Το μίνιμουμ πρόγραμμα, το μεταβατικό και η ηγεμονία

1 min read

του Κ. Καλλωνιάτη Η ΕΠΟΧΗ

Τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του συνεδρίου της Νέας Αριστεράς υπήρξαν αναλυτικές και τεκμηριωμένες κριτικές στο Λαϊκό Μέτωπο και το μίνιμουμ πρόγραμμα που ιστορικά αποτελεί τη βάση του. Ωστόσο, διατυπώθηκε από εξέχον στέλεχος και μία ατεκμηρίωτη κατηγορία περί ανοησίας των κριτικών αυτών και ειδικότερα όσον αφορά το μίνιμουμ πρόγραμμα. Πόσο βάσιμη είναι, άραγε, η κατηγορία αυτή; Απάντηση μπορεί να δοθεί, μόνον εφόσον σταθούμε ιστορικά και αναλυτικά στην σημασία και τον ρόλο που το ελάχιστο πρόγραμμα έχει διαδραματίσει διεθνώς. 

Τι είναι το «μίνιμουμ πρόγραμμα»

Στην κλασική αριστερή παράδοση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων το μίνιμουμ πρόγραμμα αφορά τα άμεσα αιτήματα μέσα στον καπιταλισμό (μισθοί, ωράριο, δημοκρατικές ελευθερίες). Από την άλλη, το μάξιμουμ πρόγραμμα σηματοδοτεί τον σοσιαλισμό, τοποθετημένο σε ένα αόριστο μέλλον. Στην πράξη, το μίνιμουμ πρόγραμμα κατέληξε να είναι το μόνο που εφαρμοζόταν, ενώ το μάξιμουμ μετατράπηκε σε σκέτη ρητορική. Ποια ήταν, όμως, η στάση των μαρξιστών σχετικά;

Η θέση των Λένιν και Τρότσκι και ο ρόλος της ιστορικής συγκυρίας

Κοινή τους αφετηρία ήταν ότι και οι δύο θεωρούσαν πως τα άμεσα αιτήματα χωρίς επαναστατική στρατηγική οδηγούν σε ρεφορμισμό, αντιμετώπιζαν το πρόγραμμα ως πολιτικό εργαλείο και όχι ως ουδέτερη λίστα στόχων, ενώ έθεταν στο κέντρο το ζήτημα της εξουσίας.

Ο Λένιν κινείται σε συνθήκες ανερχόμενης επανάστασης και χρησιμοποιεί τα δημοκρατικά και κοινωνικά αιτήματα (γη στους αγρότες, ειρήνη, δημοκρατικά δικαιώματα), ως μοχλούς ρήξης με την αστική τάξη. Δεν καταργεί θεωρητικά τη διάκριση μίνιμουμ–μάξιμουμ, αλλά τη διαλύει στην πράξη το 1917, όταν τα «μίνιμουμ» αιτήματα οδηγούν κατευθείαν στην κατάληψη της εξουσίας. Ο Λένιν ξεπερνά το μίνιμουμ πρόγραμμα ιστορικά, όχι συστηματικά θεωρητικά.

Ο Τρότσκι γράφει σε περίοδο ήττας, σταθεροποίησης και εκφυλισμού. Αντιμετωπίζει το πρόβλημα του πώς συνδέεται η καθημερινή πάλη με την επανάσταση όταν δεν υπάρχει άμεση επαναστατική άνοδος και καταλήγει ότι η διάκριση μίνιμουμ–μάξιμουμ έχει γίνει μηχανισμός ενσωμάτωσης, άρα πρέπει να καταργηθεί συνειδητά. Προτείνει, δε, το Μεταβατικό Πρόγραμμα το οποίο είναι  γενίκευση της εμπειρίας του 1917 και στρατηγική για μη επαναστατικές περιόδους.

Αν ο Λένιν έδειξε πώς σπάει το μίνιμουμ πρόγραμμα, ο Τρότσκι εξήγησε γιατί δεν πρέπει να υπάρχει πια.

Η κριτική του Τρότσκι

Ο Λέον Τρότσκι ήταν έντονα κριτικός απέναντι στο λεγόμενο «μίνιμουμ πρόγραμμα» της σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων της Β΄ και Γ΄ Διεθνούς. Για τον Τρότσκι το μίνιμουμ πρόγραμμα ισοδυναμεί με προσαρμογή στον καπιταλισμό, ενώ το μεταβατικό πρόγραμμα αποτελεί τη γέφυρα από τη σημερινή πάλη στη σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Τρότσκι υποστήριζε ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα ενσωματώνει το εργατικό κίνημα στο σύστημα, δημιουργεί έναν τεχνητό διαχωρισμό ανάμεσα στους «σημερινούς αγώνες» και την επανάσταση, μολονότι σε συνθήκες παρακμής του καπιταλισμού, ακόμη και οι στοιχειώδεις μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να διασφαλιστούν μόνιμα. Χαρακτηριστικά, θεωρούσε ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα ήταν πλέον ιστορικά ξεπερασμένο.

Το Μεταβατικό Πρόγραμμα (1938)

Ως εναλλακτική, είπαμε πως ο Τρότσκι πρότεινε το Μεταβατικό Πρόγραμμα, βασική ιδέα του οποίου ήταν να συνδεθούν οι άμεσες ανάγκες των εργαζομένων με την πάλη για την εξουσία. Τα μεταβατικά αιτήματα ξεκινούν από πραγματικά προβλήματα (μισθοί, ανεργία, κρίση), τα οποία όμως δεν μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως μέσα στον καπιταλισμό. Παραδείγματα: Κινητή κλίμακα μισθών και ωρών εργασίας, εργατικός έλεγχος στην παραγωγή, άνοιγμα των βιβλίων των επιχειρήσεων, απαλλοτρίωση τραπεζών και στρατηγικών κλάδων.

Για τον Τρότσκι η απόρριψη του μίνιμουμ προγράμματος συνδέεται άμεσα με τη Διαρκή Επανάσταση και την απόρριψη της θεωρίας των σταδίων (πρώτα η αποκατάσταση της δημοκρατίας, μετά ο σοσιαλισμός) καθότι δεν υπάρχουν ασφαλή και βιώσιμα ενδιάμεσα στάδια. Οι δημοκρατικοί και κοινωνικοί αγώνες οδηγούν αναγκαστικά στο ζήτημα της εξουσίας.

Τρότσκι και Λένιν: ομοιότητες και διαφορές για το «μίνιμουμ πρόγραμμα»

Το κοινό τους σημείο είναι ότι και οι δύο απέρριπταν τη σοσιαλδημοκρατική λογική του μίνιμουμ προγράμματος ως αυτάρκους στρατηγικής, και θεωρούσαν ότι χωρίς επαναστατική προοπτική τα άμεσα αιτήματα οδηγούν σε ενσωμάτωση.

Ο Λένιν

Στην προεπαναστατική Ρωσία, ο Λένιν χρησιμοποιούσε τα δημοκρατικά αιτήματα ως μοχλό για την επανάσταση. Δεν απέρριπτε πλήρως τη διάκριση μίνιμουμ–μάξιμουμ προγράμματος, αλλά τη νοηματοδοτούσε τακτικά, όχι στρατηγικά, και την υπέτασσε στο ζήτημα της εξουσίας. Μετά το 1917, η λογική των «σταδίων» καταρρέει στην πράξη. Ο Λένιν δεν θεωρητικοποίησε πλήρως την κατάργηση του μίνιμουμ προγράμματος, αλλά το υπερέβη πολιτικά.

Ο Τρότσκι

Ο Τρότσκι πήγε ένα βήμα παραπέρα: διατύπωσε ρητά ότι η διάκριση μίνιμουμ–μάξιμουμ είναι ιστορικά ξεπερασμένη. Το Μεταβατικό Πρόγραμμα γενικεύει την εμπειρία του 1917, και τη μετατρέπει σε συνειδητή στρατηγική για τις καπιταλιστικές κοινωνίες της παρακμής. Για τον Τρότσκι αν ένα αίτημα μπορεί να ενσωματωθεί εύκολα, δεν είναι μεταβατικό, ενώ αν αναγκάζει το σύστημα να πει «αυτό δεν γίνεται», τότε αποκαλύπτεται ποιος κυβερνά και γιατί.

