Κώστας Καλλωνιάτης, 18/01/2026 Kamini.gr
“Η Νέα Αριστερά μπορεί και πρέπει να εργαστεί για την συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου και ενός κοινού ψηφοδελτίου με όλες, χωρίς αποκλεισμούς, τις δυνάμεις που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον χώρο της Αριστεράς, της αριστερής Σοσιαλδημοκρατίας και της πολιτικής οικολογίας. Όλες τις δυνάμεις που αντιλαμβάνονται ότι ο κατακερματισμός του προοδευτικού χώρου διευκολύνει το καθεστώς Μητσοτάκη και είναι διατεθειμένες να συζητήσουν, σοβαρά και με καλή θέληση, την διαμόρφωση ενός μίνιμουμ προγράμματος ικανού να ανακόψει την πορεία παρακμής της χώρας και με μια σειρά ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων να ανακουφίσει και να δώσει ελπίδα σε μια κοινωνία που υποφέρει” (3ο κείμενο συμβολής στον προσυνεδριακό διάλογο εκ μέρους της μειοψηφίας της Κεντρικής Επιτροπής, αλλά πλειοψηφίας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, της Νέας Αριστεράς).
Λίγες μέρες πριν το προγραμματικό συνέδριο της Νέας Αριστεράς, η πρόταση της ομάδας που είναι συσπειρωμένη γύρω από τον πρόεδρο (και σχηματικά αποκαλούμε “προεδρικοί”) δεν έχει διευκρινίσει τι ακριβώς είναι το μίνιμουμ πρόγραμμα, που αναφέρει στο κείμενό της, και λογικά παραπέμπει στις 7 προγραμματικές αιχμές –ως βάση της επιδιωκόμενης εκλογικής συμμαχίας για να πέσει ο Μητσοτάκης– που έχει αναφέρει ο πρόεδρος Αλέξης Χαρίτσης (γενναία φορολόγηση πλούτου, κατάργηση 13ωρου και αντεργατικών νόμων Δεξιάς, αντιμετώπιση στεγαστικής κρίσης, τέλος υπέρογκων εξοπλισμών, δίκαιη ενεργειακή μετάβαση, αναπτυξιακό κράτος που θέτει υπό έλεγχο κρίσιμους τομείς, πλήρης διερεύνηση τριών μεγάλων σκανδάλων συγκάλυψης).
Εύλογα διερωτάται κανείς αν ένα τέτοιο “ελάχιστο πρόγραμμα” είναι ικανό να ανακόψει τον κατήφορο της ελληνικής κοινωνίας προσφέροντας ελπίδα ριζοσπαστικής αλλαγής. Γιατί είναι προφανές ότι οι προτάσεις αυτές είναι τόσο γενικόλογες ώστε το σκόπιμα αδιευκρίνιστο περιεχόμενό τους να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους δυνητικούς “συμμάχους” του Λαϊκού Μετώπου. Πέραν τούτου, στις 7 προτάσεις δεν περιλαμβάνεται καμία απάντηση στο βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, που είναι η ακρίβεια και η κρίση του κόστους διαβίωσης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στον μηδενισμό/μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής, στην επαναφορά του 13ου-14ου μισθού και συντάξεων στο δημόσιο, στην ΑΤΑ, το 32ωρο, στη δωρεάν πρωτοβάθμια υγεία για όλους, στη διάλυση των καρτέλ, στην ενίσχυση της παιδείας, των δημόσιων μεταφορών και της κοινωνικής πρόνοιας, δηλαδή σε μέτρα ριζοσπαστικά και μόνα ικανά να αντιμετωπίσουν την κοινωνική εξαθλίωση.
Ακαθόριστη παραμένει και η όποια αναδιανομή πλούτου προτείνεται μέσω της φορολογίας, της ενέργειας και των εξοπλισμών.
– Τι σημαίνει “γενναία φορολόγηση πλούτου” και πόσο γενναία είναι τα 500 εκατομμύρια που προβλέπει το Σχέδιο Προγράμματος, αν αυτά εννοούνται;
– Περιλαμβάνει η δίκαιη ενεργειακή μετάβαση την κατάργηση του χρηματιστηρίου ενέργειας;
– Ποιους κρίσιμους τομείς θα πάρει υπό τον έλεγχό του το αναπτυξιακό κράτος αν όχι ΕΤΕ, ΔΕΗ, ΟΣΕ και ΟΤΕ;
– Αντί για το αφηρημένο “τέλος στους υπέρογκους εξοπλισμούς” δεν θα έπρεπε να απαιτούμε την μείωση των εξοπλιστικών δαπανών, όπως ρητά αναφέρει το Σχέδιο;
– Δεν θα έπρεπε να προτάσσεται η ξεκάθαρη αντιπολεμική στάση και εμπλοκή της Ελλάδας με την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την διακοπή λειτουργίας των αμερικανικών βάσεων, που μας στοχοποιούν έναντι τρίτων χωρών;
Τέλος, οι εν λόγω προτάσεις δεν ενσωματώνουν καμία ουσιαστική μέριμνα για την πράσινη μετάβαση και τον μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου, ενώ αξίζει ενδεικτικά να ειπωθεί πως το κόστος του διαφαινόμενου αυτού μίνιμουμ προγράμματος δεν υπερβαίνει το 1/8 του κόστους του Σχεδίου Προγράμματος…
Οι διαπιστώσεις αυτές για το περιεχόμενο του μίνιμουμ προγράμματος είναι δηλωτικές για το τι μπορεί να περιμένει κανείς από μία λαϊκομετωπική κυβερνητική πολιτική. Όμως, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσουν, επειδή η ιστορία έχει προ πολλού δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις για τον χαρακτήρα του ελάχιστου προγράμματος.
Ιστορικά, το μίνιμουμ πρόγραμμα αφορά αιτήματα διαχειρίσιμα εντός του υπάρχοντος κράτους και τρόπου παραγωγής, δεν αμφισβητεί τις βασικές σχέσεις εξουσίας (ιδιοκτησία, κράτος, διεθνείς δεσμεύσεις), και λειτουργεί ως πλατφόρμα κυβερνησιμότητας, όχι ανατροπής.
Δεν είναι «πρώτο βήμα». Είναι τελικό όριο. Δεν πρόκειται για θεωρητική υπόθεση.
Παραδείγματα:
• Γερμανική σοσιαλδημοκρατία (1914–1919),
• Ιταλικό ΚΚ (ιστορικός συμβιβασμός),
• Γαλλική Αριστερά Μιτεράν (1981–83),
• ΣΥΡΙΖΑ (2015).
Το μοτίβο είναι σταθερό: Πρώτα το μίνιμουμ πρόγραμμα, μετά έρχεται η είσοδος στο κράτος, ύστερα η διαχείριση κρίσης υπέρ του κεφαλαίου και, τέλος, η ενσωμάτωση ή η συντριβή.
Βεβαίως, το μίνιμουμ πρόγραμμα προβάλλει το επιχείρημα-παγίδα της σταδιακής εφαρμογής: «Πρώτα τα εφικτά, μετά τα ριζοσπαστικά». Όμως, πρόκειται για πολιτικά απατηλό επιχείρημα γιατί δεν υπάρχει ουδέτερη φάση “πρώτα”, κάθε φάση αναδιατάσσει συσχετισμούς, ενώ η διαχείριση αλλάζει το υποκείμενο. Όταν μια κομματική δύναμη μπει στη λογική της κυβερνησιμότητας, εσωτερικεύσει δημοσιονομικούς περιορισμούς κι αποδεχτεί διεθνείς δεσμεύσεις, τότε χάνει την υλική δυνατότητα ρήξης αργότερα.
Επίσης, τα μίνιμουμ προγράμματα προϋποθέτουν ότι το κράτος μπορεί να λειτουργήσει «διαφορετικά», αρκεί μια άλλη κυβέρνηση. Όμως, το κράτος δεν είναι «χώρος πολιτικής βούλησης», το κράτος είναι συμπύκνωση ταξικών συσχετισμών, όχι εργαλείο που αλλάζει χέρια χωρίς κόστος. Όσο το πρόγραμμα δεν προετοιμάζει σύγκρουση με το κράτος και τους θεσμούς του, το κράτος θα συντρίψει το πρόγραμμα.
Το βασικό, ωστόσο, πρόβλημα με τα μίνιμουμ προγράμματα είναι ότι απευθύνονται σε εκλογικό σώμα, όχι σε τάξη, με συνέπεια να αποσυνδέουν το πρόγραμμα από το κοινωνικό υποκείμενο, να μην οργανώνουν ταξική δύναμη και να μην αλλάζουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς. Γίνονται έτσι λίστα μέτρων, όχι σχέδιο σύγκρουσης. Χωρίς οργανωμένο κοινωνικό υποκείμενο, κάθε πρόγραμμα γίνεται τεχνική πρόταση διαχείρισης.
Στη μαρξιστική παράδοση, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένα πρόγραμμα «είναι ρεαλιστικό», αλλά ποια ταξική σχέση σταθεροποιεί. Τα δε μίνιμουμ προγράμματα, έχει αποδειχθεί ότι τελικά απορροφούν κοινωνική πίεση, επανανομιμοποιούν το κράτος ως «ουδέτερο διαιτητή» και μετατρέπουν τη σύγκρουση σε διαπραγμάτευση όρων διαχείρισης. Έτσι λειτουργούν αντιδραστικά χωρίς να το δηλώνουν. Αντί να «ανοίγουν δρόμο», κλείνουν τον δρόμο της ρήξης και των τομών και μετατρέπουν την Αριστερά σε διαχειριστή ή δεκανίκι.
Αν η Αριστερά θέλει να υλοποιήσει τις αρχές της, να υπερασπίσει τις αξίες της και να στηρίξει τις προσδοκίες της κοινωνίας για δικαιοσύνη, ισότητα, και ελευθερία, χρειάζεται ένα πρόγραμμα ρήξης με το αστικό κατεστημένο, όχι ένα πρόγραμμα-μπούμερανγκ ελάχιστων προσδοκιών.
