Συνέντευξη του Χρήστου Κεφαλή στον Τάκη Μαστρογιαννόπουλο
Από τις Εκδόσεις Αργοναύτης κυκλοφόρησε το 2025 το βιβλίο του Γκεόργκι Πλεχάνοφ «Ο Ουτοπικός Σοσιαλισμός». Περιλαμβάνει δυο δοκίμια του Πλεχάνοφ για τον ουτοπικό σοσιαλισμό του 19ουαιώνα, με μια εκτενή Εισαγωγή του Χρήστου Κεφαλή. Με αυτή την αφορμή, ο Τάκης Μαστρογιαννόπουλος πήρε την ακόλουθη συνέντευξη από τον επιμελητή της έκδοσης Χρήστο Κεφαλή.
Τα τελευταία 50 χρόνια ίσως δεν έχει εκδοθεί κανένα έργο του Πλεχάνοφ στα ελληνικά. Τι σας ώθησε να προχωρήσετε στην έκδοση ενός έργου του και γιατί επιλέξατε τα δοκίμιά του για τον ουτοπικό σοσιαλισμό;
Πραγματικά, οι ελληνικές εκδόσεις του Πλεχάνοφ χρονολογούνται από πολύ παλιά, ακόμη και προδικτατορικά, όταν είχαν βγει σημαντικά έργα του από τον Αναγνωστίδη και τη Βιβλιοεκδοτική, και λίγο μετά τη μεταπολίτευση από τον Ζαχαρόπουλο. Τα τελευταία 50 χρόνια παρατηρείται ένα σχεδόν πλήρες κενό. Βέβαια, κάποια δοκίμια του Πλεχάνοφ για τον Χέγκελ είχαν εμφανιστεί στο περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, ενώ το κλασικό δοκίμιό του για τον Ίψεν περιλήφθηκε στο βιβλίο Η Αριστερά και ο Ίψεν (εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2023),
Αυτή η κατάσταση αποτελεί δείγμα της βαθιάς κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας, που έχει σε μεγάλο βαθμό αποκοπεί από τις θεωρητικές του ρίζες και παραδόσεις. Και η κύρια ευθύνη γι’ αυτή βαραίνει προφανώς την ηγεσία του ΚΚΕ, που τις τελευταίες δεκαετίες αναλώνεται στο να υμνεί τον Στάλιν επανεκδίδοντας τα «Άπαντά» του και περιφρονώντας τους μεγάλους μαρξιστές. Η συγκεκριμένη έκδοση αποτελεί μια σεμνή προσπάθεια επανασύνδεσης με αυτές τις ρίζες· πολύ περισσότερο που ο ίδιος ο Λένιν αποκαλούσε τα φιλοσοφικά έργα του Πλεχάνοφ «το καλύτερο που υπάρχει στο μαρξισμό». Η επιλογή των δοκιμίων για τον ουτοπικό σοσιαλισμό –πέραν της ιδιαίτερης αξίας τους– συνδέεται στενά με αυτή την προσπάθεια, αφού αναφέρονται σε ένα πρόδρομο ρεύμα του μαρξισμού.
Στο Επίμετρό σας αναφέρεστε σε μια ρήση του Έλληνα πανεπιστημιακού Αβροτέλη Ελευθερόπουλου, ο οποίος είχε γνωρίσει τον Λένιν και τον Πλεχάνοφ και τους συγκρίνει ως μαρξιστές. Ποια ήταν η γνώμη του για τον Πλεχάνοφ και γιατί το θεωρητικό έργο του Πλεχάνοφ είναι σημαντικό.
Ο Ελευθερόπουλος ήταν ένας προοδευτικός καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου ο Λένιν και ο Πλεχάνοφ παρακολούθησαν παραδόσεις του, εξόριστοι εκεί στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αργότερα, συγκρίνοντάς τους, είπε ότι ο Πλεχάνοφ ήταν ένας μεγάλος θεωρητικός, αλλά ο Λένιν υπερτερούσε απέναντί του γιατί ήταν μεγάλος όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη, όπως το απέδειξε η καθοριστική συμβολή του στη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Μια ακριβοδίκαιη κρίση, που καταγράφει την αξία αλλά και την αδυναμία του Πλεχάνοφ.
Ο Πλεχάνοφ αποκλήθηκε δικαιολογημένα ο «πατέρας του ρωσικού μαρξισμού», με το έργο του να ξεκινά ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1880, αρκετά πριν από τον Λένιν, όταν πέρασε από τις ναρόντνικες απόψεις στο μαρξισμό. Αμέσως τράβηξε την προσοχή· ενδεικτικά το δοκίμιό του για τα 60χρονα από το θάνατο τον Χέγκελ (1891) είχε εκτιμηθεί υψηλά από τον Ένγκελς, που πρόλαβε τα πρώτα βήματά του.
Χαρακτηριστικά του Πλεχάνοφ ήταν η οξυδέρκεια, η μεθοδικότητα, η θεωρητική εμβάθυνση, οι ευρείες γνώσεις, η ορθολογική, πολύπλευρη επιχειρηματολογία. Είχε πλατιά ενδιαφέροντα, εστίαζε όμως κυρίως στη φιλοσοφία του μαρξισμού, αυτό που αποκαλούμε διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Γι’ αυτό το έργο του αποτελεί όχι μόνο πηγή μάθησης για όσους ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα θέματα, αλλά και ένα αντίδοτο στην αυτοϊκανοποίηση, την ξιπασιά της άγνοιας και της αμάθειας, που έχουν ευρεία διάδοση στις μέρες μας.
Βέβαια, ενώ ήταν πιο διαλεκτικός από τον Κάουτσκι και άλλους μαρξιστές της Β΄ Διεθνούς και διεξήγαγε μια πολύτιμη πολεμική στα αντιμαρξιστικά ρεύματα της εποχής, ο Πλεχάνοφ ένιωθε λιγότερο άνετα στην προσέγγιση των επαναστατικών στιγμών της ταξικής πάλης και των ιδεολογικών αντανακλάσεών τους. Αυτό θέτει ορισμένα όρια στο μαρξισμό του, εξηγώντας το πέρασμά του στον αμυνιτισμό, τη θέση υπέρ της υπεράσπισης της πατρίδας, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914-18, και την εναντίωσή του στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Είναι μια σκιά στην πορεία του, που όμως δεν αναιρεί τη μεγάλη συμβολή του.
Ποιες ήταν συγκεκριμένα οι σχέσεις ανάμεσα στον Λένιν και τον Πλεχάνοφ στα διάφορα στάδια των επαναστατικών αγώνων στη Ρωσία;
Οι σχέσεις αυτές πέρασαν από διακυμάνσεις που μόνο να σκιαγραφηθούν μπορούν εδώ. Ο Λένιν έτρεφε αρχικά έναν ανυπόκριτο θαυμασμό για τον Πλεχάνοφ, που όμως μετριάστηκε στα χρόνια της συνεργασίας τους στην Ίσκρα (1901-1903), όταν και διέκρινε τις αδυναμίες του. Παρ’ όλα αυτά ο Πλεχάνοφ υποστήριξε τον Λένιν στο 2ο Συνέδριο του κόμματος το 1903 απέναντι στον Μάρτοφ και μόνο μετά πέρασε στους Μενσεβίκους. Στην πρώτη ρωσική επανάσταση του 1905 ο Πλεχάνοφ έκανε κάποια δεξιά λάθη, για τα οποία τον επέκρινε ο Λένιν. Συνολικά, όμως, όπως και οι υπόλοιποι Μενσεβίκοι, υποστήριξε την επανάσταση. Στη συνέχεια, στα δύσκολα χρόνια μετά την ήττα, ο Πλεχάνοφ μετατοπίστηκε αριστερά. Αντιτάχτηκε στους δεξιούς Μενσεβίκους που υποστήριζαν τη διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων, δημιούργησε την ομάδα των κομματικών Μενσεβίκων και ως τα 1913 συνεργάστηκε στενά με τον Λένιν. Η μεταξύ τους ρήξη επήλθε με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν, όπως αναφέρθηκε, ο Πλεχάνοφ τάχτηκε υπέρ της υπεράσπισης της πατρίδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Φυσική προέκταση αυτής της στάσης του ήταν και η εναντίωσή του στην Οκτωβριανή Επανάσταση, με το επιχείρημα ότι οι συνθήκες στη Ρωσία (επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, κουλτούρας, κοκ) δεν ήταν ώριμες. Ο Λένιν επέκρινε αυστηρά αυτές του τις θέσεις, ταυτόχρονα όμως φρόντισε να τις διαχωρίσει από το φιλοσοφικό έργο του, αποδίδοντάς τις στον «τακτικό οπορτουνισμό» του.
Η συνθετότητα και οι διακυμάνσεις της σχέσης τους εκφράζουν έτσι τις αντιφάσεις της ίδιας της επαναστατικής διαδικασίας και των γραμμών που συγκρούστηκαν στις ρωσικές επαναστάσεις.
Από τις αρετές του Πλεχάνοφ ξεχωρίζετε εκείνη του ιστορικού των ιδεών. Γιατί αυτή η πλευρά του είναι τόσο σημαντική και γιατί τα δυο δοκίμιά του για τον ουτοπικό σοσιαλισμό έχουν μια περίοπτη θέση στο έργο του;
Τα ταλέντα και οι ικανότητες του Πλεχάνοφ τον έκαναν πάνω από όλα έναν ιστορικό των ιδεών, στους τομείς της κοινωνικής σκέψης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Εδώ άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στο μαρξισμό, ακόμη και αν προχώρησε μόνο ως ένα ορισμένο σημείο. Αυτό θα γίνει κατανοητό αν αναλογιστούμε ότι ο Μαρξ περιορίστηκε σχεδόν στην ωριμότητά του στην έρευνα της πολιτικής οικονομίας, ενώ οι μελέτες του Ένγκελς στα πεδία που ερεύνησε ο Πλεχάνοφ είναι συχνά συνοπτικές και εκλαϊκευτικές. Ο Πλεχάνοφ εισάγει το στοιχείο της συστηματικότητας στη μελέτη των ιδεών, αυτού που λέμε στη μαρξιστική ορολογία ιδεολογικό εποικοδόμημα, ιδιαίτερα από την άποψη των συνδέσεών του με την οικονομική βάση. Προωθεί δε αυτή τη μελέτη δημιουργικά, τονίζοντας και αναδεικνύοντας τον ενεργό ρόλο των ιδεών στην ιστορική εξέλιξη, καθώς και τις ιδιομορφίες της πάλης των ιδεών, που δεν αντανακλούν απλά και μονοσήμαντα τις οικονομικές αναπτύξεις.
Τα δυο δοκίμια του Πλεχάνοφ για τον ουτοπικό σοσιαλισμό του 19ου αιώνα –το πρώτο αναφέρεται στον ουτοπικό σοσιαλισμό γενικά και το δεύτερος το γαλλικό ουτοπικό σοσιαλισμό– είναι ιδιαίτερα σημαντικά γιατί καλύπτουν με πληρότητα, πολύ μεγαλύτερη από ό,τι το έκανε ο Ένγκελς στη γνωστή του μπροσούρα «Ουτοπικός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός», το συγκεκριμένο θέμα. Παρέχουν μια πιστή, αναλυτική εικόνα της σύνθετης εξέλιξης του ουτοπικού σοσιαλισμού στις κύριες χώρες της Ευρώπης, Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία, εντοπίζοντας τα στάδια της εξέλιξής του, τις προόδους και τις ιδιομορφίες του από χώρα σε χώρα, και τα ιστορικά του όρια.
Ποια είναι η άποψη του Πλεχάνοφ για τον ουτοπικό σοσιαλισμό και ποια η συμβολή του στην κατανόηση της εξέλιξής του; Συγκεκριμένα ποια ρεύματα και εκπροσώπους του ουτοπικού σοσιαλισμού ερευνά στα δυο δοκίμια; Σε τι θεωρεί ότι προπαρασκεύασε τον Μαρξ και σε τι διέφερε ουσιωδώς από τη μαρξιστική θεώρηση;
Ο Πλεχάνοφ τονίζει την ιστορικότητα όλων των φαινομένων της ανθρώπινης κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα εξετάζει τον ουτοπικό σοσιαλισμό ως ένα αναγκαίο στάδιο στην ανάπτυξη των σοσιαλιστικών ιδεών, που πυροδοτήθηκε από τις αντιφάσεις του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού και προπαρασκεύασε το μαρξισμό.
Ο ουτοπικός σοσιαλισμός ξεκινά, βέβαια, ήδη από το 16ο αιώνα, με το έργο των Μορ και Καμπανέλα και με το ενδιάμεσο μερικών Άγγλων ουτοπικών του 17ου και 18ου αιώνα, κορυφώνεται στους μεγάλους ουτοπικούς του 19ου αιώνα, Σαιν Σιμόν, Φουριέ και Όουεν, και τους μαθητές τους. Ο Πλεχάνοφ ασχολείται στα δυο δοκίμια με τους ουτοπικούς του 19ου αιώνα, μια εύλογη επιλογή, καθώς οι τελευταίοι εμφανίζονται σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με συνέπεια να είναι στο έργο τους πιο ευδιάκριτα τα στοιχεία που προετοιμάζουν τον Μαρξ. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι οι προκάτοχοί τους δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον· άλλοι μαρξιστές όπως ο Κάουτσκι και ο Λαφάργκ, ασχολήθηκαν με τον Μορ και τον Καμπανέλα, προσφέροντας αξιόλογες μελέτες.
Ο κοινός παρανομαστής των ουτοπικών σοσιαλιστών, σύμφωνα με τον Πλεχάνοφ, ήταν η, όχι τυχαία, αποτυχία τους να συλλάβουν τα μέσα για την εκπλήρωση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Δεν μιλούσαν στο όνομα της εργατικής τάξης, που δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στο ιστορικό προσκήνιο, αλλά στο όνομα της λογικής, τρέφοντας την ψευδαίσθηση ότι οι κυρίαρχες τάξεις θα μπορούσε να δεχτούν τα μεταρρυθμιστικά σχέδιά τους. Αντιλαμβάνονταν έτσι το σοσιαλισμό όχι ως ένα προϊόν της κοινωνικής κίνησης, αλλά ως ένα έτοιμο ιδανικό που πρέπει να εισαχθεί από τα έξω – εξ ου και ο ουτοπισμός τους. Ταυτόχρονα, φοβισμένοι από τα δεινά της Τρομοκρατίας του 1793-94, απέρριπταν γενικά την ταξική πάλη και την επανάσταση. Ορισμένοι, όπως οι σαινσιμονιστές, επιχείρησαν μάλιστα να ιδρύσουν νέες θρησκείες. Βέβαια υπήρχαν και εξαιρέσεις, όπως το ρεύμα του Μπαμπέφ στη Γαλλία, που προσανατολίζονταν στην ταξική πάλη.
Όπως αναλύει παραπέρα ο Πλεχάνοφ, στην Αγγλία και τη Γαλλία ο ουτοπικός σοσιαλισμός πήρε διαφορετική απόχρωση, κυρίως λόγω του διαφορετικού επιπέδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Ο αγγλικός καπιταλισμός ήταν πολύ πιο ανεπτυγμένος ώστε οι Άγγλοι ουτοπικοί ήταν ικανοί να διακρίνουν καλύτερα τις αντιφάσεις του και τα προκύπτοντα δεινά, βάσει των οποίων διατύπωναν τις προτάσεις τους για κοινωνικές βελτιώσεις. Ο Όουεν, η κορυφαία φυσιογνωμία τους, εξελίχθηκε από φιλάνθρωπο σε κομμουνιστή, αμφισβήτησε την ιδιοκτησία και τη θρησκεία και πρόβαλε ρεαλιστικά σχέδια για την κοινωνική πρόνοια, την εκπαίδευση και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, υποστηρίζοντας το συνδικαλιστικό κίνημα. Οι συνεχιστές του, οι ρικαρντιανοί σοσιαλιστές, βασίζονταν στον Ρικάρντο για να διεκδικήσουν τον κοινωνικό πλούτο για την εργασία, χρησιμοποιώντας με ασαφή τρόπο έννοιες όπως η υπεραξία, που αργότερα ερεύνησε επιστημονικά ο Μαρξ.
Στη Γαλλία, από την άλλη, όπου η καπιταλιστική ανάπτυξη βρισκόταν σε σαφώς πιο χαμηλό επίπεδο, πήραν πολύ μεγαλύτερη ένταση οι ταξικοί αγώνες, με διαδοχικές επαναστάσεις και παλινορθώσεις να ακολουθούν τη μεγάλη αστική επανάσταση του 1789. Ως αποτέλεσμα, οι Γάλλοι ουτοπικοί εστίασαν στις διαμάχες ανάμεσα στις τρεις βασικές τάξεις της εποχής, φεουδαλικοί αριστοκρατία, αστοί και εργάτες. Οι σαινσιμονιστές, το πρώτο και πιο συντηρητικό ρεύμα, έθεσαν ήδη το αίτημα της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Δεν είχαν όμως σαφή αντίληψη του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του καπιταλισμού, ταυτίζοντας συχνά την εκμετάλλευση με τα φεουδαλικά προνόμια. Ο Σαιν Σιμόν θεωρούσε ότι ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός με τις βιομηχανικές επαναστάσεις του θα περιόριζε τις ανισότητες οδηγώντας στην κοινωνική αρμονία. Ο Φουριέ αντίθετα, με όλες τις παραδοξολογίες του, έκανε ένα μεγάλο βήμα εμπρός, αναγνωρίζοντας ότι ο καπιταλισμός όξυνε τις ανισότητες. Οι μαθητές τους, όπως ο Φλασά, ο Κονσιντεράν, ο Λερού και άλλοι, ανέλυσαν την ταξική δομή. Και ενώ ως τότε οι ουτοπικοί περιορίζονταν στην αντίθεση φτωχοί-πλούσιοι, αυτοί αναφέρονται στην αντίθεση ανάμεσα στους αστούς και τους προλετάριους, προσεγγίζοντας έτσι τον Μαρξ. Ο γερμανικός ουτοπικός σοσιαλισμός ήταν πολύ πιο φτωχός, απηχώντας, ιδιαίτερο στο πρόσωπο του Γκέοργκ Μπίχνερ, αγροτικές νότες, τις οποίες παρέλαβε αργότερα ο ρωσικός λαϊκισμός, ένα ρεύμα με έντονα στοιχεία ουτοπικού σοσιαλισμού.
Το θεμελιωμένο συμπέρασμα του Πλεχάνοφ είναι ότι οι ουτοπικοί σοσιαλιστές διέβλεψαν σωστά τους ιστορικούς σκοπούς, προπαρασκευάζοντας σε αυτό το σημείο το μαρξισμό, αλλά απέτυχαν σχετικά με τα μέσα της εκπλήρωσής τους. Και αυτό φυσικά συνδεόταν με την ανωριμότητα της θεώρησής τους, που αντανακλούσε την ανωριμότητα των ιστορικών συνθηκών, και την απουσία μιας επιστημονικής ανάλυσης του καπιταλισμού, την οποία πρόσφερε ο Μαρξ. Η αχίλλειος πτέρνα τους βρισκόταν στην αδυναμία να συνδέσουν τις προοπτικές του με ζωντανές ιστορικές δυνάμεις και τον απορρέοντα δεοντολογικό χαρακτήρα τους. Αλλά ταυτόχρονα υπήρχε σε αυτούς ένα προαίσθημα του μέλλοντος.
Ο Λένιν εκτιμούσε πολύ τον Πλεχάνοφ ως φιλόσοφο, αργότερα όμως ο Λούκατς επέκρινε αυστηρά τη μεθοδολογία του. Ποια θα ήταν μια ισορροπημένη κρίση για τη συμβολή του;
Αυτές οι δυο κρίσεις δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ο Πλεχάνοφ επισκόπησε διεισδυτικά ευρείς τομείς της ανθρώπινης ιδεολογίας, είχε όμως ένα έλλειμμα στη διαλεκτική μεθοδολογία, ώστε ερευνούσε με επιτυχία μόνο τα πιο βασικά ζητήματα διαλεκτικής βάσης εποικοδομήματος. Όπου τα πράγματα γίνονταν πιο σύνθετα, π.χ. στο θέμα της άνισης ανάπτυξης, οι αναλύσεις του, παρά τα βήματα εμπρός, παραμένουν ελλιπείς. Μια πλευρά του έργου του αφορά στην αναγκαία ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία και την επανεκτίμηση της μεγάλη κληρονομιάς των Ρώσων επαναστατών δημοκρατών, Τσερνισέφσκι, Μπελίνσκι, Χέρτσεν, κοκ. Ένα άλλο αφορά τα ευρωπαϊκά ιδεολογικά ρεύματα και την κουλτούρα. Εδώ εντάσσονται οι μελέτες του για το γαλλικό υλισμό, τον Χέγκελ, την τέχνη της αστικής ανόδου, καθώς και οι πολεμικές του στα σύγχρονα νεοκαντιανά και μαχιστικά ρεύματα στο εσωτερικό του σοσιαλισμού. Χωρίς το πρώτο να είναι ασήμαντο, αυτό το δεύτερο μέρος έχει την πιο διαρκή σημασία.