Αν ο Λένιν έσπασε στην πράξη το μίνιμουμ πρόγραμμα, ο Τρότσκι το κατάργησε θεωρητικά και στρατηγικά.

Συνοψίζοντας, ο Λένιν έδειξε πώς σπάει το μίνιμουμ πρόγραμμα στην πράξη κάνοντας υπέρβαση του μίνιμουμ μέσα στην επανάσταση. Ο Τρότσκι εξήγησε γιατί πρέπει να σπάσει παντού και συνειδητά, πρότεινε δηλαδή την υπέρβαση του μίνιμουμ ως μόνιμη στρατηγική. Για τον Τρότσκι αν ένα αίτημα μπορεί να ενσωματωθεί εύκολα, δεν είναι μεταβατικό, αν αναγκάζει το σύστημα να πει «αυτό δεν γίνεται», τότε είναι γιατί έτσι αποκαλύπτεται ποιος κυβερνά και γιατί.

Ωστόσο, η μηχανική εφαρμογή του Μεταβατικού Προγράμματος δεν αποδίδει, όπως δεν απέδωσε ως τώρα. Χρειάζεται να λειτουργεί ως πυξίδα, όχι ως συνταγή. Και δικαιολογημένα, αφού η λογική του Τρότσκι δεν αφορούσε μία «λίστα αιτημάτων», αλλά μία μέθοδο με κεντρικό ερώτημα-κριτήριο να είναι πάντα αν το προβαλλόμενο μέσα από το πρόγραμμα αίτημα οδηγεί σε σύγκρουση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία.

Παραδείγματα σήμερα υπάρχουν πολλά. Έτσι, στο πεδίο της εργασίας ένα αίτημα που μιλά για «αύξηση μισθών όταν το επιτρέπει η οικονομία» οδηγεί στην ενσωμάτωση, ενώ ένα άλλο που θέτει το ζήτημα της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών οδηγεί σε σύγκρουση με κέρδη, πληθωρισμό κι εργοδοσία. Αντίστοιχα, στον τομέα της ανεργίας ένα αίτημα για προγράμματα «κατάρτισης» θεωρείται πως δεν ενοχλεί το σύστημα, ενώ η πρόταση για μείωση ωρών εργασίας χωρίς μείωση μισθών θέτει ζήτημα ελέγχου της παραγωγής και προκαλεί τομές. Στον τομέα της ακρίβειας, το αίτημα για ρύθμιση της αγοράς είναι εύκολα αποδεκτό από την εργοδοσία, όχι όμως και το άνοιγμα των βιβλίων των μεγάλων επιχειρήσεων ώστε να φανεί ποιος κερδίζει από την κρίση κερδοσκοπώντας. Τέλος, στα δημόσια αγαθά (ενέργεια, νερό, μεταφορές) μία απλή κρατική διαχείριση τύπου ΔΕΚΟ δεν προκαλεί διαταραχές στη λειτουργία του συστήματος, όμως μία κοινωνικοποίηση με εργατικό έλεγχο κι όχι απλώς περισσότερο κράτος, οδηγεί σε ρήξεις κι εξουσία από τα κάτω.

Τρότσκι και Γκράμσι: το πρόβλημα της ηγεμονίας

Όμως, στο σημείο αυτό ο Γκράμσι έρχεται να αναδείξει ένα βαθύτερο θεωρητικό ζήτημα. Για τον Γκράμσι η αστική τάξη δεν κυβερνά μόνο με καταναγκασμό, αλλά με ηγεμονία (συναίνεση, κουλτούρα, θεσμούς). Το κράτος αντιπροσωπεύει την πολιτική κοινωνία μαζί με την κοινωνία των πολιτών. Άρα οι εργαζόμενοι μπορεί να υποφέρουν, να αγωνίζονται, αλλά να μην σπάνε ιδεολογικά με το σύστημα.

Ενώ, λοιπόν, ο Τρότσκι βλέπει το πρόβλημα κυρίως ως κρίση του καπιταλισμού, κρίση ηγεσίας της εργατικής τάξης και πιστεύει πως το Μεταβατικό Πρόγραμμα λειτουργεί ως γέφυρα συνείδησης μέσα από την ίδια την πάλη, θεωρώντας ότι αν τεθεί σωστά το ζήτημα η ταξική σύγκρουση θα ριζοσπαστικοποιήσει τη συνείδηση, ο Γκράμσι υποδεικνύει πως τα μεταβατικά αιτήματα δεν αρκούν από μόνα τους για ηγεμονία, αν δεν συνοδεύονται από πολιτισμική πάλη, θεσμούς από τα κάτω και διάρκεια. Γιατί οι εργαζόμενοι δεν ζουν μόνο στην παραγωγή, ζουν στα ΜΜΕ, στην οικογένεια, στην ιδέα της «κανονικότητας», στον φόβο της αποσταθεροποίησης. Άρα μπορεί να παλεύουν ως εργαζόμενοι, αλλά να σκέφτονται ως μικροαστοί πολίτες.

Εκεί που ο Τρότσκι εκτιμά πως η κρίση οδηγεί στην ριζοσπαστικοποίηση και την σύγκρουση με κρίσιμο παράγοντα την έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας, ο Γκράμσι έρχεται να προσθέσει την ανάγκη της ιδεολογικής ηγεμονίας ώστε η σύγκρουση να μη χαθεί ή ενσωματωθεί.

Αν τα βάλουμε μαζί, το Μεταβατικό Πρόγραμμα είναι απαραίτητο για να σπάει ο ρεφορμισμός, αλλά χωρίς γκραμσιανή ηγεμονία, κινδυνεύει να γίνει μη εφαρμόσιμο σύνθημα.

Για παράδειγμα στην Ελλάδα του 2015 το σύνθημα «έξω τα μνημόνια» είχε μαζική αποδοχή, αλλά συγχρόνως το «ευρώ σημαίνει ασφάλεια», «το κράτος θα καταρρεύσει», «δεν υπάρχει εναλλακτική» παρέμειναν ηγεμονικές ιδέες. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε εκλογικά, αλλά δεν έχτισε αντι-ηγεμονία. Με άλλα λόγια το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν ήταν «λάθος αιτήματα», αλλά απουσία προετοιμασίας για ρήξη, αντι-ηγεμονικής δουλειάς, οργανωμένης δύναμης από τα κάτω.

Ακόμη και μαχητικοί εργαζόμενοι μπορεί να λένε: «η εταιρεία θα φύγει από την Ελλάδα», «τουλάχιστον έχουμε δουλειά», «δεν γίνεται αλλιώς». Αυτές δεν είναι οικονομικές, αλλά ηγεμονικές ιδέες. Το Μεταβατικό Πρόγραμμα τις προκαλεί, αλλά δεν τις διαλύει αυτόματα.

Αν δεν υπάρχουν σταθερές συλλογικότητες, πολιτισμική δουλειά, αφήγημα για το «πώς αλλιώς θα ζούμε» – στοιχεία που συνθέτουν την περίφημη κοινωνική γείωση – τότε ένα μεταβατικό αίτημα μένει είτε τεχνικό, είτε ουτοπικό, είτε απειλητικό χωρίς στήριξη.

Άρα χρειάζεται μία σύνθεση: το Μεταβατικό Πρόγραμμα χωρίς ηγεμονία γίνεται σύνθημα. Η ηγεμονία χωρίς τη ρήξη των μεταβατικών αιτημάτων γίνεται διαχείριση. Το πραγματικό πρόβλημα στην Ελλάδα (και όχι μόνο) είναι το πώς δένεις τον καθημερινό αγώνα με μια πειστική εναλλακτική κοινωνική τάξη.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο