Κώστας Καλλωνιάτης 21/01/2026 EFSYN
Λέγεται συχνά τελευταία πως για την δημιουργία ενός Λαϊκού Μετώπου (ΛΜ) ικανού να διώξει τον Μητσοτάκη από την κυβέρνηση δεν αρκεί η βούληση για ενότητα, αλλά πως χρειάζεται και η συμφωνία πάνω σε ένα ελάχιστο πρόγραμμα αλλαγών. Φαίνεται, δηλαδή, να θεωρείται πως χάρη στην προγραμματική συμφωνία το άθροισμα αρκετών αναξιόπιστων πολιτικά δυνάμεων είναι ικανό να προσδώσει αξιοπιστία στο νέο συμμαχικό εγχείρημα.
Αρκεί, όμως, η διαμόρφωση προγράμματος από την Αριστερά για την ανάκτηση της αξιοπιστίας της; Η απάντηση με δύο λέξεις είναι αρνητική: δεν αρκεί. Ωστόσο, είναι αναγκαία προϋπόθεση. Χωρίς πρόγραμμα δεν υπάρχει αξιοπιστία. Από την άλλη, με πρόγραμμα μόνο δεν αποκαθίσταται η αξιοπιστία. Ας το δούμε πιο αναλυτικά.
Η κρίση αξιοπιστίας της Αριστεράς δεν είναι κυρίως προγραμματική. Προέρχεται από το βίωμα της μνημονιακής διαχείρισης χωρίς ρήξη και της άγονης και αναποτελεσματικής αξιωματικής αντιπολίτευσης που άσκησε επί μία δεκαετία. Μεγάλα κοινωνικά στρώματα δεν λένε «δεν καταλαβαίνω τι προτείνετε», αλλά «σας δοκιμάσαμε και δεν άλλαξε η ζωή μας». Η μνήμη κυβερνητικών εμπειριών (ιδίως όπου υπήρξε διαχείριση χωρίς ρήξη) υπερκαθορίζει την πρόσληψη κάθε νέου προγράμματος. Συνακόλουθη είναι η αμφισβήτηση και το έλλειμμα εμπιστοσύνης στον νέο δυνητικό μετωπικό φορέα. Το ερώτημα δεν είναι αν «είναι σωστά αυτά που λέτε;» αλλά «θα τα κάνετε ή θα υποχωρήσετε ξανά;».
Αυτά δεν είναι ζητήματα που απαντά ή λύνει από μόνο του ένα πρόγραμμα. Για να αποκτήσει δύναμη πειθούς το πρόγραμμα πρέπει να μεταδοθεί και να προσληφθεί από την κοινωνία ως η μόνη συνεκτική λύση στα προβλήματα της. Κι αυτό δεν μπορεί να συντελεστεί αν ο φορέας του προγράμματος και το προσωπικό του δεν είναι κοινωνικά γειωμένοι ώστε να μιλάνε με την ίδια γλώσσα στην καρδιά των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται.
Όταν απουσιάζει αυτή η κρίσιμη προϋπόθεση τότε μιλάμε για κρίση κοινωνικής εκπροσώπησης. Κι αυτό δυστυχώς συμβαίνει σήμερα, όπου πολλοί εργαζόμενοι, νέοι, επισφαλείς δεν βλέπουν την Αριστερά ως δική τους συλλογική δύναμη, αλλά ως πολιτικό προσωπικό που μιλά για αυτούς αντ’ αυτών. Χωρίς ζωντανή κοινωνική ρίζα, το πρόγραμμα μοιάζει με προκήρυξη χωρίς υποκείμενο.
Από εκεί και πέρα η αξιοπιστία κατακτάται και με την ίδια την ουσία του προγράμματος. Ένα πρόγραμμα μπορεί να ανακτήσει αξιοπιστία μόνο αν είναι σαφώς ταξικό, δηλαδή να μη δηλώνει πως είναι γενικά «για όλους», αλλά ξεκάθαρα να αποσαφηνίζει ποιοι κερδίζουν από αυτό, ποιοι χάνουν και ποιοι πληρώνουν. Διαφορετικά η ασάφεια προσθέτει αναξιοπιστία, δεν αφαιρεί.
Επίσης, το πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει ρήξεις, όχι μόνο στόχους. Όχι μόνο τι θα γίνει, αλλά πως θα γίνει, με ποιους θα συγκρουστεί, ποια συμφέροντα θα θιγούν, ποια όρια δεν θα ξεπεραστούν «στο όνομα της οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας». Χωρίς τις ρήξεις, το πρόγραμμα εκλαμβάνεται ως διαπραγματευτικό χαρτί, όχι ως δέσμευση.
Τέλος, το πρόγραμμα πρέπει να είναι ιεραρχημένο. Η κοινωνία δεν πιστεύει σε «πακέτα των πάντων». Πιστεύει άμα της πεις ότι «αυτά τα 4–5 θα γίνουν πρώτα, ό,τι κι αν γίνει» και τα άλλα θα ακολουθήσουν με την εξής σειρά και χρονική κλιμάκωση. Μία τέτοια προσέγγιση δείχνει σοβαρότητα στην προεργασία και επιλεκτικότητα στην στόχευση, στοιχεία που πείθουν για τον τεκμηριωμένο χαρακτήρα του προγράμματος.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αξιοπιστία δεν αποκαθίσταται στο επίπεδο των ιδεών αλλά στην εφαρμογή τους στο επίπεδο της σχέσης με την τάξη που πρωτίστως θέλει να εκπροσωπήσει. Χρειάζεται να είναι ορατή η κοινωνική σύγκρουση πριν την ανάληψη της εξουσίας. Αξιοπιστία χτίζεται όταν η Αριστερά συγκρούεται από τώρα με την εργοδοσία, τις τράπεζες και το κράτος, όταν χάνει μάχες αλλά δεν αποσύρεται, και όταν είναι σε θέση να πληρώνει το πολιτικό κόστος αλλά μαθαίνοντας μέσα από τα λάθη της. Η κοινωνία εμπιστεύεται αυτούς που δοκιμάστηκαν στη σύγκρουση, όχι στη διατύπωση. Επίσης εμπιστεύεται όσους δεσμεύονται με ίδιο κόστος (πχ ρήτρες παραίτησης, ανακλητότητα, περιορισμό υψηλών μισθών στελεχών, ασυμβίβαστα με οικονομικά συμφέροντα) όχι για λόγους ηθικής, αλλά ως υλική εγγύηση.
Τέλος, η αξιοπιστία κερδίζεται από πολιτικά σχήματα που λειτουργούν δημοκρατικά και άρα συλλογικά, όχι αρχηγικά. Κερδίζεται με διαδικασίες στις οποίες συμμετέχουν ενεργά μαζικές οργανώσεις, σωματεία, επιτροπές γειτονιάς, συνελεύσεις. Χωρίς την συμμετοχή της κοινωνίας το πρόγραμμα μοιάζει με υπόσχεση χωρίς στρατό, με κενό γράμμα. Αντίθετα, εκεί που το πρόγραμμα είναι συγκρουσιακό και κοινωνικά συμμετοχικό, η ανάκτηση της αξιοπιστίας είναι ζήτημα χρόνου.
Πόσες από αυτές τις προϋποθέσεις ανάκτησης της αξιοπιστίας υπάρχουν άραγε σήμερα;
