Ο Μπουχάριν για το χρηματιστικό κεφάλαιο, τον ιμπεριαλισμό και τον μιλιταρισμό

1 min read

Αναδημοσίευση από Marxists.org

26. Το χρηματιστικό κεφάλαιο

Είδαμε προηγούμενα πως ανάμεσα στους επιχειρηματίες διεξάγεται μια λυσσασμένη και αδιάκοπη πάλη γύρω από τον αγοραστή. Και πως σ’αυτή την πάλη θριαμβεύουν πάντα οι μεγάλοι επιχειρηματίες. Οι μικροί καπιταλιστές μειονεχτούν και νικιούνται, ενώ το κεφάλαιο και η παραγωγή συγκεντρώνεται στα χέρια των πιο μεγάλων καπιταλιστών (συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου). Γύρω από το 1880, το κεφάλαιο ήτανε κιόλας ισχυρά συγκεντροποιημένο. Ξεπηδήσανε τότε, στη θέση των παλιών ατομικών επιχειρηματιών, μετοχικές εταιρείες που ήτανε, εννοείται, εταιρείες καπιταλιστών. Τι είναι αυτές οι εταιρείες; Ποια είναι η προέλευσή τους; Η απάντηση δεν είναι και τόσο δύσκολη. Κάθε καινούρια επιχείρηση όφειλε να διαθέτει από την ίδρυσή της ένα αρκετά μεγάλο κεφάλαιο. Μια επιχείρηση μ’αδύνατα οικονομικά είχε πολύ λίγες πιθανότητες να ζήσει, γιατί ήτανε στενά περικυκλωμένη από ισχυρούς ανταγωνιστές, τους μεγαλοβιομήχανους. Αν δεν ήθελε να χαθεί, μα να ζήσει και να ευημερήσει, όφειλε η καινούρια αυτή επιχείρηση, από τα πρώτα της βήματα, να είναι γερά οργανωμένη’ πράγμα που δε θα το μπορούσε παρά μονάχα όταν διέθετε, στην πρώτη κρούση, μεγάλα κεφάλαια. Αυτή είναι η καταγωγή της μετοχικής εταιρίας. Χαρακτηρίζεται από το γεγονός, ότι ορισμένοι μεγαλοκεφαλαιούχοι εκμεταλλεύονται τα κεφάλαια των μικρών κεφαλαιούχων, ακόμα και τις μικρές οικονομίες των μη κεφαλαιούχων (ιδιωτικών υπαλλήλων, χωρικών, δημοσίων υπαλλήλων κλπ). Βάζει ο καθένας ένα ή περισσότερα μέρη και παίρνει σ’αντάλλαγμα ένα ή περισσότερα κομματάκια χαρτί, μια ή περισσότερες “μετοχές” που του δίνουν το δικαίωμα να παίρνει ένα μέρος από τα έσοδα. Η τέτοια συσσώρευση καταθέσεων, δημιουργεί μονομιάς ένα ισχυρό μετοχικό κεφάλαιο.

Όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά οι μετοχικές εταιρίες, ορισμένοι αστοί επιστήμονες και μαζί τους οι συμφιλιωτές σοσιαλιστές, διακηρύξανε πως μια καινούρια εποχή άρχιζε, πως το κεφάλαιο δε θά’φερνε την κυριαρχία μιας φούχτας από καπιταλιστές, μα πως αντίθετα ο κάθε υπάλληλος θα μπορούσε, με τις οικονομίες του, ν’αγοράσει μια μετοχή και να γίνει κεφαλαιούχος. Το κεφάλαιο θα γινότανε έτσι ολοένα και πιο δημοκρατικό και η διαφορά ανάμεσα στον κεφαλαιούχο και τον εργάτη θα εξαφανιζόταν χωρίς επανάσταση.

Όλα αυτά δεν ήτανε παρά αστικά. Έγινε ακριβώς το αντίθετο. Οι μεγαλοκεφαλαιούχοι εξακολούθησαν να εκμεταλλεύονται τους εργάτες για τους δικούς τους σκοπούς και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προχώρησε ακόμα πιο γρήγορα από πριν γιατί η πάλη πέρασε ανάμεσα στις μεγάλες μετοχικές εταιρίες.

“Είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί οι μεγαλοκαπιταλιστές μέτοχοι κάνανε τους μικρούς μετόχους βοηθούς τους. Ο μικρός μέτοχος, που κατοικεί τις περισσότερες φορές σε μια απομακρυσμένη πόλη δε μπορεί να κάνει, εκατοντάδες χιλιόμετρα για να παρακολουθήσει τη γενική συνέλευση των μετόχων. Μα κι όταν ακόμα είναι παρών, δεν είναι οργανωμένος. Αντίθετα, οι μεγάλοι μέτοχοι, που είναι οργανωμένοι και ξέρουνε τι θέλουν, φτάνουνε εύκολα στους σκοπούς τους. Η πείρα δείχνει πως φτάνει νά’χεις το ένα τρίτο από τις μετοχές για να είσαι απόλυτος κύριος της επιχείρησης”.

Μα η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου δε σταματάει εδώ. Τα τελευταία χρόνια είδαμε να εμφανίζονται, στη θέση των μικρών ατομικών επιχειρήσεων και των μετοχικών εταιριών, εταιρίες καπιταλιστικών ενώσεων, συνδικάτα (ή καρτέλ) και τραστ. Ας υποθέσουμε ότι σ’έναν παραγωγικό κλάδο, λ.χ. στην υφαντουργία ή στη μεταλλουργία, οι μικροί καπιταλιστές έχουν ήδη εξαφανιστεί. Δε μένουν παρά πεντέξι τεράστιες επιχειρήσεις που παράγουνε σχεδόν όλα τα εμπορεύματα αυτού του κλάδου. Τότε έρχονται σε σύγκρουση, ο συναγωνισμός τους κάνει να ρίχνουν τις τιμές τους, πράμα πού’χει σαν αποτέλεσμα να λιγοστέψουν τα κέρδη τους. Ας υποθέσουμε τώρα ότι μερικές απ’αυτές τις επιχειρήσεις είναι πιο ισχυρές από τις άλλες. Θα συνεχίσουν την πάλη ώσπου οι πιο αδύνατοι να καταστραφούν. Ας παραδεχτούμε όμως ότι όλες τους έχουνε πάνω κάτω τις ίδιες δυνάμεις: έχουνε την ίδια παραγωγική δύναμη, τον ίδιο αριθμό εργατών, τις ίδιες μηχανές, το ίδιο κόστος. Τι θα συμβεί; Η πάλη δε θα δώσει τη νίκη σε καμιά’ θα εξαντλήσει το ίδιο όλες τις επιχειρήσεις, θα περιορίσει όλων τα κέρδη. Τότε οι καπιταλιστές θα καταλήξουνε σε τούτο το συμπέρασμα: “Γιατί λοιπόν να ξεφτιλίζουμε αναμεταξύ μας τις τιμές; Δε θά’τανε καλύτερο να ενωθούμε και να ξεγυμνώσουμε από κοινού τον κόσμο; Αν ενωθούμε δε θά’ χουμε πια συναγωνισμό, όλα τα εμπορεύματα θά’ναι στα χέρια μας και θα μπορούμε να ανεβάζουμε τις τιμές όποτε θέλουμε”. Έτσι γεννιούνται οι καπιταλιστικές ενώσεις: Τα συνδικάτα και τα τραστ.

