Με τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ ή με το Ιράν;

Μαρξιστική κριτική σε ένα ψευτοδίλημμα

[Σ.Σ. Στο παρακάτω αξιόλογο κείμενο του συν. Κεφαλή μπορείτε να απαντήσετε με τις δικές σας απόψεις/συμφωνίες/διαφωνίες στο τέλος του κειμένου στο κάτω μέρος της ιστοσελίδας. Παρά τις όποιες επί μέρους διαφωνίες μας με το κείμενο και παρά τις όποιες ίσως αντιφάσεις του κειμένου, θεωρήσαμε ότι είναι ένα πολύ καλό κείμενο στα πλαίσια του μαρξισμού και αξίζει να συζητηθεί γιατί είναι ένα επίκαιρο και πολύ σημαντικό ζήτημα.]

του Χρήστου Κεφαλή*

Η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν προκάλεσε γενική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή απειλώντας με καταστροφικές συνέπειες την παγκόσμια οικονομία. Αυτή η εξέλιξη έδωσε εύλογα αφορμή για μια ποικιλία αναλύσεων στην Ελλάδα και διεθνώς. Στον ευρύ χώρο της εγχώριας αντικαπιταλιστικής/κομμουνιστικής αριστεράς υπήρξε μια γενική –και αυτονόητη για κάθε αριστερό– καταδίκη του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ. Εκφράστηκε όμως και η άποψη, κυρίως από πρώην αριστερούς που προσχώρησαν στο ρωσικό ιμπεριαλισμό, α λα Λαφαζάνη, Βατικιώτη, αλλά και μερικούς καλόπιστους ακτιβιστές, υπέρ της υποστήριξης του Ιράν. Στο συγκεκριμένο πόλεμο, λένε, δεν μπορεί να μείνουμε ουδέτεροι. Πρέπει να στηρίξουμε το Ιράν, ακόμη και αν είναι ένα καταπιεστικό, θεοκρατικό καθεστώς, γιατί υπερασπίζει την εθνική του ανεξαρτησία απέναντι στον ιμπεριαλισμό.

Για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα, προσφερόμενο μάλιστα στο όνομα του κομμουνιστικού κινήματος, η συγκεκριμένη θέση διατυπώνεται από την ομάδα «Παρέμβαση για την ανασυγκρότηση της Κομμουνιστικής Αριστεράς» σε μια αφίσα της: «Δεν υπάρχουν ίσες αποστάσεις. Ή με τους φονιάδες. Ή με τους “μουλάδες”». Τη διανθίζουν δε με το γνωστό εύρημα από την ταινία «Μάτριξ», παρουσιάζοντας σε δυο χέρια ένα μπλε και ένα κόκκινο χάπι, καλώντας μας να καταπιούμε το κόκκινο, εκείνο των μουλάδων.

Και μόνο το γεγονός ότι μπορεί στο όνομα του κομμουνισμού –της κοινωνίας όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός θα είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, για να θυμηθούμε τον Μαρξ– να τίθεται ένα τέτοια δίλημμα, αποτελεί δείγμα της αποσύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος στις μέρες μας. Αυτό μας υποχρεώνει να ασχοληθούμε με το θέμα, για να δείξουμε το αυτονόητο: Ότι για κάθε προοδευτικό, σκεπτόμενο άνθρωπο το δίλημμα «Με τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ ή με το Ιράν;» είναι απαράδεκτο· ότι το να πάμε «Ή με τους φονιάδες. Ή με τους “μουλάδες”» σημαίνει να επιλέξουμε ανάμεσα σε φονιάδες, γιατί και οι μουλάδες είναι φονιάδες. Ή, για να θυμηθούμε το Μάτριξ, ότι και τα δυο χάπια που μας προσφέρονται είναι δηλητηριώδη, άσχετα από τα περιτυλίγματά τους.

Αξιοποιώντας εκτιμήσεις του Λένιν για το εθνικό ζήτημα, θα συζητήσουμε, σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο, το συγκεκριμένο δίλημμα, λέγοντας δυο λόγια και για μερικές στρεβλές, απατηλές προσεγγίσεις πασιφιστικού, νεοσταλινικού και αριστερίστικου χαρακτήρα.

Ο Λένιν για τα μεσαιωνικά κινήματα

Ένα καλό σημείο εκκίνησης για τη συζήτησή μας δίνει μια εκτίμηση του Λένιν διατυπωμένη στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλοί μαρξιστές, ξεκινώντας από τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου πολέμου, έβγαζαν τότε το συμπέρασμα ότι οι εθνικοί, προοδευτικοί πόλεμοι δεν ήταν πλέον δυνατοί. Ένας από αυτούς, ο Πιατακόφ, πηγαίνοντας στην αντίθετη ακρότητα, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, καλούσε να υποστηριχθεί κάθε αντιιμπεριαλιστικό κίνημα στις αποικίες, ακόμη και κινήματα των φεουδαλικών τάξεων, αφού και αυτά τα κινήματα θα εξασθενούσαν τον ιμπεριαλισμό.

Ο Λένιν είχε υπογραμμίσει επανειλημμένα ότι ο ιμπεριαλισμός δίνει γέννηση σε προοδευτικά εθνικά κινήματα και πολέμους των αποικιών, τα οποία πρέπει να υποστηρίζουν οι κομμουνιστές. Ταυτόχρονα, όμως, είχε αντιταχθεί αποφασιστικά στη θέση του Πιατακόφ ότι μπορεί να υποστηρίζονται και τα φεουδαλικού τύπου κινήματα.

«Ούτε ένας μαρ­ξιστής», υπογράμμιζε ο Λένιν, «δεν θα ξεχάσει ότι ο καπιταλισμός είναι προοδευτικός σε σχέση με τη φεουδαρχία και ο ιμπεριαλισμός σε σχέση με τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό. Συνεπώς, δεν έχουμε το δικαίωμα να υποστηρίζουμε κάθε αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Τον αγώνα των αντιδραστικών τάξεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό εμείς δεν θα τον υποστηρίξουμε, τις εξεγέρσεις των αντιδραστικών τάξεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό δεν θα τις υποστηρίξουμε»[1].

Ο Λένιν επανήλθε στο ίδιο ζήτημα στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εκεί τέθηκε το ζήτημα των επικείμενων εθνικοαπελευθερωτικών εξεγέρσεων στην Ανατολή, για τις οποίες εκτιμήθηκε ότι θα είχαν προοδευτικό χαρακτήρα, συνεισφέροντας στον αγώνα για το σοσιαλισμό. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, ο Λένιν φρόντισε να αντιταχτεί στους κομμουνιστές που συνήγαγαν από αυτό την υποστήριξη φεουδαλικών κινημάτων.

«Χρησιμοποίηση του μεσαιωνικού απομονωτισμού;» έθετε το ερώτημα, σε ένα σημείωμά του στον Γάλλο κομμουνιστή Γκιλμπό. Για να απαντήσει: «Πολύ επικίνδυνο πράγμα· όχι μαρξιστικός τρόπος. Πρέπει να διακρίνουμε τα σύγχρονα εθνικά κινήματα και τα “κινήματα” (λεγόμενα κινήματα) με μεσαιωνικό χαρακτήρα»[2].

Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις του Λένιν αναφέρονταν σε ψευδοκινήματα και «εξεγέρσεις» στις χώρες της Ανατολής καθοδηγούμενες από τις φεουδαλικές τάξεις, οι οποίες εκεί δεν είχαν ακόμη ανατραπεί: σουλτάνοι, χαλίφηδες, μουλάδες, σεΐχηδες, στρατιωτικοί πολέμαρχοι και κάστες. Τα κινήματα αυτά δεν είχαν ως στόχο την επίτευξη της εθνικής ενότητας με τη διάλυση της αποικιοκρατίας και το παραμέρισμα των εσωτερικών εμποδίων στην αστική ανάπτυξη, αλλά ακριβώς τη διαιώνιση αυτών των εσωτερικών εμποδίων, πρώτα και κύρια της παλιάς κοινωνικής δομής και εξουσίας. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον Λένιν, δεν ήταν πραγματικά εθνικά κινήματα, αντιιμπεριαλιστικά κινήματα για την αστική ανακαίνιση αυτών των χωρών, και δεν μπορούσε να αξιοποιηθούν από τους κομμουνιστές.

Το ιρανικό καθεστώς

Το καθεστώς στο Ιράν αντιπροσωπεύει ξεκάθαρα την κλασική σύγχρονη περίπτωση του μεσαιωνισμού στον οποίο αναφερόταν ο Λένιν. Το καθεστώς αυτό ήρθε στην εξουσία σφετεριζόμενο τη μεγάλη εργατική-λαϊκή επανάσταση του 1979, Για να το πετύχει έπνιξε στο αίμα τις αριστερές δυνάμεις, σφαγιάζοντας περί τις 3.500 κομμουνιστές, σοσιαλιστές και δημοκράτες αντιπολιτευόμενους και φυλακίζοντας πολύ περισσότερους, που στιγματίστηκαν σαν «εχθροί του Θεού». Με τον τρόπο αυτό επιβλήθηκε το ισλαμικό θεοκρατικό καθεστώς, με τη σκοταδιστική, αυταρχική νομοθεσία και ιδεολογία του. Από την επιβολή του αμέτρητες εξεγέρσεις της νεολαίας έχουν πνιγεί στο αίμα, μεταξύ άλλων στα 1999, 2003, 2010 και σχεδόν κάθε χρονιά μετά το 2018, με κορυφαία την πρόσφατη εξέγερση του 2026, ενώ μεγάλη καταπίεση ασκείται ενάντια στις γυναίκες και τις εθνικές μειονότητες (Κούρδοι, Αζέροι, κοκ) που έχουν αντιμετωπίσει συχνά αιματηρή καταστολή.

Σήμερα μια κληρικαλιστική-στρατιωτική κάστα, απαρτιζόμενη από τους μουλάδες και τους Φρουρούς της Επανάστασης, πίσω από μια πολιτική πρόσοψη, καταδυναστεύει την κοινωνία, στερώντας από τους πολίτες της χώρας, ιδιαίτερα τις γυναίκες και τη νεολαία, τις πιο στοιχειώδεις ελευθερίες. Οι Φρουροί της Επανάστασης μέσω μιας σειράς εταιρειών, ελέγχουν ίσως το 1/3 (κατά άλλους το 1/2) της ιρανικής οικονομίας. Με προσωπικό περί τις 200.000 άνδρες και 40.000 παραστρατιωτικούς, και ετήσια χρηματοδότηση περί τα 4 δις δολάρια (το 40% του στρατιωτικού προϋπολογισμού), είναι η πιο ισχυρή στρατιωτική οργάνωση στη χώρα, λεηλατώντας μαζί με το ισλαμικό ιερατείο τους πόρους της, κυρίως τον πετρελαϊκό τομέα, και παίρνοντας όλες τις ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις. Ο διακοσμητικός χαρακτήρας της πολιτικής ηγεσίας έγινε έκδηλος στην πρόσφατη δήλωση συγνώμης του προέδρου Πετζεκιάν για τις επιθέσεις στις γειτονικές αραβικές χώρες και την υπόσχεση ότι θα σταματήσουν, η οποία διάρκεσε περίπου όσο κράτησε και η δήλωση.

Στο εξωτερικό, το ιρανικό καθεστώς λειτουργεί σαν μια τοπική ιμπεριαλιστική δύναμη. Ο λεγόμενος «άξονας της αντίστασης» –πέρα από το ίδιο το Ιράν περιλαμβάνει τη Χαμάς, τη Χεσμπολάχ, τους Χούθι, διάφορες ιρακινές πολιτοφυλακές και άλλες μαριονέτες του Ιράν– το μακρύ χέρι του καθεστώτος, προωθεί τις βλέψεις του στην περιοχή, ως αναγκαίο συμπλήρωμα της καταπίεσης του ιρανικού λαού. Αυτές οι δραστηριότητες καθοδηγούνται από τους Φρουρούς της Επανάστασης και χρηματοδοτούνται αφειδώς από τα πετρελαϊκά έσοδα. Τεράστια ήταν ιδιαίτερα η στήριξη των Φρουρών της Επανάστασης στη συριακή δικτατορία, περιλαμβάνοντας, πέρα από πολλά δις δολάρια, τη συμμετοχή σε μάχες χιλιάδων μαχητών τους στο πλευρό του Άσαντ στα 2011-24. Και το ιρανικό καθεστώς ενεργεί υπό τη σκέπη του ρωσικού ιμπεριαλισμού, της πιο επιθετικής ιμπεριαλιστικής δύναμης, τουλάχιστον ως την έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ.

Ο λαομίσητος χαρακτήρας του καθεστώτος, πέρα από τις διαρκείς εναντίον του εξεγέρσεις, φάνηκε πολύ καθαρά πρόσφατα στο επεισόδιο με τη γυναικεία εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Ιράν στο ασιατικό πρωτάθλημα στην Αυστραλία. Τα απλά λαϊκά κορίτσια που αρνήθηκαν να τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο στον πρώτο αγώνα της ομάδας εξέφρασαν το πηγαίο λαϊκό αίσθημα, που το καθεστώς καταπνίγει μέσω του φόβου. Τα όσα ακολούθησαν, με τον εξαναγκασμό αρκετών αθλητριών να επιστρέψουν, μέσω απειλών για τη μοίρα των οικογενειών τους, επιβεβαίωσαν την απανθρωπιά του. Από την άλλη μεριά, η ακραία διαφθορά πίσω από την ισλαμική θεοκρατική βιτρίνα γίνεται έκδηλη στην ευρεία διάβρωση του κρατικού μηχανισμού από πράκτορες του Ισραήλ, που βρίσκει σε δυσαρεστημένες κλίκες των Φρουρών της Επανάστασης πρόθυμους πληροφοριοδότες.

Ολοφάνερα αν οι κρίσεις του Λένιν για το ανεπίτρεπτο μιας σύμπλευσης του κομμουνιστικού κινήματος με τις αντιδραστικές, φεουδαλικές και παρασιτικές παλιές τάξεις έχουν μια αναφορικότητα στην εποχή μας, αυτό ισχύει ακριβώς για το καθεστώς του Ιράν και τον ψευδεπίγραφο αντιιμπεριαλισμό του «άξονα της αντίστασης». Είναι απολύτως αδύνατο να υιοθετεί κανείς μια στάση στήριξης στο ιρανικό καθεστώς γενικά και να εύχεται τη νίκη του στον παρόντα πόλεμο ειδικότερα αναφερόμενος στη μαρξιστική παράδοση. Όσοι το κάνουν δεν έχουν καμιά σχέση με το μαρξισμό, ακόμη και αν τον επικαλούνται.

Υπάρχει κάτι θετικό στην ιρανική αντίσταση;

Οι θιασώτες του ιρανικού καθεστώτος ισχυρίζονται ότι μια νίκη του θα ανοίξει θετικές προοπτικές υπέρ της ειρήνης και της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό, στη Μέση Ανατολή και διεθνώς. Σε αυτό το πνεύμα, ένα μέλος της ίδιας ομάδας, επεξηγώντας το σύνθημά τους «Ή με τους φονιάδες. Ή με τους “μουλάδες”», γράφει:

«Οι Ιρανοί έχουν μια αξιοζήλευτη πατριωτική – αντιμπεριαλιστική – αντιαμερικάνικη συνείδηση… Αν θέλουμε ειρήνη, αυτό σημαίνει να ηττηθούν οι Αμερικάνοι και οι σιωνιστές. Αυτοί ευθύνονται αποκλειστικά για τα θύματα στο Ιράν, στο Λίβανο, στην Παλαιστίνη,  παντού. Αυτοί ευθύνονται και για τα δικά τους θύματα. Θα θέλαμε να ήταν οι λαοί στο προσκήνιο, αλλά δεν είναι. Τώρα όμως, αν θέλουμε ειρήνη, θέλουμε τη νίκη του Ιράν. Θέλουμε ειρήνη και προκοπή, γι’ αυτό σήμερα είμαστε με τους “μουλάδες”»[3].

Ορισμένοι, όπως ο Δ. Πατέλης, πάνε παραπέρα, συγκρίνοντας τον Χαμενεΐ και τους Φρουρούς της Επανάστασης με τον Άρη Βελουχιώτη και τον παπα-Ανυπόμονο. Υπερασπίζοντας τον Λαφαζάνη, που εμφανίστηκε σε διαδήλωση υπέρ του Ιράν με την εικόνα του Χαμενεΐ, γράφει:

«Ναι ρεμάλια, με την εικόνα του Χαμενεΐ και του Άρη!… Του βγάζω λοιπόν [του Λαφαζάνη] το καπέλο για την διεθνιστική του συνέπεια, για το ότι πρωτοστάτησε στον αγώνα μας κατά της απαγόρευσης από τον Δήμο Αθηναίων της εκδήλωσης αλληλεγγύης στο λαό του Ιράν… Επομένως, θεωρώ άθλια τη χλεύη του συρφετού της βολεμένης ευρωατλαντικής μικροαστίλας για την σημερινή θαρραλέα εμφάνισή του στη διαδήλωση με εικόνα του μάρτυρα ηγέτη των Σιιτών και των Ιρανών Αγιατολάχ Σαγιέντ Αλί Χουσεΐνι Χαμενεΐ… Θα τις κρατούσα μαζί με τις εικόνες του δικού μας μάρτυρα ήρωα αρχηγού Άρη, και των παλικαριών του: παπα-Ανυπόμονου, παπα-Χολέβα- “Παπαφλέσσα” κ.ά… Οι κομμουνιστές ποτέ δεν χλευάζουν τους λαούς, ιδιαίτερα όταν αυτοί ορθώνουν το ανάστημά τους στους δυνάστες, με όποια ιδεολογική σκευή και αν ξεκινούν τον αγώνα ζωής ή θανάτου»[4].

Παραθέσαμε αυτό το ποστ γιατί από μόνο του, όπως και πολλά άλλα παρόμοια των οπαδών του ιρανικού καθεστώτος, ξεσκεπάζει την αχρειότητα του πράγματος. Ο Πατέλης συγκρίνει τον Άρη και τον παπα-Ανυπόμονο, δυο ανιδιοτελείς αγωνιστές που θυσίασαν τη ζωή τους για τα δίκια του λαού, με τους φανατικούς και συμφεροντολόγους μουλάδες, που για να μείνουν στην εξουσία έχουν βάψει αμέτρητες φορές τα χέρια τους στο αίμα του ιρανικού λαού, μεταξύ άλλων και των Ιρανών κομμουνιστών! Η μόνη διαφορά τους είναι στην «ιδεολογική σκευή» – το ερώτημα αν η ιδεολογική σκευή των μουλάδων είναι ιδεολογική σκευή δυναστών και επομένως δεν μπορεί να υψώσουν κανένα πραγματικό ιστορικό ανάστημα, εξοβελίζεται στο πυρ το εξώτερο.

Αν θα θέλαμε να προβούμε σε μια βάσιμη σύγκριση, θα έπρεπε να συγκρίνουμε το ιρανικό καθεστώς με τον τσαρισμό, με τους μουλάδες να παίζουν το ρόλο των τσάρων και τους Φρουρούς της Επανάστασης εκείνο των Μαύρων Εκατονταρχιών. Ή, για να μην πάμε τόσο μακριά, με τη δικτατορία του Μεταξά, που βασιζόταν σε μια χριστιανική εκδοχή του ίδιου αντιδραστικού σκοταδισμού.

Αυτές οι πραγματικές συγκρίσεις μάς θέτουν αντιμέτωπους με ένα ερώτημα – το μόνο σημαντικό σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο: Στο παρελθόν το κομμουνιστικό κίνημα είχε υποστηρίξει σε στιγμές εθνικής κρίσης ακόμη και αντιδραστικά καθεστώτα και κυβερνήσεις. Στην Κίνα, όταν το 1937 ο Τσιανγκ Κάι-σεκ κήρυξε τον πόλεμο στους Ιάπωνες εισβολείς, το ΚΚ Κίνας και ο Τρότσκι κάλεσαν το λαό να πολεμήσει ενάντια στους Ιάπωνες, παρότι ο Τσιανγκ Κάι-σεκ είχε σφαγιάσει τους κομμουνιστές μια δεκαετία πριν. Και στην Ελλάδα, σε μια σωστή πρωτοβουλία του, ο Ζαχαριάδης κάλεσε με το γνωστό γράμμα του το λαό να αντισταθεί στο φασισμό. Μήπως, λοιπόν, και σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να υποστηριχτεί το ιρανικό καθεστώς, παρά τον ακραία αντιδραστικό χαρακτήρα του, απέναντι σε ένα πολύ μεγαλύτερο κακό;

Αν εξετάσουμε με προσοχή τις περιπτώσεις που το κομμουνιστικό κίνημα κάλεσε σε συμμετοχή σε έναν πόλεμο που διεξήγαγε μια ακραία αντιδραστική κυβέρνηση, θα δούμε ότι υπήρχε ένα μεγάλο ιστορικό διακύβευμα που επέβαλλε αυτή τη στάση. Και αυτό φυσικά αληθεύει ακόμη περισσότερο για τη στήριξη που δόθηκε σε προοδευτικά εθνικά κινήματα, στα οποία είτε είχαν την πρωτοβουλία οι κομμουνιστές είτε καθοδηγούνταν από γνήσια αντιιμπεριαλιστικές, δημοκρατικές αστικές δυνάμεις.

Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διακυβευόταν η τύχη των κατακτήσεων της Οκτωβριανής Επανάστασης, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται στην ΕΣΣΔ παρά τη διαστροφή τους από το σταλινισμό. Επιπλέον, η τυχόν νίκη των ναζί θα καταδίκαζε στην πιο φρικτή σκλαβιά τους ευρωπαϊκούς λαούς για δεκαετίες, ενώ η ήττα τους εξάλειψε την άκρα αντίδραση για 50 χρόνια και άνοιξε το δρόμο για σημαντικές λαϊκές κατακτήσεις μεταπολεμικά. Και η συμμετοχή στον πόλεμο έδινε τη δυνατότητα στους κομμουνιστές να ηγηθούν των κινημάτων αντίστασης μετά την κατάκτηση των χωρών τους από τους ναζί, διεκδικώντας αργότερα την εξουσία, όπως τυπικά έγινε στη Γιουγκοσλαβία. Μπροστά σε αυτά τα μεγάλα διακυβεύματα, η συμμετοχή στον πόλεμο ήταν επιβεβλημένη, ακόμη και αν διεξαγόταν αρχικά από μια αντιδραστική κυβέρνηση.

Προφανή προοδευτικά διακυβεύματα, που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη εξήγηση, υπήρχαν στους αγώνες των λαών ενάντια στην αποικιοκρατία, για παράδειγμα του Βιετνάμ και πολλές χώρες της Αφρικής ενάντια σε Αμερικανούς και Ευρωπαίους αποικιοκράτες, κοκ. Αλλά και σήμερα μπορούμε να υποδείξουμε προοδευτικούς εθνικούς αγώνες για τη διατήρηση ή απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο αγώνας των Κούρδων ενάντια στον ISIS, ενώ και ο αγώνας της Βενεζουέλας ενάντια στις ΗΠΑ (παρά τον εκφυλισμό της μπολιβαριανής διαδικασίας υπό τον Μαδούρο) και αύριο της Κούβας έχουν και θα έχουν ένα γνήσιο αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο. Τέλος, ο αγώνας της Ουκρανίας ενάντια στη Ρωσία, αν και διεξάγεται από μια συνήθη αστική κυβέρνηση, περιορίζει το μεγαλορωσικό σοβινισμό του καθεστώτος Πούτιν (άμεσο διάδοχο του τσαρικού σοβινισμού) και μπορεί να προκαλέσει μελλοντικά μια επαναστατική κρίση στη Ρωσία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δίκαια εθνικά κινήματα και βλέψεις που προσφέρουν μια ιστορική υπηρεσία, ενώ η ήττα τους θα συμβάλει στην ενίσχυση του εκφασισμού στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την ΕΕ.

Υπάρχει κάποιο ανάλογο προοδευτικό διακύβευμα που να συνδέεται με την υπεράσπιση του Ιράν; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Το καθεστώς των μουλάδων είναι ένα σάπιο, αντιδραστικό καθεστώς, που θα καταρρεύσει αναπόφευκτα στο μέλλον, όπως κατάρρευσε η αιματοβαμμένη δικτατορία του Άσαντ, όπως κατέρρευσαν στο παρελθόν ο τσαρισμός, η δική μας δικτατορία των συνταγματαρχών, κοκ. Η παράταση της ύπαρξής του όμως μετά από μια μερική επιτυχία του στον τωρινό πόλεμο μόνο δεινά θα επιφέρει στον ιρανικό λαό και στους άλλους λαούς της περιοχής.

Στο εσωτερικό της χώρας μια σχετική, προσωρινή ενίσχυση του καθεστώτος θα σημαίνει την ακόμη μεγαλύτερη καταπίεση για το λαό του Ιράν, την ακόμη πιο βίαιη και αιματηρή κατάπνιξη κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και για τους λαούς της περιοχής θα σημαίνει διαρκή αιμορραγία και ανθρωπιστικές κρίσεις από την ενίσχυση των δολιοφθορών από τις φιλοϊρανικές δυνάμεις, Χαμάς, Χεσμπολάχ, Χούθι, κοκ. Επιπλέον θα δυσχεράνει ουσιαστικά τις προοπτικές αυτοδιάθεσης των Κούρδων, της μόνης υπολογίσιμης προοδευτικής δύναμης στην περιοχή.

Το 2011 η αιματοβαμμένη δικτατορία του Άσαντ έγινε ο κυματοθραύστης των αραβικών επαναστάσεων, που αν είχαν νικήσει και στη Συρία θα αποκτούσαν ριζοσπαστικά κοινωνικά περιεχόμενα και μια νέα, ενισχυμένη δυναμική. Με τον τρόπο αυτό ο Άσαντ, που δεν θα είχε σταθεί χωρίς τη μαζική στήριξη του Ιράν και της Ρωσίας, βοήθησε την ακροδεξιά να ενισχυθεί πρώτη στη Ευρώπη, κερδίζοντας τη θερμή υποστήριξη όλων των ακροδεξιών και των φασιστών της Ευρώπης και της Αμερικής. Η τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ το 2023 –μια επίθεση που οι κομμουνιστές πρέπει να απορρίπτουν αποφασιστικά, όχι μόνο από θέσεις αρχών για το ζήτημα της τρομοκρατίας, αλλά και γιατί υπήρξε ένας τεράστιος τυχοδιωκτισμός που το μόνο του αποτέλεσμα μπορούσε να είναι, όπως και έγινε, η καταστροφή του παλαιστινιακού λαού– έθαψε τις προοπτικές αυτοδιάθεσης των Παλαιστίνιων το λιγότερο για μια δεκαετία, προωθώντας τις ρωσικές-ιρανικές επεκτατικές βλέψεις. Η επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος θα σημαίνει ότι, μετά την πτώση του Άσαντ, θα αναλάβει ακόμη πιο ενεργά το ρόλο του μαντρόσκυλου στην περιοχή, γεννώντας νέα κουτάβια στη θέση των παλιών.

Αυτές οι προοπτικές πηγάζουν από την ίδια τη φύση του ιρανικού καθεστώτος, καθορίζοντας το χαρακτήρα του πολέμου από τη δική του μεριά. Και μια ορισμένη ενίσχυση της εσωτερικής δημοτικότητάς του εξαιτίας της αμερικάνικης επίθεσης δεν αλλάζει διόλου την κατάσταση ούτε αποτελεί επιχείρημα υπέρ της υποστήριξής του. Στην αρχή του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου η σοβινιστική μέθη παρέσυρε τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία σε όλες τις χώρες. Αυτό δεν άλλαξε στο ελάχιστο το χαρακτήρα του, που δεν καθορίστηκε από τις διαθέσεις των μαζών αλλά από τα πραγματικά ταξικά συμφέροντα και τις απορρέουσες δυναμικές. Αν ακόμη και σε κοσμικές χώρες όπως η Ελλάδα η Εκκλησία μπορεί να ελέγχει ένα 10% του λαού και να κινητοποιεί ενίοτε ακόμη περισσότερους, δεν μπορεί να εκπλήσσει ότι σε μια ισλαμική χώρα, εκμεταλλευόμενοι τα έσοδα από το πετρέλαιο, οι μουλάδες έχουν οικοδομήσει κοινωνικά δίκτυα που ελέγχουν και συσπειρώνουν στο πλευρό τους τα πιο καθυστερημένα στοιχεία του λαού.

Τα άλλα επιχειρήματα που προσφέρονται για τη στήριξη του ιρανικού καθεστώτος αποτελούν στην ουσία παραλλαγές των επιχειρημάτων που παραθέσαμε πριν και δεν αξίζει να μας απασχολήσουν ιδιαίτερα. Όλα τους επικαλούνται τη βαρβαρότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, την αποκρουστική εικόνα του ίδιου του Τραμπ και των εκπροσώπων του, που δηλώνουν στα ΜΜΕ ότι «κάνουν πλάκα» με τους βομβαρδισμούς, κοκ, για να εξάγουν ως κάτι αυτονόητο ότι πρέπει να στηρίξουμε το Ιράν, ότι η ήττα των Αμερικάνων και του Ισραήλ θα είναι θετική για τους λαούς κοκ. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Μια σχετική επιτυχία του Ιράν, δεν θα βοηθήσει στο ελάχιστο τους λαούς. Πέρα από την προσωρινή ενίσχυση του ίδιου του καθεστώτος και των δορυφόρων του, θα ενδυναμώσει μόνο τις θέσεις του ρωσικού και του κινεζικού ιμπεριαλισμού.

Να πάμε με τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ;

Από τις διατυπώσεις του Λένιν που παραθέσαμε θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει επιπόλαια ότι πρέπει να υποστηριχτεί ο άξονας ΗΠΑ-Ισραήλ. Πράγματι, αν ο ιμπεριαλισμός είναι προοδευτικός απέναντι στις φεουδαλικές και προμονοπωλιακές τάξεις, τότε δεν προκύπτει ότι στον τωρινό πόλεμο η πλευρά των Τραμπ-Νετανιάχουν είναι η προοδευτική πλευρά; Δεν προκύπτει ότι παραμερίζοντας το καθεστώς των μουλάδων θα πρόσφερε άθελά της μια ιστορική υπηρεσία και πρέπει να υποστηριχτεί;

Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν εντελώς λαθεμένο. Αυτός στην πραγματικότητα ήταν ο τρόπος σκέψης των χυδαίων απολογητών του ιμπεριαλισμού και των ακραίων οπορτουνιστών στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία στις αρχές του 20ού αιώνα. Από την ιστορική προοδευτικότητα του ιμπεριαλισμού, οι τελευταίοι συνήγαγαν ότι πρέπει να υποστηριχτεί η αποικιακή πολιτική της αστικής τάξης της χώρας τους ως φορέας προόδου για τις κατακτημένες χώρες. Ο Λένιν αναφέρεται χαρακτηριστικά σε έναν φορέα αυτών των λογικών, τον «Γερμανό απολογητή του ιμπεριαλισμού και των προσαρτήσεων Κούνοβ, ο οποίος χοντροκομμένα και κυνικά υποστηρίζει ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ο σημερινός καπιταλισμός· η ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτη και προοδευτική· άρα ο ιμπεριαλισμός είναι προοδευτικός· άρα, θα πρέπει να υποκλιθούμε σε αυτόν και να τον δοξάσουμε! Αυτό μοιάζει με την καρικατούρα των Ρώσων μαρξιστών που ζωγράφιζαν οι ναρόντνικοι το 1894-95. Επιχειρηματολογούσαν: αν οι μαρξιστές πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός είναι αναπόφευκτος στη Ρωσία, ότι είναι προοδευτικός, τότε θα έπρεπε να ανοίξουν ταβέρνες και να αρχίσουν να διαδίδουν τον καπιταλισμό!»[5]

Οι τέτοιου είδους απολογίες αγνοούν ότι ο ιμπεριαλισμός μπορεί μεν να είναι προοδευτικός απέναντι στις φεουδαλικές-προμονοπωλιακές τάξεις, είναι όμως αντιδραστικός –και μάλιστα σήμερα 10 και 100 φορές περισσότερο από ό,τι στις αρχές του 20ού αιώνα– απέναντι στις απαιτήσεις της ιστορικής εξέλιξης, που θέτουν επί τάπητος τη μετάβαση της ανθρωπότητας στο σοσιαλισμό. Ειδικά στο παρόν στάδιο, το καθεστώς Πούτιν και η διοίκηση Τραμπ εκφράζουν την πιο επιθετική, ακροδεξιά πτέρυγα του ιμπεριαλισμού, ο ερχομός της οποίας στο προσκήνιο σηματοδοτεί τη μετάβαση σε έναν παγκόσμιο λεπενισμό, με μεγάλους κινδύνους δικτατορικών και φασιστικών εκτροπών (στις οποίες στρώνει το δρόμο η παραπαίουσα φιλελεύθερη πτέρυγα, που ηγεμονεύει ακόμη στην ΕΕ).

Για χάρη του επιχειρήματος, ας πάρουμε την πιο «θετική» περίπτωση σχετικά με τα αποτελέσματα της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης. Ας υποθέσουμε –παρότι αυτό φαντάζει απίθανο και δεν συνάδει με τις κατευθύνσεις της διοίκησης Τραμπ– ότι το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν καταρρέει, η χώρα διατηρεί την ενότητά της και εγκαθιδρύεται μια δυτικού τύπου δημοκρατία. Αυτό θα ήταν αναμφισβήτητα μια πρόοδος για το Ιράν σε σχέση με την τωρινή κατάσταση. Ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Το αποτέλεσμα θα ήταν ότι η διοίκηση Τραμπ θα εδραιωνόταν και θα συνέχιζε με νέα ορμή τις επιθέσεις στην Κούβα, τη Γροιλανδία, το Μεξικό και σε άλλες χώρες. Το τοπικό όφελος θα ήταν μικρότερο από τη συνολική ζημιά που θα προέκυπτε.

Επιπλέον, η απόφαση του Τραμπ για την επίθεση στο Ιράν δεν λήφθηκε επειδή παρασύρθηκε από τον Νετανιάχου ή από κακό υπολογισμό, όπως συχνά υποστηρίζεται στα ΜΜΕ. Αποτελεί μέρος της ευρύτερης πολιτικής της διοίκησης Τραμπ για έλεγχο των παγκόσμιων ενεργειακών αποθεμάτων, ώστε να αποκτήσουν οι ΗΠΑ ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό με την εξαρτημένη ενεργειακά Κίνα. Εξ ου και η απόρριψη των υποχωρήσεων που έκανε η ιρανική κυβέρνηση στις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις.

Η υπερίσχυση στον αμερικανο-κινέζικο ανταγωνισμό είναι τόσο κεντρική στην αμερικάνικη πολιτική, που κάνει τη διοίκηση Τραμπ να αγνοεί τις συνέπειες των επιλογών της στην παγκόσμια οικονομία, την ενεργειακή κρίση, τους ήδη ορατούς τεράστιους κινδύνους ύφεσης και λιμού κοκ (μια διοίκηση των Δημοκρατικών θα ήταν πιο ευέλικτη αλλά η μακροχρόνια τάση, καθώς ο αμερικανο-κινεζικός ανταγωνισμός οξύνεται, θα είναι προς την ίδια κατεύθυνση). Αυτό σημαίνει ότι η ένταση στη Μέση Ανατολή θα διατηρηθεί και αν το αποτέλεσμα δεν είναι πλήρως ικανοποιητικό για ΗΠΑ και Ισραήλ, δεδομένης και της κυριαρχίας των Φρουρών της Επανάστασης στο Ιράν, θα υπάρχει διαρκώς ο κίνδυνος νέων αναφλέξεων.

Όπως και να το δει κανείς, η επιλογή ανάμεσα στους Τραμπ-Νετανιάχου από τη μια και τους μουλάδες από την άλλη θα ήταν καιροσκοπισμός, μια άμεση στήριξη είτε στην άκρα ιμπεριαλιστική αντίδραση, είτε σε μια αντίδραση βουτηγμένη στο μεσαιωνικό σκοταδισμό. Η διαφορά τους θυμίζει αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε «διαφορά ανάμεσα σε έναν μπλε και σε έναν μαύρο διάβολο». Όσοι θέλουν να στέκονται στο έδαφος της μαρξιστικής, κομμουνιστικής παράδοσης δεν μπορεί να επιλέγουν ανάμεσα σε μπλε και μαύρους διαβόλους. Στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί γενικά να είμαστε ούτε με τον μπλε, ούτε με τον μαύρο διάβολο[6].

Πασιφισμός και αφηρημένος αντιιμπεριαλισμός

Η εναντίωση και στις δυο πλευρές, στον άξονα Τραμπ-Νετανιάχου και το καθεστώς των μουλάδων, αποτελεί αναγκαίο αλλά όχι επαρκή όρο για μια μαρξιστική οριοθέτηση απέναντι στον πόλεμο. Αν περιοριστεί κανείς σε αυτή, υπάρχει ο κίνδυνος να πέσει σε λαθεμένες προσεγγίσεις, από τις οποίες ο πασιφισμός και ο αφηρημένος αντιιμπεριαλισμός έχουν αρκετή πέραση στην αντικαπιταλιστική/κομμουνιστική αριστερά.

Η πασιφιστική καταδίκη του πολέμου στο όνομα της παραβίασης του διεθνούς δικαίου κλπ εκφράστηκε πιο τυπικά από την ισπανική κυβέρνηση του Σάντσεθ. Δεδομένου ότι πρόκειται για μια αστική κυβέρνηση αποτελεί μια ιδιαίτερα τιμητική στάση, πιστοποιώντας ότι μια πτέρυγα της αστικής τάξης ανησυχεί πραγματικά για τις εξελίξεις. Επιπλέον, δίνει μια ώθηση στην κοινωνική διαμαρτυρία για τον πόλεμο.

Ωστόσο, η πασιφιστική θέση παρανοεί την πραγματικότητα. Αγνοεί το γεγονός ότι δεν είναι το διεθνές δίκαιο που καθορίζει τη δύναμη, αλλά η δύναμη που καθορίζει το διεθνές δίκαιο. Το παλιό διεθνές δίκαιο καθορίστηκε μετά το 1945 από ευνοϊκές για τους λαούς εξελίξεις, όπως η συντριβή του ναζισμού, η διάλυση της αποικιοκρατίας, κοκ, με την καταλυτική παρουσία της ΕΣΣΔ. Σήμερα οι παράγοντες αυτοί έχουν εκλείψει και κυριαρχεί ο αχαλίνωτος ιμπεριαλισμός, ώστε το παραμέρισμα του παλιού διεθνούς δικαίου είναι αναπόφευκτο στο παρόν πλαίσιο και σε σημαντικό βαθμό έχει ήδη συντελεστεί, δίνοντας τη θέση του στο νέο δίκαιο του πολέμου και της πυγμής. Μόνο ο ερχομός των λαών στο ιστορικό προσκήνιο με τη δρομολόγηση επαναστατικών διαδικασιών μετάβασης στο σοσιαλισμό μπορεί να ανατρέψει αυτή την κατάσταση. Ο πασιφισμός, αντίθετα, δημιουργεί αυταπάτες ότι μπορεί να ανατραπεί χωρίς αυτό τον όρο.

Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο του πασιφισμού, ακόμη και στην καλύτερη εκδοχή του, είναι η προσκόλληση στο στάτους κβο. Οι εκπρόσωποί του επικαλούνται συχνά τους κινδύνους από την πιθανή διάλυση του Ιράν σε περίπτωση μιας πλήρους ήττας και κατάρρευσης του καθεστώτος, το γενικευμένο χάος που θα προκύψει στην περιοχή, κοκ.

Από μαρξιστική οπτική μια τέτοια λογική διατήρησης των συνόρων, του στάτους κβο, είναι συντηρητική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αντιφάσκει στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών, ιδιαίτερα των εθνικών μειονοτήτων, δηλαδή κύρια των Κούρδων, που καταπιέζονται τόσο στο Ιράν όσο και, λιγότερο ή περισσότερο, σε όλα τα κράτη της περιοχής (με μερική εξαίρεση ίσως το Ιράκ). 

Φυσικά, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, όπως τόνιζε ο Λένιν, αποτελεί μέρος του αγώνα για τη δημοκρατία και πρέπει να υποτάσσεται σε αυτόν, όπως και ο τελευταίος πρέπει να υποτάσσεται στον αγώνα για το σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης μπορεί να αναβάλλεται σε ορισμένες στιγμές, όπως π.χ. όταν εξαιτίας της μπορεί να προκληθεί πόλεμος. Από τη στιγμή όμως που ο πόλεμος είναι ούτως ή άλλως ήδη μια πραγματικότητα στην περιοχή, δεν μπορεί να προβληθεί ο κίνδυνός του ως επιχείρημα ενάντια στην αυτοδιάθεση· απεναντίας, η δημιουργία ενός δημοκρατικού Κουρδιστάν θα μπορούσε να είναι ένα θετικό αποτέλεσμα του συγκεκριμένου πολέμου και μια σχετική εγγύηση ενάντια σε μελλοντικούς πολέμους.

Η διατήρηση της ακεραιότητας του Ιράν δεν μπορεί έτσι να αποτελεί ένα προοδευτικό αίτημα ή στόχο, πολύ περισσότερο γιατί σημαίνει στην πράξη τη διαιώνιση του τωρινού καθεστώτος. Στο 19ο αιώνα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις επεδίωκαν παρόμοια να διατηρήσουν ανέπαφη την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως ένα υποτιθέμενο μέσο ανάσχεσης του τσαρικού επεκτατισμού, που απειλούσε τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Ο ίδιος ο Μαρξ είχε αντιταχτεί σε αυτή την πολιτική, γιατί σήμαινε «τη διαιώνιση της καταπίεσής τους [των ευρωπαϊκών υποτελών λαών] από την Τουρκία»[7]. Παρόμοια η Ρόζα Λούξεμπουργκ εκτιμούσε αναφορικά με τον αγώνα των Αρμένιων, των Κούρδων και των Ευρωπαίων υποτελών της Τουρκίας, ότι η απόσχισή τους αποτελούσε ένα «προοδευτικό φαινόμενο» και δεν έπρεπε να εκλαμβάνεται ως μια εκδήλωση «κατατεμαχισμού»[8].

Ο αφηρημένος αντιιμπεριαλισμός, η γενικόλογη καταδίκη του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού με την αιχμή να στρέφεται ενάντια στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, διατυπώθηκε πιο τυπικά, όπως και στον πόλεμο στην Ουκρανία, από τη νεοσταλινική ηγεσία του ΚΚΕ. Σε σχετική «Ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ» δηλώνεται: «Τώρα χρειάζεται να δυναμώσει ο εργατικός – λαϊκός αγώνας για την έξοδο της Ελλάδας από τον πόλεμο και την απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, για την αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, με τον λαό κυρίαρχο και με σχέσεις αμοιβαίου οφέλους κι αλληλεγγύης με τους άλλους λαούς»[9].

Η θέση αυτή αγνοεί ότι για να εκπληρωθούν οι παραπάνω στόχοι πρέπει το κίνημα να έχει μια αντίστοιχη δύναμη, την οποία δυστυχώς σήμερα δεν έχει. Κυρίως όμως σφάλλει κατά το ότι στρέφει το μέτωπο μόνο ενάντια στον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, ενώ η στάση πρέπει να είναι διμέτωπη, στρεφόμενη εξίσου ενάντια στο καθεστώς των μουλάδων.

Επιπλέον, η κατά γράμμα επανάληψη της παλιάς ρητορικής, «Έξω οι Αμερικάνοι», «Έξω το ΝΑΤΟ», αγνοεί πλήρως την αντίθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις υπόλοιπες χώρες του ΝΑΤΟ, που δεν θέλουν να εμπλακούν άμεσα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Αυτή η αντίθεση, εκφρασμένη στις απειλές του Τραμπ για αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ (πράγμα τελείως αδιανόητο ως πρόσφατα) και τις συνεχείς προσβολές του στους Ευρωπαίους ηγέτες, είναι βέβαια δευτερεύουσα, δεν παύει όμως να υπάρχει και η αγνόησή της αποτελεί αριστερίστικο λάθος. Γιατί, όπως εξηγεί στον Αριστερισμό ο Λένιν, «Μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο, μόνο εντείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά [υπογράμμιση του Λένιν], με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη, “ρωγμή” ανάμεσα στους εχθρούς, κάθε αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη των διαφόρων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό της κάθε χώρας»[10].

Η αφηρημένη αντιιμπεριαλιστική ρητορική της ηγεσίας του ΚΚΕ δεν είναι, βέβαια, τυχαία. Η ηγεσία του ΚΚΕ αποκήρυξε το 2011 τις αραβικές επαναστάσεις σαν ψευδοκινήματα υποκινούμενα από τον ιμπεριαλισμό και απείχε με το ίδιο σκεπτικό από τα μεγάλα κινήματα των Πλατειών. Στη συνέχεια στήριξε, μαζί με τα δυο σταλινικά ΚΚ της Συρίας, αλλά και τους χρυσαυγίτες, την Κου Κλουξ Κλαν, κοκ, την αιματοβαμμένη δικτατορία του Άσαντ, οργανώνοντας διεθνείς διασκέψεις αλληλεγγύης στο συριακό καθεστώς. Στις εξεγέρσεις της νεολαίας στο Ιράν τήρησε μια στάση ίσων αποστάσεων, παραθέτοντας ουδέτερα τις αιτιάσεις του ιρανικού καθεστώτος για «ξένο δάκτυλο» στο Ριζοσπάστη. Αποκήρυξε επί της ουσίας ακόμη και τον αντιφασισμό, χαρακτηρίζοντας επίσημα το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σαν «ιμπεριαλιστικό». Και στον πυρήνα όλων αυτών, αποθέωσε το σταλινισμό, καθαγιάζοντας ακόμη και τα μαζικά σταλινικά εγκλήματα ως υπεράσπιση του σοσιαλισμού. Η αντιιμπεριαλιστική ρητορική αποτελεί ένα πρόσφορο μέσο για να σκεπάζεται και να υπεκφεύγεται το σύνολο αυτών των ζητημάτων. Βέβαια και οι αριστερίστικές ομάδες (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κοκ), αν και υποστήριξαν τα κινήματα το 2011, αρέσκονται να επιδίδονται στο ίδιο σπορ.

Απέναντι σε αυτές τις στάσεις, πρέπει να δηλώνεται και να αναδεικνύεται, έστω με γενικούς όρους, η θετική προοπτική, όπως αυτή διαμορφώνεται σε κάθε περιοχή. Στη Μέση Ανατολή η θετική προοπτική συνδέεται σήμερα με τους Κούρδους, με τον αγώνα τους για δημιουργία κουρδικού κράτους, και με την αναζωογόνηση των αραβικών επαναστάσεων.

Επαναστατική ρεαλπολιτίκ ή εύκολες λύσεις;

Το κοινό γνώρισμα όλων των απόψεων που συζητήσαμε –εντελώς άμεσα της άποψης για υποστήριξη των μουλάδων και πιο έμμεσα του πασιφισμού και της αντιιμπεριαλιστικής ρητορικής– είναι η λογική των εύκολων λύσεων. Στο άρθρο του Ν. Γαλάνη που παραθέσαμε αυτή η λογική προβάλλει τελείως γυμνή.

Ο Γαλάνης, όπως είδαμε, διαπιστώνει στωικά: «Θα θέλαμε να ήταν οι λαοί στο προσκήνιο, αλλά δεν είναι». Και με αυτό το άλλοθι, δικαιολογεί τη στήριξη των μουλάδων, που δεν έχουν καμιά ευθύνη για τίποτα, αφού, όπως λέει, «οι Αμερικανοί και οι σιωνιστές… ευθύνονται αποκλειστικά για τα θύματα στο Ιράν, στο Λίβανο, στην Παλαιστίνη,  παντού». Για να αποκλείσει ως αδιανόητη κάθε προοπτική προς όφελος των λαών, σπεύδει να θέσει το ερώτημα: «Ξεχνιούνται οι πόλεμοι σε Συρία, Ιράκ, Λιβύη κλπ, η Αραβική Άνοιξη που κατέληξε σε αραβικό χειμώνα, και πίσω, μπρος, εντός εκτός και επί τα αυτά ήταν πάντοτε οι Αμερικάνοι;»[11]

Αυτή είναι η τυπική λογική όλων των λακέδων, η λογική της ευκολίας και του οπορτουνισμού: Το μόνο που μπορεί να κάνουν οι λαοί είναι να διαλέξουν αφέντη, δεν μπορεί να έχουν δική τους προοπτική. Χτες έπρεπε να πάνε με τον Άσαντ, σήμερα –που ο Άσαντ κατέρρευσε χωρίς να τον υπερασπίσει κανείς και το έσκασε παίρνοντας και μερικά δις δολάρια στη Μόσχα– να πάνε με τους μουλάδες, αύριο όταν θα πέσουν και αυτοί να πάνε με τον Πούτιν και με τον Κιμ Γιονγκ Ουν· ή να πάνε με την ΕΕ και τον Τραμπ, όπως λένε οι λακέδες των Δυτικών.

Για όσους εμφορούνται από μια τέτοια λογική, το γεγονός ότι οι αραβικές επαναστάσεις δεν οδήγησαν αμέσως στην απελευθέρωση των λαών, αποτελεί απόδειξη ότι ήταν μάταιες, ότι δεν υπήρχε σε αυτές καμιά θετική προοπτική. Βέβαια, αν ήταν έτσι τότε οι περισσότερες επαναστάσεις στην ιστορία θα έπρεπε να καταδικαστούν, για το λόγο και μόνο ότι ηττήθηκαν. Για τους μαρξιστές, αντίθετα, η ήττα των αραβικών επαναστάσεων δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή, όπως ήταν και η ήττα της ρωσικής επανάστασης του 1905 –από πολλές απόψεις οι αραβικές επαναστάσεις είναι το 1905 της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής– οφειλόμενη σε παράγοντες όπως η απουσία επαρκούς συνειδητότητας στις μάζες και η έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας.

Το ζητούμενο στο νέο ιστορικό κύκλο θα είναι ακριβώς η υπέρβαση αυτών των αδυναμιών. Αυτό όμως προϋποθέτει και απαιτεί, για να δανειστούμε έναν όρο της Ρόζα Λούξεμπουργκ, μια επαναστατική ρεαλπολιτίκ. Μια πολιτική, δηλαδή, που θα διακρίνει τους συγκεκριμένους όρους για να ανοίξει ο δρόμος για την ιστορική πρόοδο σε κάθε σύγκρουση, πόλεμο ή κρίση της εποχής μας. Για τη Μέση Ανατολή, όπως ήδη ειπώθηκε, αυτό σημαίνει την εθνική αυτοδιάθεση των Κούρδων (και παραπέρα των Παλαιστινίων, που σήμερα όμως έχει πάει πίσω – η θετική διαφορά των Κούρδων είναι ότι, σε αντίθεση με τους Παλαιστίνιους, έχουν σχετικά επαρκείς, ευέλικτες και ανεξάρτητες ηγεσίες) και την αναζωογόνηση των αραβικών επαναστάσεων, υπό κομμουνιστικές ή έστω τσαβικές ηγεσίες. Φυσικά, αυτός ο δρόμος είναι δύσκολος και θα έχει να υπερνικήσει τεράστια εμπόδια. Είναι όμως ο μόνος πραγματικός δρόμος προς όφελος των λαών. Οι εύκολες λύσεις αντίθετα είναι όλες ψεύτικες λύσεις.

Η στάση απέναντι στους πολέμους

Σήμερα έχουμε εισέλθει οριστικά σε μια φάση καθολικών τρανταγμών στο καπιταλιστικό σύστημα και πλήρους ωρίμανσης των αντιφάσεών του, όπου η κάθε μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη επιχειρεί αυξανόμενα να τους υπερβεί (αν και όχι στον ίδιο βαθμό – για την ώρα αυτό ισχύει άμεσα για τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, αλλά όχι ακόμη για την ΕΕ και την Κίνα) μέσω της εξαπόλυσης πολέμων, επεμβάσεων, κοκ. Ο πόλεμος είναι ένα απαίσιο, αποκρουστικό φαινόμενο, όμως η γενική καταδίκη του δεν αρκεί. Στις συνθήκες αυτές είναι κρίσιμο και καθοριστικό ζήτημα να εξετάζεται αν και από ποια πλευρά μπορεί να προκύψει κάτι θετικό σε κάθε συγκεκριμένο πόλεμο.

Αυτό το στοιχείο λείπει στις μονότονα επαναλαμβανόμενες αναλύσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ, αλλά και σε εκείνες των περισσότερων ομάδων του αντικαπιταλιστικού χώρου. Για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα, σε μια Ανακοίνωση του Ξεκινήματος, μιας από τις συγκριτικά καλές ομάδες του τροτσκιστικού χώρου, για τον πόλεμο στο Ιράν, διαβάζουμε: «Όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο! Να χτίσουμε την αλληλεγγύη των λαών! Η αντίσταση στον ιμπεριαλισμό δεν σημαίνει υποστήριξη του ιρανικού καθεστώτος… Δεν μπορούμε να προσφέρουμε καμία πολιτική υποστήριξη στο αυταρχικό καθεστώς του Ιράν που καταπιέζει τους εργαζόμενους και τους φτωχούς. Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει στα χέρια της το αίμα των εργατών… Απορρίπτουμε όμως εξίσου κατηγορηματικά το ψέμα ότι η απελευθέρωση μπορεί να επιτευχθεί με βομβαρδισμούς και αεροπορικές επιδρομές»[12].

Αν και διαφοροποιείται θετικά από εκείνη του ΚΚΕ, που δεν κάνει καθόλου λόγο για το καθεστώς του Ιράν, η Ανακοίνωση του Ξεκινήματος, όπως και οι ανακοινώσεις τους για τον πόλεμο στην Ουκρανία, απηχεί το ίδιο αφηρημένο πασιφιστικό-αντιιμπεριαλιστικό πνεύμα. Οι κλασικοί του μαρξισμού τόνιζαν και η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος γίνεται συχνά η μαμή της επανάστασης. Οι περισσότερες μεγάλες επαναστάσεις, η Παρισινή Κομμούνα, η Ρωσική Επανάσταση του 1905, η Οκτωβριανή Επανάσταση, τα αντάρτικα κινήματα στον Β΄ Παγκόσμιο, προέκυψαν μετά από εθνικές καταστροφές σε πολέμους. Τονίζοντας την εναντίωση στον πόλεμο των Τραμπ-Νετανιάχου, την καταδίκη των εγκλημάτων του Ισραήλ στο Λίβανο κοκ, η Ανακοίνωση του Ξεκινήματος το κάνει με τρόπο που προσπερνά και συσκοτίζει αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο.

Φυσικά το αν και πώς θα μπορούσε να προκύψει μια κοινωνική επανάσταση στο Ιράν ως αποτέλεσμα της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης είναι ένα σύνθετο ερώτημα. Οι σχετικές εκκλήσεις των Τραμπ και Νετανιάχου, πέρα από την υποκρισία τους, αγνοούν το γεγονός ότι οι λαϊκές εξεγέρσεις δεν προκύπτουν έτσι εύκολα κατά παραγγελία: κατόπιν όλων, χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού μακελειού για να ξεσπάσει το 1917 η επανάσταση στη Ρωσία. Γεγονός, ωστόσο, παραμένει ότι ενώ προφανώς οι ιμπεριαλιστές δεν βοηθούν τις επαναστάσεις, οι πόλεμοι που εξαπολύουν ωθούν συχνά τους λαούς στην επανάσταση, ακριβώς γιατί δημιουργούν ένα τέτοιο χάος που δεν αφήνει κανένα άλλο περιθώριο διεξόδου εκτός από την επανάσταση. Το ζητούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η διαμόρφωση μιας ιστορικής πρωτοπορίας που θα διακρίνει τις επαναστατικές δυνατότητες και, υπερβαίνοντας τις τεράστιες δυσκολίες, θα οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη. Το να αποκλείουμε εκ των προτέρων από το οπτικό μας πεδίο αυτές τις δυνατότητες δεν είναι κάτι άλλο από συνθηκολόγηση μπροστά στις δυσκολίες.

Στην κατακλείδα αξίζει να σταθούμε σε μια τοποθέτηση του Λένιν την επαύριο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που αν και δεν ισχύει άμεσα για τον τωρινό πόλεμο στη Μέση Ανατολή, βοηθά να αποσαφηνίσουμε το γενικότερο ζήτημα της στάσης απέναντι στους πολέμους. Σε ένα σημείωμά του προς τον ηγέτη του ΚΚ Γερμανίας Πάουλ Λεβί στα 1920, ο Λένιν αναφερόταν στην περίπτωση της επανάληψης των πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στη Γερμανία και τις νικήτριες δυνάμεις μετά την επιβολή της Ειρήνης των Βερσαλλιών, εξαιτίας των δυσβάσταχτων όρων της:

«Αν η αστική τάξη (στη Βουλγαρία, τη Γερμανία και σε άλλες χώρες) αρχίσει πόλεμο ενάντια στην Αγγλία, τη Γαλλία ή κάτι παρόμοιο; Τι πρέπει να κάνουν τότε οι εργάτες; Να μποϊκοτάρουν; Αυτό θα ήταν τελείως λαθεμένο. Να πάρουν μέρος, μα και να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους και έτσι να εκμεταλλευτούν την κοινή πάλη για να ανατρέψουν την αστική τάξη» [υπογραμμίσεις του Λένιν][13].

Ο Λένιν αναφέρεται εδώ στην περίπτωση που η γερμανική αστική τάξη ξεκινούσε έναν πόλεμο για την ανάκτηση γερμανικών εδαφών που απέσπασε η Γαλλία ως αποτέλεσμα του πολέμου, για παράδειγμα ενός μέρους της Αλσατίας-Λωρραίνης, ή ακόμη ενάντια στην κατοχή του Ρουρ στα 1923, κοκ. Με τη λογική του Ξεκινήματος και πολλών άλλων ομάδων του αντικαπιταλιστικού χώρου, αυτός θα ήταν εξ ορισμού ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Αλλά μια τέτοια θέση είναι βαθιά λαθεμένη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-18 ήταν ένας πόλεμος των μεγάλων δυνάμεων της εποχής για τις αποικίες και τις σφαίρες επιρροής. Η γερμανική αστική τάξη είχε όμως ηττηθεί συντριπτικά σε αυτό τον πόλεμο και μετά την ήττα της δεν ήταν σε θέση να τον ξεκινήσει εκ νέου. Έτσι, αν και ιμπεριαλιστική, αν προσπαθούσε το 1923 να ανακτήσει το Ρουρ θα διεξήγαγε εξ αντικειμένου έναν εθνικό πόλεμο. Και ο Λένιν επισημαίνει σωστά ότι η αποχή από έναν τέτοιο πόλεμο θα ήταν τελείως λαθεμένη και ότι οι κομμουνιστές συμμετέχοντας αυτοτελώς σε αυτόν –μαζί με την αστική τάξη, η οποία μόλις ένα χρόνο πριν είχε δολοφονήσει τη Λούξεμπουργκ και τον Λίμπκνεχτ– θα είχαν δυνατότητες να ανατρέψουν στη συνέχεια τον καπιταλισμό.

Για να το μεταφέρουμε στην παρούσα περίοδο, ας υποθέσουμε –και αυτό δεν είναι ένα καθόλου απίθανο ενδεχόμενο– ότι η κυβέρνηση του Μεξικού, εξαναγκασμένη από απειλές του Τραμπ για βομβαρδισμούς στις περιοχές της χώρας όπου ηγεμονεύουν τα καρτέλ ναρκωτικών, ξεκινά η ίδια μια μαζική στρατιωτική επιχείρηση ενάντια στα καρτέλ. Κρίνοντας από τις βιαιότητες μετά τη δολοφονία του Ελ Μέντσο, αυτό θα είναι ουσιαστικά μια μορφή εμφυλίου πολέμου. Τι θα κάνουν τότε οι αντικαπιταλιστικές, αριστερές δυνάμεις της χώρας; Θα πουν ότι η σύγκρουση είναι ανάμεσα στα καρτέλ και τον Τραμπ, που σαν αντιπρόσωπός του ενεργεί η μεξικανική κυβέρνηση, και ότι θα μείνουν αμέτοχες;

Όσοι πάρουν μια τέτοια θέση, θα εκμηδενιστούν πολιτικά για πολλά χρόνια. Απεναντίας, θα πρέπει να συμμετάσχουν ενεργά σε αυτό τον αγώνα. Τα καρτέλ είναι ένα καρκίνωμα στην εθνική ζωή της χώρας, ένας μοχλός του εκφασισμού και των μελλοντικών δικτατορικών εκτροπών, όπως είναι όλες οι μαφίες που γεννά ο καπιταλισμός, ώστε η αφαίρεσή του αποτελεί ένα βήμα εμπρός. Αλλά οι αριστερές δυνάμεις θα πρέπει συμμετέχοντας να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους. Θα πρέπει να τονίζουν ότι ακόμη και αν αφαιρεθεί άμεσα το καρκίνωμα, αύριο θα κάνει μετάσταση· ότι για όσο διατηρείται ο καπιταλισμός, διαρκώς θα αναφύονται τέτοια καρκινώματα.

Στο Ιράν σήμερα αυτή η τακτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Όλο το θέμα είναι ότι οι μουλάδες και οι Φρουροί της Επανάστασης είναι το καρκίνωμα που πρέπει να αφαιρεθεί στο Ιράν (όπως και οι μεταστάσεις του στην ευρύτερη περιοχή), ενώ ο τραμπισμός και ο πουτινισμός είναι τα διεθνή, παγκόσμια καρκινώματα και το Ισραήλ ένα άλλο τοπικό καρκίνωμα. Και είναι μάλιστα όλα κακοήθη καρκινώματα, ενώ η ΕΕ και με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο η Κίνα, είναι ακόμη σχετικά πιο καλοήθη και μετατρέπονται σήμερα σε κακοήθη.

Γι’ αυτόν και μόνο γι’ αυτόν το λόγο –όχι επειδή ο πόλεμος είναι κακός γενικά, ή επειδή ένας πόλεμος στον οποίο συμμετέχουν ή εμπλέκονται οι ιμπεριαλιστές είναι εξ ορισμού ιμπεριαλιστικός, κοκ– τόσο η υποστήριξη του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ όσο και η υποστήριξη των μουλάδων στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή είναι ασύμβατη με μια μαρξιστική θέση.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.

[Σημ. Συν. Τα κείμενα που αναρτώνται αξιολογούνται με βάση το ενδιαφέρον που κρίνουμε ότι έχουν και δεν αντανακλούν απαραιτήτως τις απόψεις της σύνταξης.]


[1] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 116.

[2] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 461.

[3] Ν. Γαλάνης, «Ή με τους φονιάδες ή με τους “μουλάδες”», antapocrisis.gr, 8.3.2026.

[4] Ανάρτηση του Δ. Πατέλη στο προφίλ του στο facebook.

[5] Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός. Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, κεφάλαιο 7.

[6] Λέμε «γενικά» γιατί στη μαρξιστική διαλεκτική θεώρηση καμιά θέση δεν είναι άνευ όρων και μπορεί να φανταστεί κανείς ενδεχόμενα που θα μπορούσε να στηριχθεί η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση ή το καθεστώς. Ας υποθέσουμε, π.χ., ότι ξεσπά μια πρόωρη λαϊκή εξέγερση και οι Φρουροί της Επανάστασης την πνίγουν στο αίμα, δολοφονώντας πλέον όχι χιλιάδες αλλά εκατοντάδες χιλιάδες (όπως στην Ινδονησία το 1955-56 ο στρατός καθάρισε περί το ένα εκατομμύριο πολίτες). Τότε η αμερικανοϊσραηλινή νίκη ξεκάθαρα θα ήταν το μικρότερο κακό. Στον αντίποδα, ας φανταστούμε ότι η διοίκηση Τραμπ προχωρά το μη ρεαλιστικό σχέδιό της για τις νηοπομπές στα στενά του Ορμούζ και ως αποτέλεσμα απωλειών αποφασίζει τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων στα παράλια του Ιράν. Τότε η στήριξη του καθεστώτος θα ήταν μια επιλογή. Πέρα από αυτά τα ακραία, απίθανα σενάρια, ωστόσο, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για στήριξη της μιας ή της άλλης πλευράς στον τωρινό πόλεμο.

[7] Παρατίθεται από τον Λ. Τρότσκι στο The War and the International, κεφ. 1, Το Βαλκανικό Ζήτημα, marxists.org.

[8] Βλέπε Ρ. Λούξεμπουργκ, «Social Democracy and the National Struggles in Turkey», marxists.org..

[9] «Καμιά θυσία για τους πολέμους των ιμπεριαλιστών – Έξω η Ελλάδα από τον πόλεμο», kke.gr, 10.3.2026. Καρμπόν ήταν και οι διακηρύξεις της ηγεσίας του ΚΚΕ για τον πόλεμο της Ουκρανίας: «Όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο! Να σταματήσει η οποιαδήποτε εμπλοκή της Ελλάδας! Να κλείσουν τώρα οι βάσεις!» Βλ. «Ο Δ. Κουτσούμπας από τη Λαμία», 902.gr, 27.2.2022.

[10] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 55.

[11] Ν. Γαλάνης, ό.π.

[12] «Να σταματήσει η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν!», Ανακοίνωση του Internationalist Standpoint, xekinima.org, 2.3.2026.

[13] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 459.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο

+ There are no comments

Add yours