Ιαν 11, 2026 – 20:01 Κώστας Καλλωνιάτης Η ΕΠΟΧΗ
Τα τελευταία χρόνια, μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης –και εντός της Αριστεράς– μετατοπίζεται στα «πεδία μάχης» της παγκόσμιας γεωπολιτικής: ΗΠΑ–Κίνα, Δύση–Ρωσία, Αρκτική, Ουκρανία, Ανατολική Μεσόγειος, Λατινική Αμερική. Οι συγκρούσεις αυτές παρουσιάζονται συχνά ως το κεντρικό πεδίο όπου «κρίνεται το μέλλον».
Όμως, τίθεται ένα απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα: σε ποιο βαθμό η γεωπολιτική οπτική εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης; Από μαρξιστική σκοπιά, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι διαλεκτική.
Η γεωπολιτική ανάλυση, όπως κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο, βλέπει τον κόσμο ως αντιπαράθεση κρατών και σφαιρών επιρροής. Όμως τα κράτη δεν είναι ενιαία υποκείμενα. Εκφράζουν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα, κυρίως του εθνικού κεφαλαίου που οργανώνεται μέσα από αυτά.
Όταν η ανάλυση ξεκινά και τελειώνει στα «εθνικά συμφέροντα», η εργατική τάξη εξαφανίζεται ως υποκείμενο, καλείται να ταυτιστεί με το κράτος της, και τελικά να αποδεχθεί θυσίες στο όνομα μιας σύγκρουσης που δεν αποφάσισε η ίδια. Αυτό ιστορικά οδήγησε όχι στην ενδυνάμωση της Αριστεράς, αλλά στον σοσιαλσοβινισμό.
Ο ενδοκαπιταλιστικός και ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός που στην εποχή μας τείνει να λάβει την μορφή αντιπαράθεσης διαφορετικών συνασπισμών κρατών, δεν είναι «δικός μας» πόλεμος. Οι σύγχρονες γεωπολιτικές συγκρούσεις δεν είναι αγώνας για την κοινωνική απελευθέρωση. Δεν είναι σύγκρουση «καλού και κακού», «Βορρά και Νότου» ή «δημοκρατίας και αυταρχισμού». Είναι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί για αγορές, πρώτες ύλες, ενέργεια, τεχνολογική υπεροχή και γεωστρατηγικό έλεγχο.
Για την εργατική τάξη, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν παντού το ίδιο: ακρίβεια, περικοπές κοινωνικών δαπανών, πειθάρχηση, στρατιωτικοποίηση και εξαθλίωση της καθημερινής διαβίωσης όταν δεν συνοδεύεται από απώλεια της ίδιας της ζωής της στον πόλεμο. Οι «νίκες» σε γεωπολιτικό επίπεδο σπάνια μεταφράζονται σε κοινωνική πρόοδο. Αντίθετα, χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιήσουν νέα κύματα λιτότητας και καταστολής.
Όταν η γεωπολιτική γίνεται ορίζοντας, η τάξη χάνεται. Ένα κρίσιμο πρόβλημα είναι η αντιστροφή προτεραιοτήτων: η γεωπολιτική παρουσιάζεται ως το «μεγάλο ζήτημα», ενώ τα κοινωνικά ζητήματα παραπέμπονται στο μέλλον.
Από μαρξιστική σκοπιά, όμως, ισχύει το αντίστροφο: χωρίς κοινωνική χειραφέτηση, κάθε γεωπολιτική «λύση» είναι ταξικά μεροληπτική, προσωρινή και προφανώς ζημιογόνα έως και καταστροφική για τον ηττημένο. Η εργατική τάξη δεν έχει συμφέρον ούτε από τη νίκη ενός ιμπεριαλιστικού μπλοκ, ούτε από την αναβάθμιση του «δικού της» κράτους σε περιφερειακό παίκτη.
Αυτό δεν σημαίνει αποχή από την ανάλυση των διεθνών εξελίξεων. Σημαίνει, ωστόσο, υποταγή της γεωπολιτικής στην ταξική οπτική.
Χρήσιμη είναι η γεωπολιτική ανάλυση μόνο όταν αποκαλύπτει ποια τμήματα του κεφαλαίου ωφελούνται, όταν δείχνει πώς το κόστος μετακυλίεται στους εργαζόμενους, κι όταν απονομιμοποιεί τη ρητορική του «εθνικού συμφέροντος», συνδεόμενη με πρόγραμμα ειρήνης, κοινωνικών αγαθών και διεθνισμού.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η όξυνση των ανταγωνισμών ΗΠΑ–ΕΕ–Ρωσίας μετέτρεψαν τη γεωπολιτική σε κυρίαρχο πλαίσιο πολιτικής ανάλυσης και στην Ελλάδα. Συχνά, όμως, αυτή η ανάλυση παρουσιάζεται ως αυτονόητα προοδευτική, λες και η σωστή «τοποθέτηση στο διεθνές πεδίο» αρκεί για να εκφράσει τα συμφέροντα των εργαζομένων.
Από μαρξιστική σκοπιά, αυτό είναι βαθιά προβληματικό. Η σύγκρουση δεν είναι σύγκρουση αξιών ούτε μάχη για τη δημοκρατία. Είναι ενδοκαπιταλιστικός και ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, με την εργατική τάξη να πληρώνει το κόστος σε ζωές, φτώχεια, προσφυγιά και κοινωνική αποδιάρθρωση. Η ηθική καταδίκη της ρωσικής εισβολής, για παράδειγμα, δεν μπορεί να μεταφράζεται σε πολιτική ταύτιση με το ΝΑΤΟ ή σε αποδοχή ενός πολέμου χωρίς ορίζοντα.
Στην Ελλάδα, η γεωπολιτική ανάγνωση συχνά συνδέεται με την αναβάθμιση της χώρας ως «πυλώνα σταθερότητας», την επέκταση στρατιωτικών βάσεων, την αύξηση εξοπλισμών, την πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωατλαντικές επιλογές. Όμως για την εργατική τάξη, αυτή η «γεωπολιτική αναβάθμιση» σημαίνει λιγότερους πόρους για κοινωνικές ανάγκες, μεγαλύτερη ενεργειακή και οικονομική ανασφάλεια, εμπλοκή σε συγκρούσεις που δεν υπηρετούν καμία κοινωνική απελευθέρωση.
Όταν η Αριστερά υιοθετεί τη γεωπολιτική ως κεντρικό ορίζοντα, κινδυνεύει να χάσει την ταξική της αυτονομία. Η πολιτική μετατρέπεται σε επιλογή στρατοπέδου και όχι σε σύγκρουση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου –είτε αυτά εκφράζονται από τη Δύση είτε από τους ανταγωνιστές της.
Μια αριστερή θέση οφείλει να είναι σαφής: όχι στις εισβολές, όχι στον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων, όχι στη μετατροπή της Ελλάδας σε προγεφύρωμα. Και ταυτόχρονα ναι στην ειρήνη, ναι στη διπλωματία, ναι στην υπεράσπιση των κοινωνικών αναγκών απέναντι στην πολεμική οικονομία.
Η εργατική τάξη δεν έχει συμφέρον να νικήσει «το σωστό μπλοκ». Έχει συμφέρον να σπάσει τη λογική των μπλοκ. Η γεωπολιτική ανάλυση δεν εκφράζει από μόνη της τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Πολύ συχνά τα συγκαλύπτει. Η Αριστερά οφείλει να θυμάται: η εργατική τάξη δεν απελευθερώνεται κερδίζοντας γεωπολιτικά παιχνίδια, αλλά καταργώντας τις κοινωνικές σχέσεις που τα γεννούν.
