παραθέτοντας και συζητώντας μια πληθώρα οικονομικών έργων, συχνά άγνωστων ακόμη και στους ειδικούς του πεδίου. Ο αναγνώστης των Θεωριών για την Υπεραξία δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί από τη βαθιά, ολόπλευρη κυριάρχηση της φιλολογίας από τον Μαρξ, που του επιτρέπει να αποτιμά με ακρίβεια όχι μόνο τη συμβολή του κάθε συγγραφέα και της κάθε σχολής, αλλά και τη στιγμή που αντιπροσωπεύουν μέσα στην πορεία των αστικών οικονομικών και των υποκείμενών τους οικονομικών σχέσεων.

Στον πυρήνα της έκθεσης του Μαρξ βρίσκεται η αντίστιξη ανάμεσα στην κλασική και τη χυδαία πολιτική οικονομία από την άποψη ακριβώς της κριτικής ή άκριτης στάσης απέναντι στις επιφανειακές αστικές έννοιες. Τα κλασικά οικονομικά αντιπροσωπεύουν την ιστορική αυτογνωσία που ήταν ικανή να επιτύχει η ανερχόμενη αστική τάξη. Σε αυτά, όπως τα επεξεργάστηκαν ο Άνταμ Σμιθ και ο Ρικάρντο, αποκτάται μια αρκετά έγκυρη αντίληψη του πώς είναι ο καπιταλισμός αλλά όχι και των μακροχρόνιων δυναμικών του. Ωστόσο, δείχνει ο Μαρξ, οι κριτικοί συνεχιστές τους, ο Ράμσεϊ, ο Τζόουνς και ο Σερμπιλιέ, κάνοντας ένα βήμα παραπέρα, έφτασαν σε μια σαφή αίσθηση του ιστορικά μεταβατικού χαρακτήρα του καπιταλισμού, αναιρώντας τη θεώρησή του ως μιας φυσικής, αιώνιας τάξης. Στον αντίποδα, τα χυδαία οικονομικά προχώρησαν μέσα από την απολυτοποίηση των δυσχερειών που απέτυχαν να επιλύσουν οι αστοί κλασικοί, τις οποίες μετέτρεψαν σε λογικά αδιέξοδα και άλλοθι για την απάρνηση της επιστήμης. Συναισθανόμενοι τα επικίνδυνα σημεία για τον καπιταλισμό, υποκατέστησαν την ιστορικοποιητική τάση με σχολαστικές κατασκευές σε μια πορεία αυξανόμενης προσαρμογής και βαλτώματος στις τρέχουσες αστικές έννοιες:

«Η κλασική πολιτική οικονομία επιδιώκει να ανάγει τις διάφορες παγιωμένες και αμοιβαία αλλοτριωμένες μορφές του πλούτου στην εσωτερική τους ενότητα μέσω της ανάλυσης και να απομακρύνει τη μορφή στην οποία υπάρχουν ανεξάρτητα η μια δίπλα στην άλλη. Επιδιώκει να συλλάβει την εσωτερική σύνδεση σε αντίθεση με την πολλαπλότητα των εξωτερικών μορφών (…) Μια αποτυχία ή ανεπάρκεια της κλασικής πολιτικής οικονομίας είναι το γεγονός ότι δεν αντιλαμβάνεται τη βασική μορφή του κεφαλαίου, δηλαδή, την παραγωγή που έχει σχεδιαστεί για την ιδιοποίηση της εργασίας των άλλων ανθρώπων, ως μια ιστορική μορφή αλλά ως μια φυσική μορφή της κοινωνικής παραγωγής· παρ’ όλα αυτά, η ανάλυση που πραγματοποιούν οι ίδιοι οι κλασικοί οικονομολόγοι ανοίγει το δρόμο για την ανασκευή αυτής της αντίληψης. Η θέση είναι εντελώς διαφορετική με τη χυδαία πολιτική οικονομία, η οποία αποκτά διάδοση μόνο όταν η ίδια η πολιτική οικονομία έχει, ως αποτέλεσμα της ανάλυσής της, υπονομεύσει και αποδυναμώσει τις δικές της υποθέσεις και συνεπώς έχει έρθει στην ύπαρξη η αντίθεση στην πολιτική οικονομία με περισσότερο ή λιγότερο οικονομικές, ουτοπικές, κριτικές και επαναστατικές μορφές (…) Οι χυδαίοι οικονομολόγοι (…) νιώθουν εντελώς στο στοιχείο τους ακριβώς με την αλλοτριωμένη μορφή στην οποία τα διαφορετικά μέρη της αξίας αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο· ακριβώς όπως ένας σχολαστικός είναι εξοικειωμένος με τον Θεό Πατέρα, τον Θεό Υιό και τον Θεό Άγιο Πνεύμα, έτσι είναι και οι χυδαίοι οικονομολόγοι με το σχήμα γη – γαιοπρόσοδος, κεφάλαιο – τόκος και εργασία – μισθός. Γιατί αυτή είναι η μορφή με την οποία αυτές οι σχέσεις φαίνονται να είναι άμεσα συνδεμένες μεταξύ τους στον κόσμο των φαινομένων, και συνεπώς υπάρχουν με αυτή τη μορφή στις σκέψεις και τη συνείδηση εκείνων των αντιπροσώπων της καπιταλιστικής παραγωγής που μένουν αιχμάλωτοι σε αυτόν (…) Συνεπώς, όσο πιο αλλοτριωμένη είναι η μορφή στην οποία αντιλαμβάνονται τις εκδηλώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, τόσο πιο κοντά προσεγγίζουν τη φύση των κοινών εννοιών και τόσο περισσότερο βρίσκονται, εξαιτίας αυτού, στο φυσικό τους στοιχείο. Αυτό επιπλέον παρέχει μια ουσιώδη υπηρεσία στην απολογητική. Γιατί [στη φόρμουλα] γη – γαιοπρόσοδος, κεφάλαιο – τόκος, εργασία – μισθός, για παράδειγμα, οι διάφορες μορφές της υπεραξίας και οι διαμορφώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής δεν αντιμετωπίζουν η μια την άλλη ως αλλοτριωμένες μορφές, αλλά ως ετερογενείς και ανεξάρτητες μορφές, απλά διαφορετικές μεταξύ τους αλλά όχι ανταγωνιστικές»[10].

Η αντίληψη για τον καπιταλισμό ως τη φυσική μορφή της παραγωγής αποτελεί, σύμφωνα με τον Μαρξ, την πιο γενική, συνοπτική έκφραση των αστικών φετιχισμών. Οι μεγάλοι αστοί στοχαστές υπεράσπιζαν πράγματι τον καπιταλισμό σαν την ενσάρκωση αυτού που είναι φυσικό και λογικό απέναντι στην παράλογη και αφύσικη φεουδαρχική τάξη πραγμάτων. Αυτές οι διακηρύξεις τους είχαν έναν αντιφατικό χαρακτήρα: από τη μια αντιπαρέθεταν έτσι στη φεουδαρχία τις πραγματικές προόδους που έφερνε ο καπιταλισμός, το ελεύθερο εμπόριο, τη δημιουργία των εθνών κρατών, την αστική δημοκρατία· από την άλλη, μετέτρεπαν ταυτόχρονα αυτές τις προόδους από μια σχετική σε μια απόλυτη αιτιολόγηση του καπιταλισμού. Ορισμένοι, πιο τυπικά οι Διαφωτιστές, έχοντας μπροστά τους έναν ελλιπώς ανεπτυγμένο καπιταλισμό στη Γαλλία, οραματίζονταν παρανοημένα ότι οι αστικές πρόοδοι έθεταν τη βάση για μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και αδελφότητας, χωρίς καμιά αδικία, εκμετάλλευση και καταπίεση, ενώ στην πραγματικότητα άνοιγαν το δρόμο μόνο για την ελευθερία του εμπορίου και του καπιταλισμού. Οι κλασικοί οικονομολόγοι, από την άλλη, διακρίνοντας σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, όταν είχαν πλέον καταστεί εντελώς πρόδηλα στην Αγγλία, τα δεινά και τις αντιφάσεις του καπιταλισμού (τα οποία οι Διαφωτιστές απέδιδαν μόνο στη φεουδαρχία), έτειναν να τα φυσικοποιούν, αποδίδοντάς τα σε νόμους όπως η φθίνουσα απόδοση του εδάφους.

Οι απολογητές διάδοχοί τους, ερχόμενοι στο προσκήνιο όταν ο καπιταλισμός άρχιζε ήδη να χάνει τη ζωτικότητά του, ήταν επόμενο να μετατρέψουν την ιστορική αιτιολόγηση του καπιταλισμού από σχετική σε απόλυτη, σε ένα φετίχ. Αυτό το φετίχ κραδαίνουν έκτοτε ενάντια στην ιστορική πρόοδο και το σοσιαλισμό, με αυξανόμενη γελοιότητα όσο περισσότερο μετατρέπεται σε λείψανο από την οικονομική εξέλιξη. Οι απολογητές δεν φυσικοποίησαν μόνο την αστική τάξη πραγμάτων αλλά πρώτα απ’ όλα τα δεινά αυτής της τάξης. Επινόησαν νόμους, όπως ο μαλθουσιανός νόμος του πληθυσμού, σύμφωνα με τον οποίο ο πληθυσμός αυξάνεται γεωμετρικά ενώ τα μέσα διαβίωσης αριθμητικά, για να εμφανίσουν την κοινωνική ανισότητα και τη φτώχεια σαν μια ανθρώπινη μοίρα ριζωμένη στη φύση των πραγμάτων. Δεν μπορεί, λοιπόν, να γίνει κάτι γι’ αυτά, εκτός ίσως από το να εξαιρούνται βολικά οι ίδιοι από την κατά τα άλλα κοινή δυστυχία, ζώντας μια άνετη και πλούσια σε απολαύσεις ζωή σε αντάλλαγμα για τη σοφή διαπίστωσή της. Σε ένα επόμενο στάδιο η ανορθολογική αστική φιλοσοφία, στο πρόσωπο των Σοπενχάουερ και Νίτσε, γενίκευσε και στόλισε με παρδαλά κουρέλια ανωτερότητας αυτό το χαμερπές πνεύμα, προπαρασκευάζοντας ιδεολογικά το ναζισμό.


[1] Κ. Μαρξ, «Ο φετιχιστικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του», Κεφάλαιο, τόμ. Ι, στη συλλογή Καρλ Μαρξ. Για τον Καπιταλισμό, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2023, σελ. 340

[2] Κ. Μαρξ, Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, εκδ, Α/συνέχεια, Αθήνα 1983, σελ. 81, 84, 150 και «Σχέσεις διανομής και σχέσεις παραγωγής», Κεφάλαιο, τόμ. 3, στη συλλογή, σελ. 323.

[3] Κ. Μαρξ, «Παραγωγή, Κατανάλωση, Διανομή, Ανταλλαγή (κυκλοφορία)», Grundrisse, Εισαγωγή, στη συλλογή, σελ. 200.

[4] Μια μαρξίζουσα πραγμάτευση αυτών των διαστροφών, βασισμένη στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση του Λούκατς, δόθηκε από τον Ζ. Γκαμπέλ στο Η Ψευδής Συνείδηση (εκδ. Άκμων, Αθήνα 1977). Η θεώρηση του Μαρξ, με την έμφασή της στην εργασία είναι πολύ πιο πλούσια. Στην ψυχολογία ενέπνευσε τη μαρξιστική Σχολή της Δραστηριότητας του Βιγκότσκι και των συνεχιστών του στην ΕΣΣΔ, ένα γεγονός που παρέχει μαρτυρία της γόνιμης επίδρασης του Μαρξ στο σύνολο των επιστημών.

[5] Κ. Μαρξ, «Η Τριαδική φόρμουλα», Κεφάλαιο, τόμ. 3, στη συλλογή, σελ. 349-50, 348.

[6] Κ. Μαρξ, ό.π., σελ. 359, 360, 362. Ο Μπουχάριν ανιχνεύει σωστά αυτή την αλυσίδα των φετιχισμών: «το φαινόμενο που ο Μαρξ αποκαλούσε φετιχισμό του εμπορεύματος (…) εμφανίζεται σε μια εξαιρετικά φουσκωμένη μορφή στις κατηγορίες της αστικής πολιτικής οικονομίας, ξεκινώντας με το φετιχισμό του στοιχειώδους εμπορεύματος και περνώντας από το φετιχισμό του χρήματος για να καταλήξει στο φετιχισμό του κεφαλαίου» (Ν. Μπουχάριν, Η Διδασκαλία του Μαρξ, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2018, σελ., σελ. 138).

[7] Κ. Μαρξ, «Συστατικά μέρη του τραπεζικού κεφαλαίου», Κεφάλαιο, τόμ. 3, στη συλλογή, σελ. 275, 276.

[8] Βλέπε σχετικά, π.χ., Α. Κοσιάρης, «Παγκόσμιο Χρηματιστήριο Άνθρακα: Οι κακές ιδέες της “αγοράς” επεκτείνονται», info-war.gr

[9] «Όχι μόνο φαίνεται έτσι, αλλά είναι αλήθεια στην πραγματικότητα ότι η μέση τιμή των εμπορευμάτων διαφέρει από την αξία τους, άρα από την εργασία που πραγματοποιείται σε αυτά» («Η τριαδική φόρμουλα», στη συλλογή, σελ. 361).

[10] Κ. Μαρξ, Theories of Surplus Value, Progress Publishers, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 500-503. Μια ανάλογη αποσυνθετική κίνηση συντελέστηκε αργότερα στις σφαίρες της αστικής φιλοσοφίας και της τέχνης, με την αποδιάρθρωση της (ιδεαλιστικής) διαλεκτικής από τον ανορθολογισμό και του καλλιτεχνικού ρεαλισμού από το νατουραλισμό και την πρωτοπορία, την οποία ερεύνησε και παρουσίασε ο Λούκατς.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours