Η επιλογή του Χόμπσον για τον Τραμπ

Μάικλ Ρόμπερτς, 12/03/2026

Σήμερα, η τιμή του αργού πετρελαίου ξεπέρασε τα 95 δολάρια το βαρέλι, παρά το γεγονός ότι ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ) ενέκρινε την μεγαλύτερη έκτακτη αποδέσμευση πετρελαϊκών αποθεμάτων στην ιστορία του, με τα κράτη μέλη να αποδεσμεύουν 400 εκατομμύρια βαρέλια. Αυτό είχε ελάχιστη επίδραση στην τιμή του πετρελαίου, καθώς το Ιράκ αναγκάστηκε να διακόψει τις δραστηριότητες στους πετρελαϊκούς του τερματικούς σταθμούς, μετά την επίθεση σε δύο πετρελαιοφόρα στα ιρακινά ύδατα. Το στενό του Ορμούζ παραμένει επίσης ουσιαστικά κλειστό, με αρκετά εμπορικά πλοία να έχουν, σύμφωνα με πληροφορίες, προσαράξει στα παράλια του Ιράν. Αυτό έχει ωθήσει τους μεγάλους παραγωγούς της Μέσης Ανατολής να περιορίσουν την παραγωγή, περιορίζοντας περαιτέρω την παγκόσμια προσφορά. Η ιρανική κυβέρνηση δηλώνει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να εγγυηθούν ότι ούτε αυτές ούτε το Ισραήλ θα επιτεθούν στη χώρα στο μέλλον, προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο κατάπαυσης του πυρός.

Έτσι, ο πόλεμος στο Ιράν δεν εξελίσσεται ευνοϊκά για τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο «πόλεμος της επιλογής» του (δηλαδή η ανεξέλεγκτη επιθετικότητα) έχει μετατραπεί σε «επιλογή του Χόμπσον» [Σ.Σ. Η «επιλογή του Χόμπσον» είναι μια κατάσταση που φαίνεται ελεύθερη, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο μία επιλογή, που ουσιαστικά σημαίνει «ή το δέχεσαι ή το απορρίπτεις». Η φράση προέρχεται από την Αγγλία του 17ου αιώνα και αναφέρεται στον Τόμας Χόμπσον, έναν ιδιοκτήτη στάβλου στο Κέιμπριτζ, ο οποίος απαιτούσε από τους πελάτες να παίρνουν το άλογο που βρισκόταν πιο κοντά στην πόρτα, αποτρέποντας την υπερβολική καταπόνηση των δημοφιλών αλόγων]. Το «σχέδιό» του να αποκεφαλίσει την ιρανική ηγεσία με μερικές γρήγορες βομβιστικές επιθέσεις και να επιτύχει έτσι μια αλλαγή καθεστώτος σύμφωνα με την «λύση της Βενεζουέλας» δεν πραγματοποιήθηκε.  Το Ιράν δεν είναι η Βενεζουέλα. Είναι μια τεράστια χώρα με πάνω από 90 εκατομμύρια κατοίκους και με ένα κράτος οπλισμένο μέχρι τα δόντια με όπλα για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Για το ιρανικό καθεστώς που ελέγχεται από τους μουλάδες, πρόκειται για μια υπαρξιακή μάχη.

Η ελπίδα που είχε ο Τραμπ για μια εξέγερση του ιρανικού λαού ενάντια στο καθεστώς δεν έχει υλοποιηθεί. Το καθεστώς είναι μισητό από την πλειοψηφία και μόλις πρόσφατα σκότωσε πάνω από 30.000 άτομα που διαδήλωναν εναντίον του. Αλλά όταν οι βόμβες πέφτουν πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, δεν είναι σε θέση να βγουν στους δρόμους.  Επιπλέον, οποιαδήποτε τέτοια διαμαρτυρία θα καταστέλλεται βίαια από το καθεστώς, το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει διασπαστεί και φαίνεται ενωμένο στην προσπάθειά του να συνεχίσει να αντιστέκεται.

Έτσι, τώρα ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή Χόμπσον.  Είτε θα κηρύξει «νίκη» και θα επιτύχει κατάπαυση του πυρός με το καθεστώς ανέπαφο, είτε θα διπλασιάσει τις προσπάθειές του με την πιθανή χρήση χερσαίων δυνάμεων και ακόμη περισσότερους βομβαρδισμούς, προκειμένου να προσπαθήσει να ανατρέψει το καθεστώς με την καθαρή στρατιωτική δύναμη.  Αλλά αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τον θάνατο πολλών Αμερικανών. Οι Ισραηλινοί δεν θέλουν να σταματήσουν. Θέλουν να υποβαθμίσουν το Ιράν στην κατάσταση της Γάζας, αν μπορούν. Αλλά χρειάζονται χρηματοδότηση και όπλα από τις ΗΠΑ και αντιμετωπίζουν επίσης επικίνδυνες επιθέσεις με πυραύλους από το Ιράν και τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο.

Όπως και να έχει, έχοντας ξεκινήσει έναν πόλεμο στον οποίο η πλειοψηφία των Αμερικανών αντιτίθεται (σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις), ο Τραμπ και οι οπαδοί του αντιμετωπίζουν ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο. Το Κογκρέσο, που ελέγχεται από τους Ρεπουμπλικάνους του Τραμπ, δεν έχει κάνει τίποτα για να σταματήσει αυτόν τον πόλεμο, ο οποίος είναι παράνομος σύμφωνα με το αμερικανικό σύνταγμα. Δεν μπορεί να εγγυηθεί κανείς ότι ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο θα συγκρατήσει τον Τραμπ, αλλά τουλάχιστον θα μπορούσε να μπλοκάρει τη χρηματοδότηση του πολέμου και να σταματήσει άλλες οικονομικές πολιτικές του Τραμπ.

Και αυτός ο πόλεμος κοστίζει στο αμερικανικό κράτος πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα.  Σίγουρα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει αυξήσει δραματικά τον προϋπολογισμό «άμυνας» σε πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, αλλά ακόμη και μετά από μόλις δύο εβδομάδες, ο πόλεμος εξαντλεί ένα σημαντικό μέρος του διαθέσιμου οπλισμού και των υλικών εφοδιασμού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζονται τα απαραίτητα μέσα για τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία.  Ήδη ο πρόεδρος της Ουκρανίας Ζελένσκι διαμαρτύρεται για την έλλειψη χρηματοδότησης και όπλων που χρειάζεται για να διατηρήσει το μέτωπο ενάντια στους Ρώσους.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο το κόστος του πολέμου για τον προϋπολογισμό των ΗΠΑ που προκαλεί ανησυχία, αλλά και η επίδραση στις τιμές της ενέργειας και, τελικά, στην παγκόσμια οικονομία.  Όπως υποστήριξα σε προηγούμενη ανάρτηση, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα ανέβαιναν σε αστρονομικά επίπεδα μόνο αν συνέβαιναν δύο πράγματα: πρώτον, αν μπλοκαριζόταν το στενό του Ορμούζ, ένα σημείο-κλειδί για τη ναυτιλιακή κίνηση, και δεύτερον, αν καταστρέφονταν οι εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής πετρελαίου στα κράτη του Κόλπου, τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν.

Μέχρι στιγμής, το πρώτο έχει συμβεί. Η απλή απειλή επίθεσης σε δεξαμενόπλοια στο Στενό έχει σταματήσει την κυκλοφορία, ενώ τα ασφάλιστρα ναυτιλίας έχουν εκτοξευθεί στα ύψη, αποκλείοντας πολλές ναυτιλιακές εταιρείες. Και για να αποφύγουν την καταστροφή, πολλά κράτη του Κόλπου έχουν κλείσει τις εγκαταστάσεις παραγωγής.  Έτσι, παρά τις δηλώσεις του Τραμπ ότι τα πλοία θα συνοδεύονται από το αμερικανικό ναυτικό κατά τη διέλευσή τους από το Στενό και ότι το ιρανικό καθεστώς έχει «σχεδόν πλήρως» ηττηθεί, οι τεράστιες διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου συνεχίζονται και παραμένουν πολύ πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα.

Τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά για την παγκόσμια οικονομία; Αυτό εξαρτάται από το τι θα συμβεί με τις αποστολές πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή και από την κλίμακα των μακροπρόθεσμων ζημιών στις εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου. Εάν επιτευχθεί εκεχειρία μέσα στην επόμενη εβδομάδα, θα εξακολουθήσει να υπάρχει πτώση στις παγκόσμιες εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά όχι τόσο σοβαρή ώστε να διατηρήσει τις τιμές της ενέργειας στα τρέχοντα υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, εάν η σύγκρουση συνεχιστεί για μήνες, οι εξαγωγές ενέργειας θα μπορούσαν να μειωθούν κατά 5-6%, γεγονός που θα διατηρούσε τις τιμές περίπου 10-20% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα.  Εάν οι εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου υποστούν μόνιμη ζημιά ή παραμείνουν εκτός λειτουργίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν τα 150 δολάρια/βαρέλι, δηλαδή σχεδόν τριπλάσιες από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου θα εκτοξευθούν στα 120 ευρώ/MWh, δηλαδή τετραπλάσιες από τις προπολεμικές τιμές.  Σύμφωνα με την Capital Economics, μια τέτοια αύξηση θα ήταν συγκρίσιμη με το παγκόσμιο σοκ προσφοράς στα τέλη της δεκαετίας του 1970, το οποίο συνέβαλε στον υψηλό πληθωρισμό και την παγκόσμια ύφεση. Ωστόσο, η κατάσταση μπορεί να μην είναι τόσο άσχημη, καθώς οι μεγάλες οικονομίες εξαρτώνται πολύ λιγότερο από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1970, χάρη στη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στη γενική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

Παρόλα αυτά, αν ακολουθήσει ένας μακροχρόνιος πόλεμος, θα ενταθεί η υπάρχουσα τάση στις μεγάλες οικονομίες προς τη «στασιμόπληξη», δηλαδή την αύξηση του πληθωρισμού των τιμών και της ανεργίας παράλληλα με τη μείωση της οικονομικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους της Royal Bank of Canada, ο πληθωρισμός των τιμών καταναλωτή στις ΗΠΑ θα ανέλθει στο 3,7% από το τρέχον 2,4% σε ετήσια βάση, αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν στα 100 δολάρια το βαρέλι.  Η αμερικανική οικονομία έχασε 92.000 θέσεις εργασίας τον Φεβρουάριο και το ποσοστό ανεργίας ανέβηκε στο 4,4%. Και αυτό μετά από ένα 2025 που χαρακτηρίστηκε από τη χαμηλότερη μέση μηνιαία αύξηση θέσεων εργασίας εκτός ύφεσης σε περισσότερα από δύο δεκαετίες.  Ο πόλεμος με το Ιράν θα αυξήσει ακόμη περισσότερο την ανεργία.

Ο πληθωρισμός στην Ευρώπη θα εκτοξευθεί επίσης αν οι τιμές του φυσικού αερίου παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα.  Και ο πληθωρισμός θα αυξηθεί σημαντικά στις οικονομίες της Ανατολικής Ασίας και της Ινδίας.  Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη θα αντέξει μια αύξηση 10% στις τιμές της ενέργειας, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και θα επιβραδυνθεί μόνο από το 3,2% που προβλέπεται για φέτος στο 3%. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η ευρωζώνη θα αναπτυχθούν κατά 1% ή λιγότερο.

Ωστόσο, εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι, η ζημιά θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Για παράδειγμα, η Société Générale εκτιμά ότι κάθε αύξηση των τιμών του πετρελαίου κατά 10 δολάρια θα διευρύνει το τρέχον έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ινδίας, που σήμερα ανέρχεται σε περίπου 1% του ΑΕΠ, κατά μισή ποσοστιαία μονάδα και θα μειώσει την οικονομική ανάπτυξη κατά 0,3%.  Σε 100 δολάρια/βαρέλι, αυτό θα σήμαινε τρέχον έλλειμμα 3% του ΑΕΠ και μείωση της οικονομικής ανάπτυξης από 6,4% που προβλέπεται για το 2026 σε 5%. Και σε ένα τέτοιο επίπεδο τιμών πετρελαίου, θα μπορούσε να μειώσει την πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ των ΗΠΑ κατά 0,8% (δηλαδή από 2% ετησίως σε σχεδόν 1%) και ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ θα μπορούσε να φτάσει το 4% ετησίως.

Αυτό θα δημιουργούσε ένα σοβαρό δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες.  Θα πρέπει να αυξήσουν τα επιτόκια πολιτικής τους για να προσπαθήσουν να περιορίσουν τον πληθωρισμό ή απλώς να αφήσουν τον πληθωρισμό να κορυφωθεί αντί να βλάψουν την οικονομική ανάπτυξη;  Η αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να προκαλέσει το σκάσιμο της φούσκας της τεχνητής νοημοσύνης που ακόμα δεν έχει έρθει.

Σε κάθε περίπτωση, τα νοικοκυριά σε όλο τον κόσμο, στις οικονομίες του Βορρά και του Νότου, θα αντιμετωπίσουν αύξηση των τιμών και του κόστους δανεισμού και/ή μείωση της απασχόλησης και των εισοδημάτων. Θα είναι μια επιλογή Χόμπσον τόσο για αυτά όσο και για τον Τραμπ.

About Author

Διαβάστε επίσης

Από τον ίδιο αρθρογράφο