Τα συνδικάτα (ή καρτέλ) ξεχωρίζουνε από τα τραστ. Όταν οι καπιταλιστές φτιάχνουν ένα συνδικάτο, κλείνουνε σύμβαση ανάμεσά τους πως δε θα πουλήσουν κάτω από μια ορισμένη τιμή και πως θα μοιραστούνε τις παραγγελίες ή τις αγορές(“εσύ θα πουλήσεις εκεί κι εγώ εδώ” κλπ.). Αλλά η διοίκηση του συνδικάτου δε μπορεί να κλείσει καμιά από τις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις: κάθε μια από τις επιχειρήσεις αποτελεί τμήμα της ένωσης, διατηρώντας ωστόσο κάποια ανεξαρτησία. Στο τραστ αντίθετα οι επιχειρήσεις ενώνονται τόσο στενά που χάνουνε σχεδόν την ανεξαρτησία τους: η διοίκηση ενός τραστ μπορεί να κλείσει ένα εργοστάσιο, να το μετατρέψει, να το μεταφέρει αλλού, αν αυτό συμφέρει στο τραστ. Ο ιδιοχτήτης αυτός της επιχείρησης εξακολουθεί βέβαια να παίρνει τα κέρδη του, που μεγαλώνουν μάλιστα, όλα όμως διευθύνονται από τη στενή και συνεχτική ένωση των καπιταλιστών, το τραστ.

Τα συνδικάτα και τα τραστ κυριαρχούν σχεδόν ολότελα πάνω στην αγορά. Δε φοβούνται από κανένα συναγωνισμό, γιατί τον έχουν ολότελα καταργήσει και αντικαταστήσει από το καπιταλιστικό μονοπώλιο, δηλαδή από την κυριαρχία του τραστ.

Έτσι η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου διώχνει σιγά-σιγά το συναγωνισμό. Ο συναγωνισμός καταβροχθίζει ο ίδιος τον εαυτό του, αφού όσο πιο πολύ μεγάλωνε τόσο και πιο γρήγορα προχωρούσε η συγκεντροποίηση και τόσο πιο γρήγορα επίσης καταστρέφονται οι πιο αδύνατοι καπιταλιστές. Στο τέλος, η συγκέντρωση του κεφαλαίου πιστώνει η ίδια το συναγωνισμό που την έχει γεννήσει. Το ελεύθερο παιχνίδι της αγοράς, δηλαδή ο συναγωνισμός, αντικατασταίνεται από την κυριαρχία των μονοπωλημένων επιχειρήσεων, από τα τραστ και τα συνδικάτα.

“Φτάνουν μερικά παραδείγματα για να εχτιμήσουμε τη γιγάντια δύναμη των τραστ και των συνδικάτων. Το 1900 στις Ενωμένες Πολιτείες η αναλογία των συνδικάτων ήτανε στην υφαντουργία πάνω από τα 50%, στα ορυχεία 54%, στη χαρτοποιία 60%, στη μεταλλουργία (έξω από το ατσάλι) 84%, στην παραγωγή του σιδήρου και του ατσαλιού 84%, στη χημική παραγωγή 81%, κλπ. Περιττό να πούμε ότι σήμερα η αναλογία τους μεγάλωσε εξαιρετικά. Πραγματικά ολόκληρη η αμερικανική παραγωγή είναι τώρα συγκεντρωμένη σε δύο τραστ: το τραστ του πετρελαίου και τα τραστ του ατσαλιού. Κι απ’τά δυο αυτά τραστ εξαρτιόνται όλα τ’άλλα.

Κατά το 1923 στη Γερμανία, 92,6% απ’τήν παραγωγή του κάρβουνου στο λεκανοπέδιο του Ρουρ, ήτανε στα χέρια ενός μονάχα συνδικάτου. Το συνδικάτο του ατσαλιού έβγαλε σχεδόν τα μισά από τη γερμανικά παραγωγή ατσαλιού. Το τραστ της ζάχαρης έβγαζε το 70% σχεδόν της εσωτερικής αγοράς και τα 80% της εξωτερικής.

Ακόμα και στη Ρωσία μια ολόκληρη σειρά κλάδων βρίσκονταν ήδη κάτω από τον πλήρη έλεγχο των συνδικάτων. Το συνδικάτο Προντουγκόλ έβγαζε τα 60% από το κάρβουνο του Ντόνετς, το συνδικάτο Προνταμέτζ τα 85% έως 93% της μεταλλουργικής παραγωγής’ το συνδικάτο Κρούλια τα 60% του λευκοσίδηρου. Το συνδικάτο Πρόντβαγκον είχε συγκεντρώσει τις 14 από τις 16 οικοδομικές επιχειρήσεις’ το συνδικάτο του χαλκού τα 90%’ το συνδικάτο της ζάχαρης ολόκληρη την παραγωγή της κλπ.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς ενός Ελβετού επιστήμονα, στις αρχές του 20ου αιώνα τα μισά κεφάλαια ολόκληρου του κόσμου βρίσκονται κιόλας στα χέρια των συνδικάτων και των τραστ.”.

Τα συνδικάτα και τα τραστ δε συγκεντρώνουν μόνο ομοειδείς επιχειρήσεις. Βλέπουμε να εμφανίζονται ολοένα και περισσότερα τραστ που αγκαλιάζουν ταυτόχρονα πολλούς βιομηχανικούς κλάδους. Πώς έγινε αυτό;

Όλοι οι κλάδοι της παραγωγής συνδέονται κυρίως αναμεταξύ τους με την αγορά και με την πώληση. Ας πάρουμε της εξόρυξη του σιδηρομεταλλεύματος και του κάρβουνου, που χρησιμοποιείται για πρώτες ύλες στα χυτήρια και στα εργοστάσια μεταλλουργίας. Με τη σειρά τους τα εργοστάσια αυτά θα βγάλουν λ.χ. μηχανές. Οι μηχανές αυτές θα χρησιμεύσουν σα μέσα παραγωγής σε μια σειρά από άλλους κλάδους κτλ. κτλ.

Ας υποθέσουμε τώρα πως έχουμε στην κατοχή μας ένα χυτήριο σιδήρου. Αγοράζει σιδηρομετάλλευμα και κάρβουνο και ενδιαφέρεται να το αγοράσει σε φτηνή τιμή. Μα αν το μετάλλευμα και το κάρβουνο βρίσκονται στα χέρια ενός άλλου συνδικάτου;

Θ’αρχίσει τότε ανάμεσα στα δύο αυτά συνδικάτα μια πάλη που θα τελειώσει είτε με τη νίκη του ενός πάνω στο άλλο, είτε με τη συγχώνευσή τους. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, εμφανίζεται ένα καινούριο συνδικάτο που ενώνει και τους δυο κλάδους μαζί. Κατ’αυτόν τον τρόπο εννοείται μπορούν να συγχωνευθούν 2,3 και 10 κλάδοι. Αυτού του είδους οι επιχειρήσεις λέγονται σύνθετες (ή συνδυασμένες).

Κατ’αυτόν τον τρόπο τα συνδικάτα και τα τραστ συνενώνουν όχι μονάχα διαφορετικούς κλάδους, μα συγχωνεύουν σε μια και μόνη οργάνωση ανομοιογενείς παραγωγικούς κλάδους, συνδέουν ένα κλάδο με ένα δεύτερο, μ’ένα τρίτο, μ’ένα τέταρτο κτλ. ’λλοτε σ’όλους τους κλάδους οι επιχειρηματίες ήταν ανεξάρτητοι ο ένας απ’τόν άλλο, κι ολόκληρη η παραγωγή ήταν κομματιασμένη σε εκατοντάδες χιλιάδες μικρές φάμπρικες. Στις αρχές του 20ου αιώνα η παραγωγή ήταν κιόλας συγκεντρωμένη σε γιγαντιαία τραστ και συνένωναν πολυάριθμους παραγωγικούς κλάδους.

Οι ενώσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς παραγωγικούς κλάδους δεν οφείλονται μονάχα στο σχηματισμό συνδυασμένων επιχειρήσεων. Πρέπει να στρέψουμε ακόμα την προσοχή μας σ’ένα σπουδαιότερο φαινόμενο, στο γεγονός ότι οι συνδυασμένες αυτές επιχειρήσεις σημαίνουν κυριαρχία των τραπεζών.

Πρέπει πρώτα όμως να πούμε μερικά λόγια για τις τράπεζες.

Είδαμε ότι όταν η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση φτάσει σ’έναν ορισμένο βαθμό, η ανάγκη κεφαλαίων γίνεται τότε αισθητή για να δώσει στις καινούριες επιχειρήσεις μια μεγάλη και γρήγορη επέκταση. (Η ανάγκη αυτή, ας το πούμε παρεμβατικά, γεννάει τις μετοχικές εταιρίες). Ώστε η δημιουργία καινούριων επιχειρήσεων απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερα κεφάλαια.

Από το άλλο μέρος, ας δούμε τι κερδίζει ο καπιταλιστής. Ξέρουμε πως ένα μέρος χρησιμεύει για τη συντήρησή του, για το ντύσιμό του, με μια λέξη ξοδεύεται από τον ίδιο’ το υπόλοιπο όμως το “συσσωρεύει”. Πως γίνεται αυτό; Μπορεί κάθε στιγμή να μεγαλώνει η επιχείρησή του προσκομίζοντάς του το μερίδιο αυτό από τα κέρδη του; Όχι, γιατί βγάζει βέβαια αδιάκοπα χρήματα, όμως σιγά-σιγά. Πουλάει ένα μέρος από το εμπόρευμά του, που αποταμιεύει το αντίτιμό του σε χρήμα, πουλάει ακόμα ένα μέρος και αποταμιεύει ένα καινούριο χρηματικό ποσό. Μα το χρήμα αυτό για να μπορέσει να χρησιμεύσει στο μεγάλωμα της επιχείρησης, πρέπει να αντιπροσωπεύει ένα ορισμένο ποσό, αλλιώτικα δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μένει άχρηστο. Μ’αυτό συμβαίνει όχι μονάχα σ’έναν ή δυο καπιταλιστές, μα σ’όλους. Υπάρχει πάντοτε αχρησιμοποίητο κεφάλαιο. Μα όπως έχουμε δει, υπάρχει ζήτηση κεφαλαίων. Από το ένα μέρος υπάρχουν αχρησιμοποίητα κεφάλαια και από το άλλο, χρηματικές ανάγκες. Όσο περισσότερο συγκεντροποιείται το κεφάλαιο, τόσο περισσότερο η ανάγκη αυτή μεγάλων κεφαλαίων μεγαλώνει, μαζί με την ποσότητα του διαθέσιμου κεφαλαίου. Έτσι μεγάλωσε η σπουδαιότητα των τραπεζών. Για να μη μένει αχρησιμοποίητο, ο καπιταλιστής καταθέτει το χρήμα στην τράπεζα που το δανείζει στους βιομήχανους για το μεγάλωμα των παλιών επιχειρήσεων ή για τη δημιουργία νέων. Με το κεφάλαιο που πήραν οι βιομήχανοι από την τράπεζα τραβούν υπεραξία’ δίνουν ένα μέρος της στην τράπεζα σαν τόκο για το δάνειο’ η τράπεζα με τη σειρά της το δίνει στους καταθέτες της και φυλάει το υπόλοιπο για τον εαυτό της, σαν τραπεζιτικό κέρδος. Έτσι γυρίζουνε οι τροχοί της μηχανής.

Ο ρόλος, η σπουδαιότητα, η δραστηριότητα των τραπεζών, αναπτύχθηκαν τεράστια τα τελευταία αυτά χρόνια. Οι τράπεζες απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερα κεφάλαια και τοποθετούν μια ποσότητα όλο και μεγαλύτερη στη βιομηχανία. Το τραπεζιτικό κεφάλαιο “δουλεύει” συνεχώς στη βιομηχανία, γίνεται το ίδιο βιομηχανικό κεφάλαιο. Η βιομηχανία πέφτει κάτω από την εξάρτηση των τραπεζών που την υποστηρίζουνε και την τροφοδοτούνε με κεφάλαιο. Το τραπεζιτικό κεφάλαιο μπολιάζεται στο βιομηχανικό κεφάλαιο. Και η καινούρια αυτή μορφή που παίρνει το κεφάλαιο ονομάζεται τραπεζιτικό κεφάλαιο. Ώστε το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι τραπεζιτικό κεφάλαιο μπολιασμένο στο βιομηχανικό κεφάλαιο.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο, συνδέει ανάμεσά τους δια μέσου των τραπεζών, όλους τους κλάδους της βιομηχανίας ακόμα περισσότερο και απ’τίς ενώσεις. Γιατί; Να μια μεγάλη τράπεζα. Προσφέρει κεφάλαια, όχι μόνο σε μια, μα σε πολλές επιχειρήσεις ή σε πολλά συνδικάτα: Όπως λέμε τις χρηματοδοτεί. Ό,τι την ενδιαφέρει είναι να μη φαγωθούν αναμεταξύ τους οι επιχειρήσεις, η τράπεζα τις ενώνει: δεύτερή της πολιτική είναι να πραγματοποιήσει τη συγχώνευση αυτών των επιχειρήσεων σε μια μονάχα, κάτω από τη διεύθυνσή της, η τράπεζα καταχτάει την κυριαρχία ολόκληρης της βιομηχανίας, ολόκληρης σειράς παραγωγικών κλάδων’ οι έμπιστοι άνθρωποι των τραπεζών γίνονται διευθυντές των τραστ, των συνδικάτων και των επιχειρήσεων.

Στο τέλος, έχουμε τον ακόλουθο πίνακα: ολόκληρη η βιομηχανία μιας χώρας συνενώνεται δια μέσου των τραπεζών σε συνδικάτα, τραστ και συνδυασμένες επιχειρήσεις, μια φούχτα από μεγαλοτραπεζίτες, επικεφαλής ολόκληρης της οικονομικής ζωής μας, διευθύνει ολόκληρη τη βιομηχανία. Και το κράτος εκτελεί όλες τις επιθυμίες των ισχυρών αυτών των τραπεζών και των συνδικάτων.

“Αυτό μπορούμε πολύ εύκολα να το δούμε στην Αμερική. Στις Ενωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση δεν είναι παρά ο υπηρέτης των αμερικανικών τραστ. Το κοινοβούλιο δεν κάνει άλλο παρά να εγκρίνει τις αποφάσεις των ισχυρών της τράπεζας και των συνδικάτων. Τα τραστ ξοδεύουνε τεράστια ποσά για την εξαγορά των βουλευτών, για εκλογικές καμπάνιες κτλ. Ένας αμερικανός συγγραφέας (Μούερς) γράφει, ότι το 1904 το τραστ ασφαλειών Μοντουάλ ξόδεψε γι’αυτή τη δουλειά 364.019 δολάρια, και τα ίδια συνέχεια. Ο γαμπρός του Γουίλσον, ο υπουργός των οικονομικών Μακ ‘Αντοο είναι ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζίτες και διοικητές συνδικάτων. Οι γερουσιαστές, οι υπουργοί, οι βουλευτές, είναι είτε απλοί υπάλληλοι, είτε μέλη των μεγάλων τραστ. Το κράτος στην “ελεύθερη δημοκρατία” είναι ένα εργοστάσιο για να γδέρνει το λαό”.

Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι μια καπιταλιστική χώρα κάτω από την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, μεταβάλλεται εξ’ολοκλήρου σε ένα τεράστια συνδυασμένο τραστ που επικεφαλείς του βρίσκονται οι τράπεζες και που διοικητικό του συμβούλιο είναι η αστική κρατική εξουσία. Η Αμερική, η Αγγλία, η Γαλλία, η Γερμανία κτλ., δεν είναι παρά εθνικά καπιταλιστικά τραστ, ισχυρές οργανώσεις των αυτοκρατόρων στις τράπεζες και τα συνδικάτα, που εκμεταλλεύονται και καταπιέζουν εκατοντάδες εκατομμύρια εργάτες, μισθωτούς σκλάβους.

27. Ο ιμπεριαλισμός

Το χρηματιστικό κεφάλαιο περιορίζει σε ένα ορισμένο σημείο σε κάθε χώρα την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής. Οι αντίπαλοι ατομικοί επιχειρηματίες, διαλύονται μέσα σ’ένα εθνικό καπιταλιστικό τραστ. Τι γίνεται όμως τότε με μια από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις του καπιταλισμού; Γιατί τό’χουμε πει πολλές φορές ότι αυτό το σύστημα θα εξαφανιστεί ασφαλώς, από τό’να μέρος λόγω της κακής του οργάνωσης και από το άλλο μέρος γιατί στους κόλπους αυτού του συστήματος βασιλεύει η πάλη των τάξεων. Μα όταν η μια από τις αντιφάσεις αυτές εξαφανιστεί, είναι βάσιμη η πρόβλεψή μας σχετικά με το τέλος του καπιταλισμού;

Στην πραγματικότητα δεν καταργούνται ούτε η αναρχία στην παραγωγή ούτε ο συναγωνισμός, ή πιο σωστά, καταργούνται σ’έναν τόπο για να εκδηλωθούν με μεγαλύτερη οξύτητα αλλού. Ας εξετάσουμε το φαινόμενο αυτό πιο λεπτομερειακά.

Ο τωρινός καπιταλισμός είναι ένας καπιταλισμός παγκόσμιος. Όλες οι χώρες εξαρτώνται η μια από την άλλη. Δεν υπάρχει ούτε μια γωνιά της γης που να μη βρίσκεται σήμερα κάτω από το πέλμα του κεφαλαίου, ούτε μια χώρα που να παράγει μόνη της ό,τι της χρειάζεται.

“Ολόκληρη σειρά από προϊόντα δε μπορούν να παραχθούν παρά σε ορισμένους τόπους: Στις ψυχρές χώρες δε βγαίνουν πορτοκάλια και δε μπορούμε να βγάλουμε σιδηρομετάλλευμα παρά μονάχα από τα εδάφη όπου βρίσκεται. Ο καφές, το κακάο, το καουτσούκ βγαίνουν μονάχα στις θερμές χώρες. Το μπαμπάκι καλλιεργείται στις Ενωμένες Πολιτείες, στις Ινδίες, στην Αίγυπτο, στο Τουρκεστάν, απ’όπου εξάγεται σ’όλες τις χώρες του κόσμου. Κάρβουνο διαθέτουν: η Αγγλία, η Γερμανία, οι Ενωμένες Πολιτείες, η Τσεχοσλοβακία, η Ρωσία, ενώ η Ιταλία που δεν έχει, εξαρτιέται ολότελα από το αγγλικό κάρβουνο, το γερμανικό κτλ. Το στάρι στέλνεται από την Αμερική, από τις Ινδίες, από τη Ρωσία, από τη Ρουμανία, σ’όλες τις χώρες.

Από το άλλο μέρος, ορισμένες χώρες είναι περισσότερο πολιτισμένες από άλλες. Έτσι κάθε είδους βιομηχανικά προϊόντα ρίχνονται απ’αυτές τις χώρες στις αγορές των καθυστερημένων χωρών: Τα μεταλλουργικά προϊόντα προσφέρονται σ’ολόκληρη την υφήλιο, κυρίως από την Αγγλία, τις Ενωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία’ τα χημικά προϊόντα προσφέρονται πριν τον πόλεμο κυρίως από τη Γερμανία.

Όλες οι χώρες εξαρτώνται αναμεταξύ τους. Ως που μπορεί να φτάσει αυτή η εξάρτηση, το βλέπουμε στο παράδειγμα της Αγγλίας που εισάγει τα 75 ως 80% σταριού και το μισό από το κρέας που χρειάζεται, μα που σ’αντάλλαγμα είναι υποχρεωμένη να εξάγει το μεγαλύτερο μέρος από τα βιομηχανικά της προϊόντα”.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο καταργεί τον συναγωνισμό στην παγκόσμια αγορά; Και συνενώνοντας τους καπιταλιστές σ’αυτή ή σε κείνη τη χώρα, δημιουργεί μια παγκόσμια οργάνωση; Όχι. Η αναρχία στην παραγωγή κι ο συναγωνισμός μέσα σε μια ορισμένη χώρα παύουνε, λίγο πολύ, γιατί οι πολύ μεγάλες ατομικές επιχειρήσεις συνενώνονται σ’ένα εθνικό καπιταλιστικό τραστ. Η πάλη όμως ανάμεσα στα εθνικά αυτά καπιταλιστικά τραστ γίνεται τόσο και πιο λυσσασμένη. Πράγμα που πάντοτε παρατηρείται στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Όταν οι μικρές επιχειρήσεις χάνονται, ο αριθμός των ανταγωνιστών λιγοστεύει, αφού δε μένουν πια παρά μονάχα οι μεγάλοι’ για τούτο δε, παλεύουνε με ισχυρά μέσα και ο συναγωνισμός ανάμεσα στους ξεχωριστούς βιομήχανους παραχωρεί τη θέση του στη μάχη ανάμεσα στα τραστ. Ο αριθμός των τραστ είναι βέβαια μικρότερος από τον αριθμό των βιομηχάνων. Η πάλη τους όμως είναι πιο βίαιη, πιο λυσσασμένη και πιο καταστρεφτική. Όταν οι καπιταλιστές μιας ιδιαίτερης χώρας διώξουν όλους τους μικρούς ανταγωνιστές τους και οργανωθούν σ’ένα εθνικό καπιταλιστικό τραστ, ο αριθμός των ανταγωνιστών λιγοστεύει ακόμα περισσότερο. Οι ανταγωνιστές είναι τώρα πια τεράστιες καπιταλιστικές δυνάμεις. Και η πάλη τους συνοδεύεται από ανήκουστες καταστροφές και έξοδα. Γιατί ο συναγωνισμός των εθνικών καπιταλιστικών τραστ εκδηλώνεται σε περίοδο “ειρήνης” με τον αιφνιδιασμό των εξοπλισμών, για να καταλήξει στους καταστρεφτικούς πολέμους. Έτσι το χρηματιστικό κεφάλαιο, που καταργεί το συναγωνισμό στην κάθε χώρα χωριστά, οδηγεί σ’ένα λυσσασμένο, τερατώδη συναγωνισμό ανάμεσα σ’όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Γιατί ο συναγωνισμός αυτός ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες οδηγεί τελικά σε μια καταχτητική πολιτική, στον πόλεμο; Για ποιο λόγο ο συναγωνισμός αυτός δε θα μπορούσε νά’ναι ειρηνικός; Όταν δυο εργοστασιάρχες βρίσκονται σε συναγωνισμό, δε ρίχνονται ο ένας πάνω στον άλλο με το μαχαίρι στο χέρι, μα επιδιώκουνε να πάρουνε ο ένας τους αγοραστές του αλλουνού σε μια ειρηνική πάλη. Γιατί λοιπόν ο συναγωνισμός στην παγκόσμια αγορά γίνεται τόσο λυσσασμένος και ένοπλος;

Ας εξετάσουμε γιατί η πολιτική της αστικής τάξης έπρεπε ν’αλλάξει περνώντας από τον παλιό καπιταλισμό, όπου ανθούσε ο ελεύθερος συναγωνισμός, στο νέο καπιταλισμό, όπου ηγεμονεύει το χρηματιστικό κεφάλαιο.

Ας αρχίσουμε μ’αυτό που λέγεται τελωνειακή πολιτική. Στην πάλη ανάμεσα στις χώρες, κάθε κυβέρνηση που προστατεύει πάντα τους καπιταλιστές της, βρήκε από πολύ καιρό ένα μέσο πάλης στους τελωνειακούς δασμούς. Όταν λ.χ. οι Ρώσοι βιομήχανοι της υφαντουργίας φοβούνταν μήπως οι ’γγλοι ή Γερμανοί ανταγωνιστές τους εισάγουν τα εμπορεύματά τους στη Ρωσία και τους ρίξουνε μ’αυτό τον τρόπο τις τιμές, η αφοσιωμένη σ’αυτούς τσαρική κυβέρνηση έβαζε αμέσως δασμούς στα αγγλικά και τα γερμανικά υφάσματα. Αυτό εμπόδιζε βέβαια την είσοδο ξένων εμπορευμάτων στη Ρωσία και οι εργοστασιάρχες διακήρυχναν πως οι τελωνειακοί δασμοί ήταν αναγκαίοι για την προστασία της εθνικής βιομηχανίας. Στις διάφορες χώρες βέβαια ήταν και διαφορετικοί οι σκοποί που οδηγούσαν τους μεν ή τους δε.

Πρέπει να παρατηρήσουμε πως κυρίως οι καπιταλιστές των πιο μεγάλων χωρών και οι πιο ισχυροί, με επικεφαλής τους την Αμερική, απαιτούσανε και επιβάλανε τους πιο υψηλούς δασμούς. Ο συναγωνισμός μπορούσε πραγματικά να τους βλάψει;

Ας υποθέσουμε ότι ολόκληρη η υφαντουργία μιας χώρας είναι μονοπωλημένη από ένα συνδικάτο ή ένα τραστ. Τι θα γίνει τότε με τους τελωνειακούς δασμούς; Οι ισχυροί των καπιταλιστικών συνδικάτων αυτής της χώρας; έχουν μ’ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: πρώτα-πρώτα απαλλάσσονται απ’τόν εξωτερικό συναγωνισμό’ μπορούν κατόπιν χωρίς κανένα κίνδυνο ν’αυξήσουν τις τιμές των εμπορευμάτων τους σχεδόν στην αξία των τελωνειακών δασμών. Ας υποθέσουμε τώρα ότι σ’ένα μέτρο ύφασμα, οι δασμοί έχουν αυξηθεί κατά ένα ρούβλι. Τότε οι βαρόνοι του υφαντουργικού συνδικάτου μπορούν άφοβα ν’αυξήσουν κατά ένα ρούβλι ή κατά ενενήντα καπίκια την τιμή του υφάσματος. Αν δεν υπήρχε το συνδικάτο, ο συναγωνισμός ανάμεσα στους καπιταλιστές στο εσωτερικό της χώρας θά’ριχνε αμέσως τις τιμές. Όμως το συνδικάτο χωρίς φόβο μπορεί να επιχειρήσει αυτή την αύξηση: ο τελωνειακός δασμός είναι πολύ υψηλός για να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό συναγωνισμό και ο εσωτερικός συναγωνισμός καταργείται. Το κράτος των ισχυρών του συνδικάτου με τους τελωνειακούς δασμούς απολαβαίνει εισοδήματα και το ίδιο το συνδικάτο πραγματοποιεί ένα συμπληρωματικό κέρδος, χάρη στην αύξηση των τιμών. Οι ισχυροί, χάρη στο συμπληρωματικό αυτό κέρδος, μπορούν να εξάγουν τα εμπορεύματά τους στις άλλες χώρες και να τα πουλάνε έτσι με ζημιά, με μοναδικό σκοπό να διώξουνε από τις χώρες αυτές τους ανταγωνιστές τους. Έτσι το ρωσικό συνδικάτο των διυλιστηρίων ζάχαρης κρατούσε στη Ρωσία τη ζάχαρη σε σχετικά υψηλές τιμές, ενώ την πουλούσε στην Αγγλία σε τιμές εξευτελιστικές, με μοναδικό σκοπό να διώξει τους ανταγωνιστές του από την αγγλική αγορά. Έχει γίνει πια παροιμία πως στην Αγγλία τρέφανε τα γουρούνια με ρωσική ζάχαρη. Ώστε με τους τελωνειακούς δασμούς, οι ισχυροί των συνδικάτων έχουν τη δυνατότητα να καταληστεύουν τους συμπατριώτες τους και να βάζουν κάτω από την κυριαρχία τους, τους ξένους αγοραστές.

Όλα αυτά έχουν πολύ σπουδαίες συνέπειες. Είναι ολοφάνερο ότι η υπεραξία των κυρίων του συνδικάτου αυξάνει μαζί με τον αριθμό των προβάτων, που αφήνονται να κουρευτούν κάτω από τα τελωνειακά τείχη. Αν η χώρα είναι μικρή, το κέρδος δε θά’ταν μεγάλο. Αντίθετα, αν η χώρα είναι μεγάλη και πυκνοκατοικημένη, τα κέρδη θα είναι σημαντικά, θα μπορούν τότε να ριχτούν στην παγκόσμια αγορά, με τις μεγαλύτερες ελπίδες επιτυχίας. Μα τα τελωνειακά σύνορα συμπέφτουνε γενικά με τα εθνικά σύνορα. Πως θα φαρδύνουμε λοιπόν τα εθνικά σύνορα; Πως θα αποσπάσουμε ένα κομμάτι ξένης γης και να το ενσωματώσουμε στο έδαφος του δικού μας έθνους; Με τον πόλεμο. Η κυριαρχία των κυρίων του συνδικάτου συνδέεται λοιπόν αναγκαστικά με τους καταχτητικούς πολέμους. Κάθε καπιταλιστικό κράτος προσπαθεί με τη ληστεία να επεχτείνει τα σύνορά του: τα συμφέροντα των ισχυρών του συνδικάτου, τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου το απαιτούν. Επέχταση των συνόρων είναι συνώνυμο του πολέμου.

Έτσι η τελωνειακή πολιτική των συνδικάτων και των τραστ, μαζί με την πολιτική τους στην παγκόσμια αγορά, οδηγεί σε σφοδρότατες συγκρούσεις. Υπάρχουν όμως και άλλες αιτίες που οδηγούν εκεί.

Είδαμε πως η ανάπτυξη της παραγωγής, φέρνει μαζί της μιαν ακατάπαυστη συσσώρευση υπεραξίας. Έτσι, σε κάθε προοδευμένη καπιταλιστική χώρα παράγεται παραπανίσιο κεφάλαιο, που αποδίνει λιγότερα από μια καθυστερημένη χώρα. Όσο μεγαλύτερο είναι το πλεόνασμα αυτό του κεφαλαίου, τόσο περισσότερο προσπαθούνε να το εξάγουν και να το τοποθετήσουνε σε άλλες χώρες. Η τελωνειακή πολιτική ευνοεί εξαιρετικά τις τέτοιες τοποθετήσεις.

Πραγματικά, οι τελωνειακοί δασμοί παρεμποδίζουν την εισαγωγή εμπορευμάτων, όταν οι Ρώσοι εργοστασιάρχες, λ.χ., χτυπήσουνε με υψηλούς δασμούς τα γερμανικά εμπορεύματα, οι Γερμανοί εργοστασιάρχες δυσκολεύονται περισσότερο να διαδώσουν τα εμπορεύματά τους στη Ρωσία.

Τότε οι Γερμανοί καπιταλιστές βρήκαν μιαν άλλη διέξοδο: να εξάγουν στη Ρωσία τα κεφάλαιά τους’ χτίσανε εκεί εργοστάσια, αγοράσανε μετοχές ρωσικών επιχειρήσεων, ή δημιουργήσανε καινούριες επιχειρήσεις, όμως οι τελωνειακοί δασμοί δεν αποτελούν εμπόδιο σε μια τέτοια εξαγωγή; Καθόλου. Όχι μονάχα δεν την εμποδίζουν μα αντίθετα την ευνοούν, την προκαλούνε. Και πραγματικά, όταν οι Γερμανοί καπιταλιστές φτιάχνανε εργοστάσια στη Ρωσία, και προσκολλούνταν επιπλέον σε κάποιο “ρωσικό” συνδικάτο, τα ρωσικά εισαγωγικά τέλη τους βοηθούσανε να τσεπώνουνε υπεραξία. τους ήτανε το ίδιο ωφέλιμο για την καταλήστευση του λαού όσο και στους Ρώσους συνεταίρους τους.

Το κεφάλαιο δεν εξάγεται από το ένα κράτος στο άλλο μονάχα για να συγχωνευθεί εκεί ή για να υποστηρίξει επιχειρήσεις’ πολλές φορές δανείζεται με τόκο σ’αυτό το κράτος, δηλαδή για ν’αυξήσει αυτό το κράτος το δημόσιο χρέος του και να γίνει οφειλέτης στο άλλο. Σε μια τέτοια περίπτωση το κράτος που χρωστάει, αναλαβαίνει την υποχρέωση να κάνει όλες του τις αγορές (κυρίως τις αγορές ειδών εξοπλισμού) από τους βιομήχανους του κράτους που του δάνεισε κεφάλαια. Έτσι συρρέουν από ένα κράτος σε άλλο τεράστια κεφάλαια, που τοποθετούνται απ’τό’να μέρος σε επιχειρήσεις και σε οικοδομές και από τ’άλλο σε κρατικά δάνεια. Κάτω από την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, η εξαγωγή κεφαλαίων φτάνει σε πρωτοφανείς αναλογίες.

“Να, σαν παράδειγμα, μερικοί άνθρωποι πού’χουνε κιόλας παλιώσει, μα που είναι αρκετά εύγλωττοι. Η Γαλλία το 1912 είχε τοποθετήσει σε 26 χώρες 35 δισεκατομμύρια φράγκα. (Να γιατί-ας ειπωθεί παρεμβατικά-η γαλλική μπουρζουαζία είχε τόσο λυσσάξει που ακυρώσαμε τα χρέη του Τσάρου κι αρνούμαστε να τα πληρώσουμε στους γάλλους τοκογλύφους). Το 1905 η εξαγωγή κεφαλαίων ξεπερνούσε ήδη τα 40 δισεκατομμύρια. Η Αγγλία το 1911 είχε στο εξωτερικό 1.600.000 περίπου λίρες στερλίνες(μια λίρα ισοδυναμούσε πριν τον πόλεμο με 10 ρούβλια και 25 φράγκα), αν λογαριάσουμε μάλιστα στις αγγλικές αποικίες, ξεπερνούσε τα 3 δισεκατομμύρια λίρες. Η Γερμανία είχε πριν τον πόλεμο στο εξωτερικό πάνω-κάτω 35 δισεκατομμύρια μάρκα. Κοντολογίς, κάθε καπιταλιστική χώρα εξήγαγε τεράστια κεφάλαια για να ληστεύει κατ’αυτόν τον τρόπο τους ξένους λαούς”.

Η εξαγωγή του κεφαλαίου έχει σοβαρά επακόλουθα. Τα μεγάλα κράτη μαλώνουν αναμεταξύ τους σε ποια χώρα θα βγάλει καθένα απ’αυτά τα κεφάλαιά του. Όταν οι καπιταλιστές εξάγουν τα κεφάλαιά τους σε μια “ξένη” χώρα, ριψοκινδυνεύουν όχι μερικά εμπορεύματα, μα τεράστια ποσά, που φτάνουν τα εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια. Απ’όπου, φυσικά, και η επιθυμία τους νά’χουνε ολότελα στο χέρι τους μικρές χώρες, όπου έχουν τοποθετήσει τα κεφάλαιά τους και να υποχρεώνουν τα στρατεύματά τους να επαγρυπνούν για τις τοποθετήσεις αυτές. Προσπαθούνε με κάθε θυσία να υποτάξουν στην κυριαρχία τους αυτές τις χώρες, μ’άλλα λόγια να τις καταχτήσουν. Και επειδή οι αδύνατες αυτές μικρές χώρες μπορούν να χτυπηθούν ταυτόχρονα από πολλά μεγάλα ληστρικά κράτη, είναι φυσικό τα ληστρικά αυτά κράτη να συγκρούονται στο τέλος μεταξύ τους. Κι αυτό γίνεται. Ώστε, η εξαγωγή του κεφαλαίου οδηγεί επίσης και στον πόλεμο.

Με τους δασμούς που επιβάλλονται από τα συνδικάτα, η πάλη για τις αγορές παίρνει τρομερή οξύτητα. Προς το τέλος του 19ου αιώνα δεν υπήρχανε σχεδόν πια ελεύθερα εδάφη για την εξαγωγή των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων τους. Και ξαφνικά η τιμή των πρώτων υλών, όπως των μετάλλων, του μαλλιού, του ξύλου, του κάρβουνου και του μπαμπακιού, άρχισαν ν’ανεβαίνουν. Τα χρόνια πριν του πολέμου, η πάλη για τις αγορές έφτασε στο κατακόρυφό της’ ήταν η πάλη για καινούριες πηγές πρώτων υλών. Οι καπιταλιστές μέσα σ’ολόκληρο τον κόσμο ψάχνανε να βρούνε καινούρια ορυχεία, καινούρια κοιτάσματα και καινούριες αγορές για τα μεταλλουργικά τους προϊόντα, τα υφάσματά τους και τ’άλλα εμπορεύματα, καθώς επίσης κι ένα καινούριο αγοραστικό κοινό για να το κλέψουν. ’λλοτε πολλοί οικονομικοί οίκοι μπορούσαν τις περισσότερες φορές μέσα στην ίδια χώρα, να συναγωνίζονται “ειρηνικά”, και, βολεύονται κουτσά-στραβά. Με την κυριαρχία των τραπεζών και των τραστ, η κατάσταση άλλαξε. Ας υποθέσουμε, ανακαλύφθηκαν καινούρια κοιτάσματα σιδήρου. Πέφτουν αμέσως στα χέρια μιας τράπεζας ή σ’ένα τραστ, που τα καπαρώνει ολότελα και μονοπωλεί την κατοχή τους. Όσο για τους καπιταλιστές των άλλων χωρών δεν τους μένει τίποτα να κάνουν. Κι αυτό γίνεται όχι μονάχα με τις πρώτες, μα και με τις αγορές. Ας υποθέσουμε ότι ξένο κεφάλαιο διεισδύει σε κάποια απομακρυσμένη αποικία. Η πώληση των εμπορευμάτων θα οργανωθεί αμέσως σε μεγάλη έχταση. Συνήθως κάποια γιγάντια φίρμα παίρνει την επιχείρηση στα χέρια της, ιδρύει αμέσως υποκαταστήματα και προσπαθεί, ασκώντας πίεση πάνω στις τοπικές αρχές και με χίλια τεχνάσματα και απάτες, να μονοπωλήσει την αγορά και να διώξει τους ανταγωνιστές της. Είναι λοιπόν φανερό ότι η συνδικαλιστική μορφή επιβάλλεται στο μονοπωλιακό κεφάλαιο, στα τραστ και στα συνδικάτα. Δεν είναι πια “ο παλιός καλός καιρός”, μα η πάλη από κει και μπρος ανάμεσα στους ληστές και άρπαγες μονοπωλείται για την παγκόσμια αγορά.

Η ανάπτυξη του χρηματιστικού κεφαλαίου οξύνει μοιραία την πάλη για αγορά και πρώτες ύλες και οδηγεί σε σφοδρότατες συγκρούσεις.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, τα μεγάλα ληστρικά κράτη προσαρτήσανε ξένα εδάφη που ανήκαν πριν σε μικρά έθνη. Από το 1876 ως το 1914, οι μεγάλες δυνάμεις όπως τις λένε, κατοχυρώσανε σχεδόν 25 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα’ κλέψανε έτσι ξένα εδάφη που η έχτασή τους ξεπερνούσε πάνω από δυο φορές τη συνολική έχταση της Ευρώπης. Ολόκληρη η υφήλιος βρέθηκε μοιρασμένη ανάμεσα στους μεγάλους αυτούς άρπαγες: κάνανε όλες αυτές τις χώρες αποικίες τους, υποτελείς τους, σκλάβους τους.

“Μερικά παραδείγματα: Η Αγγλία κατάχτησε από το 1870 στην Ασία το Βελουχιστάν, τη Βιρμανία, την Κύπρο, ολόκληρη τη βόρεια Bόρνεο, το Wei-Hai-wei,το Χονγκ-Κονγκ, μεγάλωμα της εγκατάστασής της στη Σιγκαπούρη, κυρίως τη χερσόνησο του Σινά κτλ., στην Ωκεανία κατέλαβε ολόκληρο συγκρότημα νησιών, το ανατολικό μέρος της Νέας Γουινέας, το μεγαλύτερο μέρος από τα νησιά του Σολομώντα , το νησί Τόγκα κτλ. στην Αφρική, άπλωσε την κυριαρχία της στην Αίγυπτο, στο Σουδάν, μαζί και την Ουγκανία, στην Ανατολική Αφρική, τη “Βρετανική” Σομαλία, τη Σανλιβαρία, την Πάμπα’ απορρόφησε τις δυο Δημοκρατίες των Μπόερς, τη Ροδεσία, την κεντρική “Βρετανική” Αφρική, κατέλαβε την περιοχή του Νίγκρα, κτλ. κτλ.

Η Γαλλία από το 1870 υπόταξε το ’νναμ, το Τονκίνο, το Λάος, την Τυνησία, τα νησιά Κομόρες, τη Μαδαγασκάρη, μεγάλες εκτάσεις στη Σαχάρα, το Σουδάν και τη Γουινέα, κατάχτησε εδάφη στην αρχή του Ιβοίρε, στο Νταουμάου, στη Σομαλία κλπ. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι γαλλικές αποικίες ήτανε 20 φορές μεγαλύτερες από την ίδια τη Γαλλία, όσο για την Αγγλία, οι αποικίες της είναι εκατό φορές μεγαλύτερες από τη μητρόπολη.

Η Γερμανία από το 1884 πήρε κι αυτή μέρος στις αρπαγές αυτές και μέσα σε λίγο καιρό κατάφερε να καταλάβει τεράστιες εχτάσεις.

Η Τσαρική Ρωσία εφάρμοσε επίσης σε μεγάλη έχταση τη ληστρική πολιτική, τα τελευταία χρόνια προ παντός, στην Ασία, πράγμα που την έφερε σε σύγκρουση με την Ιαπωνία που ήθελε ν’αρπάξει την Ασία από την άλλη άκρη.

Οι Ενωμένες Πολιτείες κυριεύσανε πολλά νησιά γύρω από την Αμερική, κατόπιν άρχιζαν να κλέβουν το βιος των άλλων πάνω στην ίδια την Ήπειρο. Εξαιρετικά απαίσια είναι η ληστρική πολιτική τους στο Μεξικό.

Συνολικά, οι έξι αυτές μεγάλες δυνάμεις είχαν στα 1914 έχταση 16 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ οι αποικίες τους φτάνανε τα 81 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα.”

Οι ληστρικές αυτές επιδρομές στρέφονταν κατά πρώτο ενάντια σε μικρές χώρες αδύνατες και ανυπεράσπιστες. Οι χώρες αυτές πέφτανε πρώτες. Όπως στην πάλη ανάμεσα στους εργοστασιάρχες και τους χειροτέχνες, οι χειροτέχνες ήταν εκείνοι που καταστρέφονταν πρώτοι, έτσι και τα μεγάλα εθνικά τραστ, οι μεγαλοκαπιταλιστές, οι οργανωμένοι ληστές καταστρέφανε πρώτα-πρώτα τις μικρές χώρες και τις υποτάσσανε. Έτσι πραγματοποιούνταν η συγκέντρωση του κεφαλαίου στην παγκόσμια οικονομία: τα μικρά κράτη χάνονταν, τα μεγάλα ληστρικά κράτη πλουτίζανε, κερδίζανε σε έχταση και σε δύναμη.

Από τη στιγμή όμως που ολόκληρη η υφήλιος είχε λεηλατηθεί, ήταν πολύ φυσικό η πάλη να συνεχιστεί ανάμεσά τους: η θανάσιμη πάλη για ένα καινούριο μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στα ληστρικά κράτη γίνονταν μοιραία.

Η καταχτητική πολιτική που διεξάγει το χρηματιστικό κεφάλαιο για τις αγορές, τις πρώτες ύλες, τις τοποθετήσεις κεφαλαίων, ονομάζεται ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ. Ο ιμπεριαλισμός βγαίνει από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Ακριβώς όπως μια τίγρης δε μπορεί να ζήσει με χορτάρι, έτσι και το χρηματιστικό κεφάλαιο δε μπορεί νά’χει παρά μια πολιτική καταχτήσεων, αρπαγής, βίας, πολέμων. Καθένα από τα εθνικά κεφαλαιοχρηματιστικά τραστ θέλει πραγματικά να καταχτήσει ολόκληρο τον κόσμο, να ιδρύσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία όπου να βασιλεύει αδιαίρετα η χούφτα των καπιταλιστών του νικηφόρου έθνους. Ο αγγλικός ιμπεριαλισμός λ.χ., ονειρεύεται μια “Μεγάλη Βρετανία” που να κυριαρχεί σ’ολόκληρη την υφήλιο, όπου οι μεγιστάνες των αγγλικών συνδικάτων θα κρατούν κάτω απ’τό μαστίγιό τους, τους Νέγρους και τους Ρώσους, τους Γερμανούς και τους Κινέζους, τους Ινδούς και τους Αρμένηδες, με μια λέξη πάνω από εκατοντάδες εκατομμύρια μαύρους, κίτρινους, άσπρους, και κόκκινους σκλάβους. Το όνειρο αυτό έχει αρχίσει ήδη να πραγματοποιείται. Και η όρεξη έρχεται τρώγοντας. Το ίδιο οι Ρώσοι ιμπεριαλιστές ονειρεύονται μια “Μεγάλη Ρωσία”, οι Γερμανοί ιμπεριαλιστές μια “Μεγάλη Γερμανία”.

Είναι φανερό πως η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου ρίχνει μοιραία ολόκληρη την ανθρωπότητα στην αιμάτινη άβυσσο των πολέμων που γίνονται για τα κέρδη των τραπεζιτών και των βιομηχανικών συνδικάτων-πόλεμοι που έχουν για σκοπό όχι την εθνική άμυνα, μα την αρπαγή ξένων εδαφών, την υποταγή του κόσμου στο χρηματιστικό κεφάλαιο της νικήτριας χώρας. Τέτοιος ήταν ο παγκόσμιος πόλεμος του 1914-1918.

28. Ο μιλιταρισμός

Η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, των τραπεζών και των συνδικάτων εκδηλώνεται και μ’ ένα άλλο φαινόμενο’ την πρωτάκουστη αύξηση των εξόδων για πολεμικούς εξοπλισμούς, ναυτικούς και αεροπορικούς στόλους. Κι αυτό είναι πολύ φυσικό. Τα παλιότερα χρόνια κανένας από τους ληστές αυτούς δε θα μπορούσε να σκεφτεί ακόμα και σαν σ’ όνειρο μια τέτοια παγκόσμια κυριαρχία. Τώρα όμως οι ιμπεριαλιστές ελπίζουν να πραγματοποιήσουνε το όνειρο τους. Για την υπέρτατη αυτή μάχη, οι μεγάλες δυνάμεις συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους. Καταβροχθίζοντας το βιος του αλλουνού, τ’άγρια αυτά θεριά αλληλοβλέπονται αναμεταξύ τους, απ’ το φόβο μήπως δαγκώσει το ένα το άλλο.

Κάθε μεγάλη δύναμη ήταν λοιπόν υποχρεωμένη να οργανώσει ένα στρατό όχι μονάχα για τις αποικίες και τους δικούς της εργάτες, μα και για τους ανταγωνιστές της στη ληστεία. Κάθε φορά που μια μεγάλη δύναμη εγκαινίαζε ένα καινούριο σύστημα εξοπλισμού, μια άλλη ζητούσε να την ξεπεράσει για να μη μείνει σε μειονεχτική θέση. Έτσι άρχισε ο τρελός χορός των εξοπλισμών: η μια δύναμη παράσερνε την άλλη. Αυτό το είδαμε κιόλας χτες με τις γιγάντιες επιχειρήσεις και τα τραστ των βασιλιάδων των κανονιών: τους Πουτίλωφ, τους Κρουπ, τους ’ρμστρονγκ, τους Γουϊκερς. Τα τραστ αυτά των βιομηχάνων των κανονιών αποταμιεύουνε τεράστια κέρδη, συνάπτουνε σχέσεις με τα επιτελεία και με όλα τα μέσα ρίχνουνε κι αυτοί λάδι στη φωτιά, οξύνοντας κάθε σύγκρουση: γιατί η ευημερία τους εξαρτιέται από τον πόλεμο.

Τέτοιο ήτανε το απάνθρωπο θέαμα της καπιταλιστικής κοινωνίας πριν τον πόλεμο. Τα εθνικά τραστ πλημμύριζαν από εκατομμύρια μπαγιονέτες’ στη στεριά, στον αγέρα, στη θάλασσα όλα ήταν έτοιμα για μια παγκόσμια πάλη. Μέσα στα έξοδα του κράτους, ο προϋπολογισμός του πολέμου έπαιρνε ολοένα και μεγαλύτερη θέση. Στην Αγγλία λ.χ. το 1875, οι στρατιωτικές δαπάνες υπολογίζονταν στα 38,6% δηλαδή περισσότερο από το τρίτο, και το 1907 – 1908 στα 48,6%, δηλαδή σχεδόν το μισό των γενικών δαπανών του κράτους. Στις Ενωμένες Πολιτείες το 1908 αντιπροσωπεύανε τα 56,9%, δηλαδή πάνω από το μισό. Το ίδιο και στις άλλες χώρες. Ο “πρωσικός” μιλιταρισμός άνθιζε σ’όλα τα μεγάλα “τραστ – Κράτη”. Οι βασιλιάδες των κανονιών θησαυρίζανε. Κι ολόκληρος ο κόσμος κυλούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, στον πιο αιματηρό απ’τούς πολέμους, στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σφαγείο.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο